Της Αναστασίας Χατζηιωαννίδου,

Ο μύθος της Ευρώπης, της νεαρής πριγκίπισσας που απήγαγε ο Ζεύς μεταμορφωμένος σε άσπρο ταύρο, έχει γνωρίσει ελάχιστες διαφορετικές εκδοχές, αλλά πάμπολλες διαφορετικές ερμηνείες. Κατά μία εξ αυτών, η αρπαγή της όμορφης θυγατέρας του βασιλιά της Φοινίκης παραπέμπει σε μια απόπειρα επαφών μεταξύ των λαών που πλαισιώνουν τη λεκάνη της Μεσογείου. Εφόσον, όμως δεν είναι σίγουρα η ελληνική μυθολογία ο θεωρητικός εκείνος χώρος στον οποίο θα πρέπει να ανατρέξουμε για να βρούμε τις απαρχές της ιδέας για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, ποια ήταν η διαδρομή που διανύθηκε, ώστε να μπορούμε σήμερα να μιλάμε για την Ευρωπαϊκή Ένωση του 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ (καίτοι μόλις 10% του πληθυσμού της υδρογείου), της διπλωματικής παρουσίας στους μεγάλους οικουμενικούς οργανισμούς, της αξιοζήλευτης κατάταξης σύσσωμων των κρατών μελών της στους διεθνείς δείκτες ανάπτυξης και του Νόμπελ Ειρήνης το 2012;

Αν θυμηθούμε τον πνευματώδη αφορισμό του Πωλ Βαλερύ για το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ταυτότητας, ίσως και να βρεθούμε μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα αφετηρία: Ευρωπαίος, ισχυρίζεται ο γάλλος ποιητής, είναι αυτός που έχει υποστεί φιλοσοφικά την επίδραση της αρχαιοελληνικής ορθολογιστικής σκέψης, που έχει ζήσει με την ιουδαιοχριστιανική θρησκευτικότητα και έχει υποστεί την επίδραση της ρωμαϊκής διοίκησης και των ρωμαϊκών θεσμών. Ο ορισμός αυτός μας δίνει, βεβαίως χονδρικά, και κάποιους από τους πυλώνες που θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως θεμελιώνουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε επίπεδο ιδεολογικό και πολιτιστικό, και αποτελούν εν τέλει τη συγκολλητική ουσία που κρατά τους ευρωπαϊκούς λαούς συνδεδεμένους μεταξύ τους – σήμερα με πολύ μεγαλύτερο βαθμό συνειδητότητας απ’ ό,τι παλαιότερα – ακόμη και έπειτα από το βίωμα της κτηνωδίας των δύο παγκοσμίων πολέμων, που τάραξαν συθέμελα την πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνοχή της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Φαινομενικά κατά τρόπο παράδοξο, επί της ουσίας όμως κατά συλλογιστική λογικά και ιστορικά συνεπή, είναι αυτή ακριβώς η περίοδος της μεταπολεμικής κατάπτωσης, αλλά και της ολικής ανασυγκρότητησης, στην οποία αποκρυσταλλώνεται η ανάγκη για ενοποίηση στην πολύπαθη ευρωπαϊκή ήπειρο και το επιτακτικό αίτημα να αποφευχθεί ο εφιάλτης των αιματοκυλισμάτων για τις επόμενες γενεές. Έχοντας ως εμπειρία τόσο την Ευρωπαϊκή Συμφωνία (Concert of Europe), που δημιούργησε το Συνέδριο Ειρήνης της Βιέννης στον απόηχο της πτώσης του Ναπολέοντα το 1815 οδηγώντας σε σχεδόν έναν αιώνα ειρηνικής συνύπαρξης στον ευρωπαϊκό χώρο, όσο και την ανεπαρκή προσπάθεια που αποτέλεσε η Συνθήκη των Βερσαλλιών μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (ενδιαφέρον ότι στη διεθνή ιστοριογραφία αναφέρεται ως «Μεγάλος» Πόλεμος, Great War, όρος που δεν επικράτησε στην ελληνική βιβλιογραφία), η Ευρώπη αρχίζει δειλά να παραδέχεται πως η λύση για την επίτευξη της πολυπόθητης, αλλά και ζωτικά αναγκαίας ειρήνης έγκειται στη συνειδητοποίηση πως τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν περισσότερους συνδετικούς αρμούς παρά αντικρουόμενα συμφέροντα.

Σε αυτή την ιστορική και ιδεολογική συγκυρία, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η διακήρυξη που είχε προετοιμάσει για τον Γάλλο Υπουργό Εξωτερικών, Ρομπέρ Σουμάν, ο “αρχιτέκτονας” της ευρωπαϊκής ιδέας, Ζαν Μονέ, βρήκε ευήκοα ώτα και κατάφερε να ευδοκιμήσει, αρχικά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) ένα χρόνο αργότερα. Παρόλο που οι λόγοι που επέβαλαν την έναρξη της ευρωπαϊκής συνεργασίας στους νευραλγικούς τομείς του άνθρακα και του χάλυβα είναι παραπάνω από προφανείς, από πολύ νωρίς γίνεται φανερή η πρόβλεψη ειδικής μέριμνας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάγκη που ευδοκίμησε ιδεολογικά ως αντίβαρο στις θηριωδίες που εκτυλίχθηκαν κατά την τυραννία του Γ’ Ράιχ στη γηραιά ήπειρο.

Δεδομένης της έντονης περιόδου άνθησης που γνώρισε ο τομέας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταπολεμικά – αρχικά με τη γενέθλια πράξη του, την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την πανηγυρική υιοθέτησή της από τη Γενική Συνέλευση του, νεοπαγούς τότε, Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών το Δεκέμβριο του 1948, αλλά και την κατάρτιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από το Συμβούλιο της Ευρώπης δύο χρόνια αργότερα – η κατοπινή ίδρυση και παράλληλη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας από το 1957, καθώς και η μετεξέλιξή της σε Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την εποχή μιας τρόπον τινά «ανθρωπιστικής» ακμής: καλύπτοντας, τόσο με Κανονισμούς και Οδηγίες όσο και με νομολογία, ζητήματα από τις οικογενειακές σχέσεις μέχρι την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το ευρωπαϊκό σύστημα κρατών διανύει, εδώ και παραπάνω από μισό αιώνα, έναν καινοφανή και πρωτοπόρο οίστρο νομοπαραγωγής σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό αποδεικνύεται από την εκτεταμένη επιρροή των νομοθετημάτων αυτών, αλλά και τη σχετική υψηλή αξιολόγηση των κρατών μελών από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών.

Εν κατακλείδι, αν κανείς αναζητούσε ένα παράδειγμα, για να αποδώσει τις ιστορικές συγκυρίες που άνοιξαν το δρόμο της κοινής ευρωπαϊκής πορείας και καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία της, θα κατέληγε ίσως, σε μια πολύ εύστοχη αναπαράσταση: τι είναι η ευρωπαϊκή ενοποίηση, αν όχι εκείνο το άνθος που βλέπουμε να ανυψώνεται μέσα από τα αποκαΐδια; Αποτέλεσμα των αντιπολεμικών αισθημάτων που οι λαοί της γηραιάς ηπείρου ανέπτυξαν δια πυρός και σιδήρου, προσωπικό στοίχημα εμπνευσμένων πολιτικών και έως και σήμερα αντικείμενο δυσπιστίας για κάποιους και λατρείας για κάποιους άλλους, και παρόλο που η πραγματοποίηση των ευσεβών πόθων του Βίκτωρος Ουγκώ και του Ουίνστον Τσώρτσιλ για τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» χωρίς αμφιβολία αργεί να διαφανεί στον ορίζοντα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας επιτύχει να επουλώσει πληγές, να αποσοβήσει έχθρες, να θέσει τον άνθρωπο στο επίκεντρο, να επιζήσει της χλεύης και της μομφής λαϊκιστών ηγετών και, εν τέλει, να ξεπεράσει αισίως τα εβδομήκοντα έτη ειρήνης, αποδεικνύει πως τελικά ένα πράγμα είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο: πολύ σκληρή για να πεθάνει.


Αναστασία Χατζηιωαννίδου

Γεννηθείσα το 1997 και μεγαλωμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια των σπουδών της έχει πάρει μέρος σε αρκετές προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), καθώς το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη μεγάλη της επιστημονική αγάπη, όπως επίσης και κύριο ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον, μαζί με το Ποινικό Δίκαιο και την Πολιτική Φιλοσοφία.