Της Δέσποινας Κάντα, 

Αμείωτη προκλητικότητα παρατηρείται στις κινήσεις της Τουρκίας, οι οποίες μάλιστα συνοδεύονται από κλιμακωτές δηλώσεις των στελεχών του AKP. O τούρκος ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου σε πρόσφατη ανακοίνωσή του, απείλησε ανοιχτά με νέα εισβολή στη βορειοανατολική Συρία με στόχο να ικανοποιηθεί το πάγιο αίτημα της τουρκικής πλευράς να απομακρυνθούν από την περιοχή αυτή οι μαχητές των Κούρδων, ενώ παράλληλα φρόντισε να επισημάνει εκ νέου πως δεν θα βάλει σε δεύτερη μοίρα τα «δικαιώματα» που διατηρεί στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αιχμηρά σχόλια και ανοιχτές απειλές ακολούθησαν για την Ελλάδα και την Κύπρο και από τον τούρκο Υπουργό Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, ο οποίος δε δίστασε μάλιστα, να κάνει λόγο για νέα εισβολή στα κυπριακά εδάφη. Σε πλήρη συμφωνία έρχονται και οι δηλώσεις του αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάι, με λιγότερο αιχμηρά -αλλά περισσότερο υπαινικτικά- σχόλια σχετικά με τα δικαιώματα των τουρκοκυπρίων και τις γεωτρήσεις.  

Τη στιγμή που η Ευρώπη -σύμφωνα με δηλώσεις της γερμανίδας καγκελαρίου- είναι έτοιμη να στηρίξει οικονομικά περαιτέρω την Τουρκία, ώστε να φιλοξενήσει τον μεγάλο αριθμό προσφύγων και μεταναστών που επιθυμούν διακαώς να εισέλθουν μέσω χερσαίων και θαλάσσιων οδών στα ευρωπαϊκά εδάφη, μπορούμε να κάνουμε δύο υποθέσεις: είτε οι χώρες της γηραιάς ηπείρου διατηρούν, για άγνωστους λόγους, την εντύπωση ότι συνδιαλέγονται με μια χώρα που κινείται σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, είτε η ανεξέλεγκτη ροή προσφύγων και μεταναστών, όπως απειλεί ανοικτά η τουρκική πλευρά, είναι τόσο αδύνατο να διαχειριστεί από τα ευρωπαϊκά κράτη, ώστε προκειμένου να την αποφύγουν, προτιμούν να ενισχύουν συνεχώς την τουρκική οικονομία. Αξίζει να σημειώσουμε πως η Ευρώπη έχει ήδη καταβάλει στη γείτονα το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 5,6 δις, στο πλαίσιο τήρησης της Συμφωνίας Τουρκίας-ΕΕ (2016). Η Γερμανία και άλλες χώρες, κράτη-μέλη της ΕΕ, είχαν δεχτεί, μετά από πιέσεις, πρόσφυγες στα εδάφη τους, κάτω όμως από εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως χώρες οι οποίες αρνήθηκαν να δεχτούν πρόσφυγες (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία) παραπέμφθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, χωρίς όμως να γίνει τελική «ισοκατανομή του βάρους» των προσφυγικών ροών, όπως ζήτησε η γενική εισαγγελέας.Στο τέλος των συζητήσεων πάντως η Τουρκία υιοθετεί προφίλ «στοργικού πατέρα» που δίνει «δεύτερη ευκαιρία» στην Ευρώπη, ώστε να αντιληφθεί τα «λάθη» της και να αποσύρει τις «ιστορικές ανακρίβειες» που έχουν ειπωθεί εις βάρος της. Τόσο ο τούρκος ΥΠΕΞ, όσο και ο τούρκος αντιπρόεδρος θεωρούν πως δεν υπάρχουν λόγοι να ανοίξουν νέοι κύκλου συζητήσεων περί διαχείρισης της κατάστασης στην ανατολική Μεσόγειο, αφού η Ευρώπη δεν κινείται προς τη «σωστή”» (ή μάλλον επιθυμητή) κατεύθυνση. 

Την ίδια στιγμή που η Τουρκία προβάλλει ένα προφίλ δυνατού και κυρίαρχου παίκτη και ενώ αντλεί οικονομικά οφέλη τόσο από την Ανατολή όσο και από τις διεκδικήσεις της από τη Δύση, υπάρχουν σοβαρά εσωτερικά οικονομικά προβλήματα, τα οποία συνειδητά επιλέγει να αφήσει ασχολίαστα, αποτραβώντας τα από τη διεθνή προσοχή. Δυστυχώς για τον τουρκικό λαό, ενώ ο Ερντογάν φλερτάρει με τον τίτλο του «Ατατούρκ» (πατέρας των Τούρκων) και όλοι τον θεωρούν μεγάλο ευεργέτη των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, οι Τούρκοι αντιμετωπίζουν τόσο σοβαρά οικονομικά προβλήματα που οι ομαδικές αυτοκτονίες ολόκληρων οικογενειών με υδροκυάνιο διαδέχονται η μια την άλλη. Αυτά ακριβώς τα οικονομικά προβλήματα αποτελούν ένα διαπραγματευτικό χαρτί για την γερμανίδα καγκελάριο η οποία είναι πρόθυμη, μέσω της αυξημένης επιρροής της στην ΕΕ, να υποστηρίξει την οικονομική ενίσχυση της Τουρκίας προκειμένου η τελευταία να κρατήσει πρόσφυγες και μετανάστες στα εδάφη της. Όπως και να έχει, η Τουρκία δε δείχνει να έχει καμία διάθεση υποχώρησης από τη σκακιέρα της ενέργειας, στην οποία και για να αποκτήσει εξοπλισμό και για να μπει, ξόδεψε υπέρογκα ποσά. Με πρόσφατες εκτιμήσεις, μόνο η παρουσία των πλωτών γεωτρύπανων κοστίζει 100.000 δολάρια την ημέρα ανά γεωτρύπανο, τη στιγμή που η οικονομία της Τουρκίας δεν θα μπορέσει να υποστηρίξει ούτε στο ελάχιστο ένα πιθανό ενδεχόμενο αποτυχίας των επιχειρήσεων αυτών. Ο Ερντογάν έχει πάρει λοιπόν, ένα εξαιρετικά μεγάλο ρίσκο και μια πιθανή αποτυχία ίσως αποδειχθεί πολιτικά και οικονομικά μοιραία. Παρόλα αυτά, όπως όλα δείχνουν, ένα τέτοιο σενάριο δεν αποτελεί επιλογή για τον Τούρκο Πρόεδρο.

Η Μέρκελ φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική κατευνασμού, καθώς το ζήτημα με το προσφυγικό/μεταναστευτικό δείχνει πως πολύ σύντομα θα αποτελέσει πρόβλημα για όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες. Σύντομα τα σύνορα της Ελλάδας δε θα είναι σε θέση να περιορίσουν το πλήθος τον προσφύγων/μεταναστών που έχουν καταφθάσει από τις τουρκικές ακτές. Η Τουρκία δε δείχνει να έχει πρόβλημα με το προσφυγικό/μεταναστευτικό, καθώς δεν προσπαθεί να χειριστεί το θέμα με σεβασμό στις ανθρώπινες και ευρωπαϊκές αξίες, αντίθετα το χρησιμοποιεί καθαρά ως μοχλό πίεσης για τις διεκδικήσεις της, ανοίγοντας και κλείνοντας τη στρόφιγγα των ροών. Η ελληνική πλευρά αντίθετα, έχει επιλέξει να στεγάσει, να φροντίσει και να προωθήσει νόμιμα όλους όσοι έχουν εισέλθει στη χώρα, σεβόμενη το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ουσιαστική βοήθεια ώστε να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του, δεν έχει δοθεί από την ΕΕ. Λύση δε θα αποτελέσει η ισοκατανομή των προσφύγων/μεταναστών στις υπόλοιπες χώρες. Αυτό θα αποτελέσει μια προσωρινή (;) ανακούφιση της ελληνικής πλευράς. Λύση θα δοθεί με το τέλος των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη. Μικρή σημασία έχει αν τα κίνητρα της Γερμανίας είναι ανθρωπιστικά ή ιδιοτελή. Σημασία έχει ότι έχουμε απέναντι μας μια χώρα που ασκεί συμφεροντολογική, για να το θέσουμε κομψά, μεταναστευτική πολιτική και μια Ευρώπη, η οποία θεωρεί πως θα λυθεί το ζήτημα με επιχειρήματα και ευρωπαϊκά δεδομένα διαπραγμάτευσης.Ο Ερντογάν αν και στην αρχή της πρώτης ακόμα θητείας του είχε δείξει να ενδιαφέρεται για τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας, πλέον συμπεριφέρεται σχεδόν εκδικητικά, σαν να υπάρχει κάτι (πιθανότατα σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ) που να αγνοεί ο μέσος πολίτης. Αν υποθέσουμε ότι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι έδρες που αναλογούν σε κάθε χώρα είναι ανάλογες με τον πληθυσμό που αυτές έχουν, μπορούμε όλοι να καταλάβουμε τι θα σήμαινε η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πόσο αυτό θα δυσχέραινε τη θέση των σύγχρονων «μεγάλων δυνάμεων». Η Γερμανία, με πληθυσμό 82,79 εκ. (στοιχεία για το 2018) κατέχει 96 έδρες, από τις σημερινές 751 (καθώς οι θέσεις θα μειωθούν σε 705 μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου). Η Τουρκία, με πληθυσμό 80,81 εκ., θα ήταν ο βασικός της «αντίπαλος», αφού η αμέσως επόμενη χώρα σε πληθυσμό (και έδρες) με σημαντική διαφορά από την Γερμανία είναι η Γαλλία, με 66,99 εκ. (στοιχεία 2019). 

Ίσως η ΕΕ είναι αναγκασμένη -κατά βάθος- να λύσει ένα μέρος του οικονομικού προβλήματος της Τουρκίας, αν θέλει να διακοπεί η προσφυγική/μεταναστευτική ροή. Μέχρι σήμερα δεν είχε καταστεί αναγκαία για την ΕΕ η επίλυση του θέματος, εν μέρει και λόγω της διπλωματικής ανεπάρκειας της Ελλάδας. Δεδομένου όμως ότι πλέον η Ελλάδα έχει εμφανώς ξεπεράσει τις αντοχές της και προσπαθεί να θέσει και την Ευρώπη προ των ευθυνών της, φαίνεται πως η ΕΕ, χρηματοδοτώντας την Τουρκία επιδιώκει να «πιάσει περισσότερες μύγες με το μέλι».


Δέσποινα Κάντα, Αρχισυντάκτρια Πολιτικών

Η Δ. Κάντα είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης, μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Διοίκησης Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας με Διεθνή Προσανατολισμό (MBA TQM Int.), του Πανεπιστημίου Πειραιά και υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc στο πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization (EPLO). Παράλληλα, εργάζεται σε διοικητικές θέσεις και ως εξωτερικός συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου των σπουδών της. Στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση ενός διδακτορικού και η απασχόληση της σε φορείς του αντικειμένου της.