Της Συμέλας Θεοδοσιάδου, 

Η Βουλή είναι ένα άμεσο κρατικό όργανο, συλλογικό, πολυμελές και αντιπροσωπευτικό του εκλογικού σώματος, από το οποίο τα μέλη της εκλέγονται. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγεται είναι 300, ενώ βάσει του άρθρου 51§1 του Συντάγματος (εφεξής «Σ») αυτός ο αριθμός καθορίζεται με νόμο και μπορεί να κυμαίνεται από 200 κατ’ ελάχιστο αριθμό βουλευτές έως και 300. Το Κοινοβούλιο ως όργανο αποτελεί έκφανση της δημοκρατικής αρχής του πολιτεύματος, καθώς συντελεί στη λειτουργία της έμμεσης δημοκρατίας, που ασκείται δια των αντιπροσώπων του λαού -ήτοι τους βουλευτές- με το έργο τους. Ταυτόχρονα, είναι και το θεμέλιο της αντιπροσωπευτικής αρχής, καθώς λαμβάνει άμεση λαϊκή νομιμοποίηση από το εκλογικό σώμα -ανώτατο όργανο του κράτους- που μέσω των εκλογών αναδεικνύει το βουλευτικό σώμα. Όσον αφορά τη θέση της στη σύνταξη της Πολιτείας, βάσει του άρθρου 26§1 Σ, η Βουλή είναι κατά κύριο λόγο αλλά όχι αποκλειστικώς επιφορτισμένη με την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας.

Σε ποιες περιπτώσεις, λοιπόν, επέρχεται η διάλυση του βουλευτικού σώματος και η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη νέας Βουλής;

Αρχικώς, η φυσική πορεία της βουλευτικής θητείας περιγράφεται στο άρθρο 53§1 Σ. Σύμφωνα, επομένως, με τη συνταγματική αυτή διάταξη, καταρχάς η βουλευτική περίοδος λήγει με την παρέλευση της τετραετίας από την ημέρα διεξαγωγής των γενικών εκλογών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (εφεξής «ΠτΔ») σε αυτήν την περίπτωση, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 35§2 στ. γ’ Σ) κηρύσσει την διάλυση της Βουλής και διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών εντός 30 ημερών, για να αναδειχθεί και συγκροτηθεί εκ νέου το βουλευτικό σώμα. Ωστόσο, στην Ελλάδα ιστορικά η τετραετής βουλευτική περίοδος δεν έχει εξαντληθεί πολλές φορές, ενώ είθισται να επέρχεται η διάλυση της Βουλής νωρίτερα από την προβλεπόμενη εκ του Συντάγματος βουλευτική περίοδο.Ο θεσμός της διάλυσης της Βουλής, δηλαδή του πρόωρου τερματισμού των εργασιών του βουλευτικού σώματος πριν τη λήξη της τετραετίας, προβλέπεται καταρχήν στο Σύνταγμα ρητώς. Πιο συγκεκριμένα, η «συνταγματικώς υποχρεωτική» διάλυση του βουλευτικού σώματος συνάγεται εκ των άρθρων 32§4 εδ.α Σ, 41§5 Σ, τα οποία αναφέρονται στην αδυναμία ανάδειξης κι εκλογής νέου ΠτΔ κατά τις κείμενες συνταγματικές διαδικασίες. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον εξαντληθούν ανεπιτυχώς οι ψηφοφορίες, όπως έχουν αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο εκτενώς επέρχεται η διάλυση της Βουλής και διενεργούνται γενικές βουλευτικές εκλογές, ώστε το νέο βουλευτικό σώμα που θα συγκροτηθεί να αναδείξει κατά πρώτο λόγο με την ανάληψη των καθηκόντων του νέο ΠτΔ.

Το Σύνταγμα προβλέπει επίσης διάλυση της Βουλής στο άρθρο 41§1 εδ.α Σ. Σε αυτήν την περίπτωση η Βουλή διαλύεται με την ονομαζόμενη «προεδρική πρωτοβουλία». Πιο συγκεκριμένα, ο ΠτΔ, δύναται δυνάμει του παραπάνω άρθρου να διαλύσει το Κοινοβούλιο, όταν έχουν καταψηφιστεί ή παραιτηθεί (σημ: η παραίτηση πρέπει να υποβληθεί από την Κυβέρνηση ως σώμα κι όχι ατομικά μόνο από τον Πρωθυπουργό) από το συγκεκριμένο εν ενεργεία -υποθετικά- βουλευτικό σώμα, δύο Κυβερνήσεις. Η σύνθεση της Βουλής εν όψει και της σχέσης της με την Κυβέρνηση φαίνεται εν προκειμένω να αδυνατεί να εξασφαλίσει την κυβερνητική σταθερότητα και την απαιτούμενη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη. Επομένως, με τη διάλυση της Βουλής, ο ΠτΔ προσδοκεί την ανάδειξη νέας Βουλής, η οποία θα επιφέρει και την κυβερνητική ομαλότητα. Η περίπτωση αυτή της διάλυσης του βουλευτικού σώματος, εντούτοις, δεν έχει βρει εφαρμογή ακόμα, καθώς οι προϋποθέσεις που τίθενται είναι αρκετά αυστηρές, αλλά και γιατί δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του ΠτΔ.

Τέλος, η διάλυση της Βουλής μπορεί να είναι απότοκο «κυβερνητικής πρωτοβουλίας», στην οποία προβαίνει η Κυβέρνηση, εκτιμώντας την πολιτική συγκυρία σε συνδυασμό με τη μη αποτελεσματική σύνθεση της Βουλής. Η κυβερνητική πρωτοβουλία μπορεί να οδηγήσει είτε σε αιτιώδη είτε σε αναιτιώδη διάλυση της Βουλής. Η αιτιώδης διάλυση προβλέπεται στο άρθρο 41§2 Σ. Ο δικαιολογητικός λόγος της διάλυσης αυτής είναι η ανανέωση της λαϊκής εντολής, ώστε η νέα Βουλή και κατ’ επέκταση η Κυβέρνηση που θα προκύψει να έχει νωπή λαϊκή νομιμοποίηση για να προβεί στην αποτελεσματική διευθέτηση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Δεν προβλέπεται εκ νέου διάλυση της Βουλής για το ίδιο θέμα βάσει του 41§2 εδ.β Σ. Προϋπόθεση -η οποία εξετάζεται από τον ΠτΔ- για τη νόμιμη αιτιώδη διάλυση είναι: η Κυβέρνηση που προβαίνει στη διάλυση να έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από την υπό διάλυση Βουλή, ενώ εξετάζεται και κατά πόσο τη χρονική στιγμή που προβαίνει στη διάλυση συνεχίζει να φέρει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη.Τέλος, η αναιτιώδης διάλυση της Βουλής με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης υφίσταται δυνάμει των άρθρων 38§1 εδ.γ Σ και 37§3 εδ.γ. Σ συνδυαστικά. Πιο αναλυτικά, σε αυτήν την περίπτωση η Κυβέρνηση που προβαίνει στη διάλυση της Βουλής, στηρίζεται σε μονοκομματική απόλυτη πλειοψηφία· η ύπαρξη αυτής της πλειοψηφίας είναι και η προϋπόθεση για την αναιτιώδη διάλυση. Η Κυβέρνηση, λοιπόν, απαλλάσσεται από τα καθήκοντά της, γιατί παραιτείται: είτε συλλογικά ως Υπουργικό Συμβούλιο, είτε ατομικά ο Πρωθυπουργός. Η παραίτηση αυτή οδηγεί στη διαδικασία του άρθρου 37§2-4 Σ, με υποστηριζόμενη ως ορθότερη εκδοχή την απευθείας εφαρμογή της δεύτερης φάσης της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών, με σκοπό τον σχηματισμό οικουμενικής εκλογικής κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση, επίσης, παύεται από τα καθήκοντά της στην περίπτωση που η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά την οριζόμενη στο άρθρο 84 Σ διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή πάλι θα ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 37Σ. Σκοπός εν προκειμένω είναι ο σχηματισμός οικουμενικής ή υπηρεσιακής Κυβέρνησης, για τη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών, εφόσον το βουλευτικό σώμα διαλύεται λόγω της αδυναμίας ανάδειξης κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αναπτύχθηκαν άνωθεν, ο θεσμός της διάλυσης της Βουλής υφίσταται με σκοπό τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του οργάνου της, κατά κύριο λόγο. Αυτό σημαίνει ότι διαλύεται στις εκ του Συντάγματος οριζόμενες περιπτώσεις, γιατί τεκμαίρεται από τα δεδομένα ότι η συγκεκριμένη σύνθεση του Κοινοβουλίου δε δύναται να επιτελέσει ορθώς τις συνταγματικές της αρμοδιότητες. Διαλύεται επίσης και από την Κυβέρνηση, όταν γίνεται εμφανές ότι η συγκεκριμένη σύνθεση του Κοινοβουλίου θα σταθεί περισσότερο τροχοπέδη παρά σύμμαχος στο κυβερνητικό έργο. Διαφαίνεται συλλήβδην η σημασία της Βουλής στη λειτουργία της πολιτειακής οργάνωσης και στη σύνδεσή της με τα άλλα όργανα του κράτους, όπως είναι ο ΠτΔ αλλά και η Κυβέρνηση και στην εξάρτηση των οργάνων αυτών από τη Βουλή.


Πηγές

Συμέλα Θεοδοσιάδου

Γεννηθείσα το 1996, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες, κατέχει άριστη γνώση της αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο. Μέσα από την αρθρογραφία, ευελπιστεί ότι θα κατανοήσει, διευρύνει κι ερευνήσει περαιτέρω το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο, ανάμεσα στις ασχολίες της, ξεχωρίζει τη δραστηριοποίησή της ως ενεργού μέλους φοιτητικού πολιτιστικού συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει στο εγχείρημα του OffLine Post αρθρογραφώντας κυρίως με νομικό άξονα.