Της Σοφίας Χρηστακίδου,

Στα προηγούμενα μέρη της σειράς είδαμε πώς ακριβώς λειτουργούν οι τράπεζες και ποιους κινδύνους αντιμετωπίζουν. Ο λόγος που το κάναμε αυτό ήταν για να καταλάβουμε για ποιο λόγο μας είναι χρήσιμες και γιατί χρειάζονται τις ανακεφαλαιοποιήσεις κατά καιρούς. Εξετάσαμε επίσης την βασική ιδέα πίσω από τις δύο κύριες μεθόδους ανακεφαλαιοποίησης που ακολουθούνται συνήθως και είδαμε κάποιες από τις μεγαλύτερες παρεμβάσεις για την διάσωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην ιστορία.

Είχαμε αναφέρει επίσης ότι όταν δεν παρεμβαίνει το κράτος για να διασώσει ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή μία μεγάλη επιχείρηση που κινδυνεύει, τότε αυτό οδηγείται σε χρεοκοπία. Το μέγεθος των επιπτώσεων από μία τέτοια χρεοκοπία εξαρτάται κυρίως από το μέγεθος της επιχείρησης υπό εξέταση και από τον βαθμό διείσδυσης της τελευταίας σε μία οικονομία.

Αφού, λοιπόν, εξετάσαμε κάποιες από τις μεγαλύτερες διασώσεις ιστορικά θα ήταν χρήσιμο να κλείσουμε αυτή τη σειρά με μία μεγάλη ιστορική χρεοκοπία: αυτή της Lehman Brothers. Η αμερικανική κυβέρνηση είχε αποφασίσει τότε να μην διασώσει την εν λόγω τράπεζα κατά την διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, αλλά αντίθετα να διοχετεύσει τους πόρους που θα χρησιμοποιούσε για την ανακεφαλαιοποίησή της στην διάσωση άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και συστημικών επιχειρήσεων που βρίσκονταν εκείνη την περίοδο σε κίνδυνο.

Τα αποτελέσματα της κατάρρευσης της Lehman Brothers έφεραν το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η επενδυτική αυτή τράπεζα δεν είχε μεγάλο βαθμό διείσδυσης μόνο στην αμερικανική οικονομία, αλλά ήταν επίσης άρρηκτα συνδεδεμένη και με άλλες τράπεζες και επιχειρήσεις ανά τον κόσμο. Ως επακόλουθο πολλά κράτη πέρασαν σε ύφεση, την οποία προσπαθούν να ξεπεράσουν μέχρι και σήμερα. Ένα από αυτά είναι και η Ελλάδα.

An employee poses for photographers with part of a Lehman Brothers company sign at Christie’s auction house in London on September 24, 2010. The sign will be sold as part of the ‘Lehman Brothers: Artwork and Ephemera’ sale in London on September 29. AFP PHOTO / BEN STANSALL (Photo credit should read BEN STANSALL/AFP/Getty Images)

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Lehman Brothers: Η 4η Μεγαλύτερη Επενδυτική Τράπεζα των ΗΠΑ

Η Lehman Brothers είναι μία τράπεζα με πολύ μεγάλη ιστορία ανά τους αιώνες, η οποία ξεκινάει ως εξής: ο εικοσιτριάχρονος Henry Lehman μετακομίζει από το Rimpar της Βαυαρίας (Γερμανία) στο Montgomery της Alabama στην Αμερική και λίγο μετά την εγκατάστασή του εκεί, ανοίγει το 1844 ένα υφασματάδικο.

Λίγα χρόνια μετά, το 1847, μετακομίζει στο ίδιο μέρος και ο αδερφός του Emanuel και η επιχείρηση αλλάζει όνομα και γίνεται H. Lehman and Bro. Το 1850 μεταναστεύει και ο τρίτος αδερφός της οικογένειας ο Meyer Lehman και η επιχείρηση αποκτά το όνομα Lehman Brothers. Τα αδέλφια Lehman άρχισαν να αποδέχονται πληρωμές σε βαμβάκι για τα είδη που πουλούσαν και με τον τρόπο αυτό ξεκίνησαν σταδιακά μία δεύτερη επιχείρηση εμπορίας βάμβακος. Το βαμβάκι ήταν από τα πιο βασικά αγαθά εκείνη την εποχή και μεγάλο μέρος της παραγωγής πραγματοποιούνταν στην περιοχή που ήταν εγκατεστημένη και η επιχείρηση.

Το 1858 όμως το κέντρο εμπορίας και μεταποίησης του βαμβακιού μετατοπίστηκε στη Νέα Υόρκη. Την ίδια περίοδο η επιχείρηση άνοιξε το πρώτο της υποκατάστημα στην περιοχή.

Το 1862 η Lehman Brothers συμμαχεί με τον έμπορο βάμβακος John Durr προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του αμερικάνικου εμφυλίου, ενώ βοήθησε αργότερα και στην ανακατασκευή της Alabama. Λίγα χρόνια μετά το 1870 τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας μεταφέρονται στη Νέα Υόρκη. Η Lehman υπήρξε από τους πρώτους παράγοντες που βοήθησαν στην ίδρυση του χρηματιστηρίου βάμβακος της Νέας Υόρκης. Το 1883 γίνεται επίσης μέλος του Χρηματιστηρίου Καφέ και το 1887 γίνεται πλέον μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών της Νέας Υόρκης. Κάπως έτσι η Lehman Brothers άρχισε να μετατρέπεται από υφασματάδικο σε επενδυτική τράπεζα.

Κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1930 η εταιρεία επικέντρωσε τις δραστηριότητές της σε επιχειρηματικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου (Venture Capitals ή όπως είναι ευρέως γνωστά VCs) ενώ το χρηματιστήριο ανέκαμπτε σταδιακά όσο περνούσαν τα χρόνια. Φτάνοντας στο 1972, βρίσκουμε την Lehman να αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες. Για τον λόγο αυτό το 1973 την διοίκησή της αναλαμβάνει ο Pete Peterson. Υπό την ηγεσία του η επιχείρηση γίνεται η 4η μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα των ΗΠΑ.

Πριν αναλάβει ο Peterson, η Lehman Brothers είχε σημαντικές λειτουργικές ζημίες. Όταν λοιπόν άλλαξε η ηγεσία, η τράπεζα πέρασε σε 5 συνεχή έτη κερδών και είχε έναν από τους υψηλότερους δείκτες ROE (ένας από τους βασικούς αριθμοδείκτες που μετρούν την απόδοση των Ιδίων Κεφαλαίων) του κλάδου.

Όμως την ίδια χρονιά ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των τραπεζιτών και των λεγόμενων traders που δραστηριοποιούνταν εντός της Lehman. Οι traders είναι οι άνθρωποι που εμπορεύονται χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις (π.χ. μετοχές και άλλα χρεόγραφα) είτε για λογαριασμό τρίτων είτε για ίδιον όφελος. Η διαφορά τους με τους επενδυτές είναι ότι οι τελευταίοι πραγματοποιούν τοποθετήσεις μικρής διάρκειας, ενώ οι επενδυτές στοχεύουν σε οφέλη μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Οι traders ανάγκασαν τον Peterson να προάγει ως «συμπρόεδρό» του τον Lewis Glucksman, καθότι ήταν και εκείνοι που προσέφεραν τα περισσότερα έσοδα.

Το 1983 ο Glucksman επιβάλλεται ως πρόεδρος και οι τραπεζίτες αποχωρούν. Στην συνέχεια η American Express αγοράζει την Lehman καθότι η τελευταία είχε αποκτήσει ένα χρέος της τάξεως των $360 εκατομμυρίων και Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας γίνεται ο Peter Cohen. To 1986 η τράπεζα εισέρχεται στο χρηματιστήριο του Λονδίνου και το 1988 εισέρχεται στο χρηματιστήριο του Τόκιο.

Το 1994 η τράπεζα ξαναγίνεται ανεξάρτητη μέσω της δημόσιας προσφοράς των μετοχών της που πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά και η Lehman ξαναρχίζει την αγοραπωλησία αξιών στα χρηματιστήρια της Νέας Υόρκης και του Ειρηνικού. Φτάνοντας στο 2001 η τράπεζα αντιμετώπιζε πιέσεις για μείωση του κόστους. Αντί για απολύσεις η λύση που ακολουθήθηκε ήταν η μείωση των αμοιβών των υπαλλήλων.

Το 2003 η Lehman εξαγοράζει την The Crossroads Group, μία επενδυτική εταιρεία που ασχολούνταν κυρίως με venture capital και equity funds. Μετά την χρεοκοπία της Lehman, η εταιρεία πέρασε στην Neuberger Berman.

Το 2007 η τράπεζα παρουσίαζε ιδιαίτερα θετικές ενδείξεις όσον αφορά τα καθαρά της έσοδα και τα κέρδη ανά κοινή μετοχή, ενώ παράλληλα είχε τον μεγαλύτερο όγκο αγοραπωλησιών στο χρηματιστήριο του Λονδίνου για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε στην πτώση μίας τόσο μεγάλης τράπεζας με ιστορία 158 χρόνων;

Η Αγορά των Στεγαστικών Δανείων

Η αγορά των δανείων υψηλού κινδύνου άρχισε να αναπτύσσεται στην Αμερική κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Με τον όρο «δάνεια υψηλού κινδύνου» εννοούμε τον δανεισμό κεφαλαίων σε ανθρώπους με χαμηλότερα ή και καθόλου εισοδήματα και τις περισσότερες φορές χωρίς περιουσιακά στοιχεία.

Ο σκοπός που άρχισαν να παρέχονται αυτά τα δάνεια ήταν για να μπορέσουν και τα φτωχότερα στρώματα να έχουν πρόσβαση σε αγαθά όπως η πανεπιστημιακή μόρφωση ή η αγορά ενός σπιτιού, όπως υπαγόρευε εκείνη την εποχή το «αμερικανικό όνειρο».

Καθώς όμως άρχισαν να παρέχονται τέτοια δάνεια άρχισε να αναπτύσσεται παράλληλα και μία ολόκληρη αγορά δανείων, στην οποία οι τράπεζες, οι επενδυτές και διάφορα funds μπορούσαν να πουλήσουν και να αγοράσουν δάνεια.

Το αποτέλεσμα αυτών των συναλλαγών ήταν αρχικά ιδιαίτερα ευεργετικά τόσο για τους επενδυτές όσο και για το ευρύ κοινό. Τα μεσαία στρώματα είχαν αποκτήσει σταδιακά πρόσβαση σε φθηνά κεφάλαια και μπορούσαν να αυξήσουν κατά πολύ περισσότερο την ευημερία τους, ενώ από την άλλη οι επενδυτές πολλαπλασίαζαν τα κέρδη τους και μπορούσαν να επεκτείνουν περισσότερο τις δραστηριότητές τους.

Η πορεία της συγκεκριμένης αγοράς ήταν συνεχώς ανοδική και έφτασε στο μέγιστο σημείο της περίπου στα μέσα του 2000, ενώ η μεγαλύτερη αγορά ήταν αυτή των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου.

Το 1997 η Lehman άρχισε να επεκτείνεται στον τομέα των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου. Εξαγοράζοντας κάποιους από τους μεγαλύτερους δανειοδότες της Αμερικής απέκτησε δυναμική παρουσία στον κλάδο, ενώ το 2003 ήταν ήδη τρίτη στον δανεισμό στην Αμερική.

Προκειμένου να εξαπλώσει τις δραστηριότητές της όμως σε τόσο μεγάλο βαθμό η Lehman χρησιμοποίησε πολύ υψηλό βαθμό μόχλευσης.

Η Μόχλευση

Η μόχλευση βγαίνει από την λέξη μοχλός και στην ουσία αναφέρεται στον δανεισμό κεφαλαίων προκειμένου να μπορέσει κάποιος να αυξήσει τις αποδόσεις που αποκομίζει από μία επιχειρηματική δραστηριότητα. Δηλαδή το χρέος λειτουργεί σαν μοχλός προκειμένου να «σηκωθούν» οι αποδόσεις μίας επένδυσης.

Για παράδειγμα ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει 100€ και με αυτά αγοράζει 50 μετοχές που κοστίζουν 2€ η κάθε μία. Αν υποθέσουμε επίσης ότι η τιμή των μετοχών ανεβαίνει στα 4€, τότε το άτομο που τις αγόρασε μπορεί να τις πουλήσει και να εισπράξει 200€, αποκομίζοντας έτσι 100€ κέρδος.

Αν όμως ο άνθρωπος αυτός έχει 100€ από τα δικά του χρήματα και δανειστεί και άλλα 10€ τότε μπορεί να αγοράσει 50 μετοχές των 2€ από τα δικά του κεφάλαια συν άλλες 5 μετοχές με την ίδια τιμή από τα κεφάλαια που δανείστηκε. Αν υποθέσουμε ξανά ότι η τιμή των μετοχών ανεβαίνει στα 4€ τότε τα έσοδα που αποκομίζει είναι 50 x 4 = 200€ από τα δικά του λεφτά που επένδυσε στις μετοχές αυτές και επιπλέον άλλα 5 x 4 = 20€ από τα λεφτά που δανείστηκε και επίσης επένδυσε στις εν λόγω μετοχές. Δηλαδή, συνολικά ο άνθρωπος αυτός εισπράττει 220€. Αν αφαιρέσουμε το αρχικό κεφάλαιο που επένδυσε, δηλαδή τα 100€ και το κεφάλαιο που δανείστηκε, δηλαδή τα 10€ έχουμε 110€ κέρδος. Αν, δε, υποθέσουμε ότι ο δανειστής θέλει και έναν τόκο της τάξης του 5% π.χ. τότε το κέρδος γίνεται 220 – (100+10 x 5%+10) = 220 – 100.5 = 119.5€. Στην περίπτωση εκείνη, δηλαδή, ο άνθρωπος αυτός με το κεφάλαιο που δανείστηκε κέρδισε επιπλέον 19.5€.

Η μόχλευση είναι μία αμφιλεγόμενη πρακτική που ακολουθείται, όμως, διεθνώς. Γενικά δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς μόχλευση και δανεισμό. Τόσο τα κράτη όσο και οι εταιρείες δανείζονται προκειμένου να μπορέσουν να αναπτυχθούν και να προλάβουν τον ανταγωνισμό. Θα πρέπει όμως να τηρούνται κάποια standards και οι πρακτικές αυτές να ακολουθούνται μέσα σε κάποια λογικά πλαίσια, καθώς η υπερβολική μόχλευση ήταν η κύρια αιτία που συνέβαλε στην κατάρρευση ή στην ανάγκη για διάσωση των περισσότερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων κατά την διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Η μόχλευση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη πρακτική όταν δεν εφαρμόζεται σωστά, καθώς πολλαπλασιάζει τόσο τα κέρδη όσο και τις ζημίες.

Διάβασε στο επόμενο άρθρο ποιος ήταν ο καταλυτικός παράγοντας που συνέβαλε στην κατάρρευση της τράπεζας και ποιοι ήταν οι (ανεπιτυχείς) χειρισμοί που έκαναν οι άνθρωποι της Lehman Brothers για να αποφύγουν την χρεοκοπία.


Σοφία Χρηστακίδου, Αρχισυντάκτρια Ραντάρ Αναπτυσσόμενων Χωρών

Είναι απόφοιτος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών, ΔΠΘ. Ασχολείται ενεργά με την επιχειρηματικότητα και την τεχνολογία. Έχει συμμετάσχει σε πολλές πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν νεοφυείς επιχειρήσεις στα πρώτα τους βήματα, ενώ έχει εργαστεί στον τομέα της Συμβουλευτικής. Από την 1η Οκτωβρίου 2020 είναι αρχισυντάκτρια του project «Ραντάρ Αναπτυσσόμενων Χωρών».