Του Θάνου Κουλουβάκη,

Την 21 Απριλίου του 1967 η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα Χουντικό Καθεστώς, το οποίο κατέλαβε την εξουσία με πραξικοπηματικό τρόπο· το πραξικόπημα ξεκίνησε μία τριανδρία η οποία αποτελείτο από ανώτερους αξιωματικούς του στρατού. Τα ονόματα αυτών ήταν Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος. Σαφέστατα, πολλοί ήταν εκείνοι που εναντιώθηκαν στο επιβληθέν καθεστώς που με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε, εκτοπίζοντας, φυλακίζοντας ακόμη και δολοφονώντας τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Παρότι επί χρόνια οι αναταραχές πραγματοποιούνταν μέσα από πολλές δυσκολίες, το 1973 ο αντιδικτατορικός αγώνας κλιμακώθηκε μέσω των φοιτητών και δεν άργησε να σημειωθούν πανομοιότυπες αντιστασιακές δράσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Τη σημερινή ημέρα, την δέκατη έβδομη μέρα του Νοέμβρη το 1973, μπορούμε, αναμφίβολα, να την θεωρήσουμε ένα σύμβολο για τον αντιδικτατορικό αγώνα, τον οποίο έδωσαν χιλιάδες άνθρωποι· η μέρα αυτή σηματοδότησε την αρχή της πτώσης της δικτατορίας. 

Είναι εύλογο, εν τούτοις, να αναφέρουμε μερικά γεγονότα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του αγώνα που αναφέρουμε. Ήδη από τις 14 Νοεμβρίου – μερικές μέρες πριν την εισβολή της 17ης Νοέμβρη – φοιτητές κατέλαβαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο καθεστώς που είχε επιβληθεί έξι χρόνια νωρίτερα, έχοντας σειρά αιτημάτων με κυριότερο την επιστροφή στη δημοκρατική τάξη. Ξεκίνησαν, μάλιστα, να λειτουργούν έναν αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό, που εξέπεμπε εντός του ακαδημαϊκού συγκροτήματος και η διαχείριση του βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια των φοιτητών και των φοιτητριών. 

Σαφώς, από τις 14 μέχρι και την τρίτη πρωινή της 17ης Νοέμβρη, συλλαλητήρια έλαβαν χώρα στην Αθήνα· ενώ, ήδη από το προηγούμενο διάστημα, πυρήνες αντίστασης είχαν δημιουργηθεί και σε άλλες επαρχιακές πόλεις. Ήταν έκδηλο ότι ο λαός δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου και ότι η λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος μέσω της πρωθυπουργίας του Σπύρου Μαρκεζίνη δεν θα γινόταν ανεχτή από τον κόσμο, η αντίδραση του οποίου ξεκίνησε να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. 

Οι διαμάχες στους δρόμους μεταξύ των αστυνομικών και των διαδηλωτών είχαν αυξηθεί ραγδαία αυτές τις ημέρες και τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου ένα στρατιωτικό άρμα εισέβαλε εντός του Πολυτεχνείου, συνέτριψε την κεντρική είσοδο και δε δίστασε να τραυματιστεί σοβαρά φοιτητές που βρίσκονταν εντός του εν λόγω χώρου. Παράλληλα, στρατιωτικές δυνάμεις υπήρχαν στο χώρο εκτός του Ιδρύματος, ενώ ομάδες της αστυνομίας από ταράτσες γειτονικών κτιρίων δε δίσταζαν να ανοίγουν πυρ εναντίον των φοιτητών τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο κατά την έξοδο τους από το Πολυτεχνείο· αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία αρκετών πολιτών. 

Όλα τα παραπάνω ίσως φαντάζουν μακρινά και ακούγονται απλώς σαν μία ιστορία. Όμως, είναι εύλογο να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι συζητάμε για γεγονότα που συνέβησαν μόλις 46 χρόνια πριν. Αυτό καλό είναι να το έχουμε κατά νου, όχι για να τρομοκρατούμε τους εαυτούς μας – κάτι που δεν είναι ωφέλιμο αν μη τι άλλο· αλλά για να αναγνωρίζουμε τη θυσία των ανθρώπων που αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας με όλη τους τη δύναμη και το πλήρωσαν ακόμη και με τη ζωή τους. 

Το Πολυτεχνείο δεν αποτελεί μια ιστορία την οποία πρέπει να μαθαίνουμε για να αποκτήσουμε μερικές περαιτέρω γνώσεις. Αποτελεί το σύμβολο της αντίστασης ενάντια στο φόβο, στην καταστολή της εξουσίας, στην καταπίεση και στην έλλειψη ελευθερίας. Αποτελεί το προοίμιο της ανατροπής ενός καθεστώτος, που μονάχα καταστροφικές συνέπειες προξένησε επί επτά και πλέον χρόνια στην χώρα και τους πολίτες. Αυτή η μέρα, λοιπόν, πρέπει να γιορτάζεται ως ημέρα αντίστασης· να γιορτάζεται για να αποδίδουμε φόρο τιμής σε όλους και όλες που θυσίασαν τις ζωές τους για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι. Και έχουμε καθήκον να παλεύουμε για τη διασφάλιση τόσο της δικής μας ελευθερίας όσο και της ελευθερίας των επόμενων γενεών.


Θάνος Κουλουβάκης, Αρχισυντάκτης Ελεύθερου

Γεννήθηκε το 1997 στην Αθήνα. Σπουδάζει στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθυμνο. Αφοσιώθηκε από μικρή ηλικία στη λογοτεχνία – τόσο ως αναγνώστης όσο και ως δημιουργός. Στα εφηβικά του χρόνια ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την αρθρογραφία, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τον χώρο των εκδόσεων και δύο βιβλία του έχουν εκδοθεί.