Της Κωνσταντίνας Μπριόλα,

Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Όλες οι χώρες της Ευρώπης αναμένεται να δουν αλλαγές ως προς την δομή του πληθυσμού, με την πάροδο του χρόνου τις επόμενες δεκαετίες, απλά με διαφορετικές ταχύτητες και σε διαφορετικό βαθμό ανά χώρα. Οι επιπτώσεις της στην δομή και στην ηλικία της κοινωνίας είναι δραματική. Η ΕΕ εκτιμά πως η Ευρώπη μέχρι το 2050 θα χάσει το 10% του πληθυσμού της.

Ένα τέτοιο φαινόμενο έχει επιπτώσεις τόσο στην κοινωνική όσο και στην πολιτική και οικονομική ζωή. Το ζήτημα της δημογραφικής γήρανσης θα οδηγήσει μεγαλύτερες μερίδες νεότερων πληθυσμών να καλύψουν τις συνταξιοδοτικές ανάγκες των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων.

Παράλληλα, προκαλεί μια πληθώρα αλλαγών στην συνταξιοδοτική πολιτική. Οι πολιτικοί θεσμοί έχουν ένα κεντρικό ρόλο στην δομή του συνταξιοδοτικού συστήματος. Για παράδειγμα, οι χώρες που οι θεσμοί τους συγκεντρώνουν μεγαλύτερη εξουσία είναι πιο πιθανόν να υιοθετήσουν μονομερείς μεταρρυθμίσεις, στις οποίες οι κυβερνήσεις χρειάζονται ευρεία συναίνεση για τις πολιτικές που θα χαράξουν. Εντούτοις, οι πολιτικές αυτές είναι στην διακριτική ευχέρεια της κάθε χώρας για το πώς θα τις χαράξει. Το πολιτικό σύζευγμα της διακυβέρνησης μπορεί εν μέρει να είναι καθοριστικό, παρόλα αυτά δεν επηρεάζει σε τόσο μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις μακροοικονομικής κλίμακας που αφορούν το μέλλον του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Στη δυτική Ευρώπη ενυπάρχει ένα καθεστώς μέτριας μεταβολής. Μέχρι το 2040 ο πληθυσμός που είναι άνω των 65 αναμένεται να ξεπεράσει το 25% του συνολικού πληθυσμού. Η αύξηση των συνταξιούχων έχει οδηγήσει σε μια αντίστοιχη αύξηση των φόρων. Γεγονός το οποίο σημαίνει ότι στο μέλλον θα υπάρξει μια φορολογική επιβάρυνση για τις επόμενες γενιές.

Τρεις είναι οι λόγοι για τους οποίους οι χώρες της ΕΕ χρειάζονται οπωσδήποτε ταχείες μεταρρυθμίσεις στο εθνικό τους συνταξιοδοτικό σύστημα: Πρώτον, δεδομένου ότι τα επόμενα χρόνια οι χώρες θα πρέπει να επιλύσουν το ζήτημα της δημογραφικής γήρανσης, τα εθνικά συστήματα της κάθε χώρας θα πρέπει εξίσου να μεταρρυθμιστούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αντιμετωπίσουν τόσο την αύξηση των δαπανών όσο την γήρανση και τους μακροοικονομικούς περιορισμούς. Δεύτερον, οι αλλαγές τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο καθιστούν ανεπαρκής τις διατάξεις συνταξιοδότησης. Τρίτον, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί ευκαιρίες και προκλήσεις, η αποτελεσματική αντιμετώπιση τους προϋποθέτει λειτουργικά φορολογικά καθεστώτα.

Ακόμη, στις δημοσιονομικές και δημογραφικές πιέσεις που ασκούνται στις χώρες της ΕΕ, δημιουργείται η ανάγκη για μια καλύτερη ευθυγράμμιση του συνταξιοδοτικού τους συστήματος για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Επιπρόσθετα, μια περαιτέρω αύξηση των δαπανών για τις συντάξεις μπορεί να προταθεί μόνο εάν πραγματοποιηθεί ένας σημαντικός επαναπατρισμός.

Η ανάγκη για μια δραστική μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό σύστημα, έχει πλέον αναδειχθεί ως υψίστης σημασίας προτεραιότητα για πολλές χώρες της ΕΕ. Απέναντι σε αυτήν την ανάγκη- αν και μερικές χώρες έχουν ανταποκριθεί αποτελεσματικά μετατρέποντας το συνταξιοδοτικό τους σύστημα σε αποδοτικό- για μια μεγάλη μερίδα χωρών οι μεταρρυθμιστικές τους προσπάθειες παραμένουν αναποτελεσματικές. Παρόλο που οι εθνικές προσπάθειες μπορούν να αντλήσουν στήριξη από την συνεργασία της ΕΕ με βάση την ανοιχτή μέθοδο συντονισμού (Open Method for Coordination), η μέθοδος αυτή λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία του ευρωπαϊκού συνταξιοδοτικού σχεδιασμού και ένα μεγάλο μέρος της περιορίζεται σε δημοσιονομικά θέματα εθνικού επιπέδου. Ένα από τα προβλήματα ενός τέτοιου μεγάλου συντονισμού είναι ότι δεν υπάρχει συζήτηση σχετικά με την δημιουργία μιας μεταρρύθμισης προς ένα πιο συντονισμένο συνταξιοδοτικό σύστημα εντός της ΕΕ.

Φαινόμενα όπως είναι η πρόωρη συνταξιοδότηση έχουν υπάρξει στο παρελθόν στο σύνολο της ΕΕ, αν και διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Πλέον τα περισσότερα κράτη έχουν εστιάσει την προσοχή τους στα όρια συνταξιοδότησης και την αύξησή τους ανάλογα με το προσδόκιμο όριο ζωής. Έχει επίσης καταβληθεί προσπάθεια περιορισμού των πρόωρων συντάξεων και εξίσωσης των ορίων ηλικίας ανδρών και γυναικών. Σε αρκετές χώρες αυξήθηκε η ελάχιστη περίοδος εισφορών, ενώ σε ορισμένες δόθηκαν κίνητρα για παράταση της διάρκειας του εργάσιμου βίου.

Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, ένα σύστημα πολλαπλών συστημάτων με ένα κεντρικό και συντονισμένο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα με μη χρηματοοικονομικά καθορισμένη συνεισφορά είναι μια ιδανική προσέγγιση για την αντιμετώπιση των διαφόρων αναγκών δημοσιονομικής, κοινωνικής και οικονομικής μεταρρύθμισης. Μέσα από αυτό μπορεί να υπάρξει μια εναρμονισμένη δομή, οδηγώντας στην συνέχεια σε μια πανευρωπαϊκή μεταρρύθμιση.

Μια ακόμη λύση ως προς το συνταξιοδοτικό ζήτημα μπορεί να αποδοθεί από την Pension Europe. Η PensionsEurope εκπροσωπεί τις εθνικές ενώσεις συνταξιοδοτικών ταμείων και παρόμοιων ιδρυμάτων για συντάξεις στο χώρο εργασίας. Τα μέλη της είναι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές που εκπροσωπούν την πλευρά των αγορών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μάλιστα, ορισμένα από τα μέλη εφαρμόζουν καθαρά ατομικά συστήματα συνταξιοδότησης.

Η PensionsEurope έχει πολλαπλούς σκοπούς. Ένας από τους ρόλους της είναι να εξασφαλίζει ένα κανονιστικό πλαίσιο για τα συνταξιοδοτικά ιδρύματα που χρηματοδοτούν συντάξεις στο χώρο εργασίας, οι οποίες τους επιτρέπουν να παρέχουν επαρκείς και οικονομικά προσιτές συντάξεις. Παράλληλα, υπερασπίζει την εθνική κυριαρχία των κρατών μελών κατά τον καθορισμό των χαρακτηριστικών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος (DB, DC) και των διατάξεων περί συνταξιοδότησης. Επιπρόσθετα, προωθεί τα συνταξιοδοτικά ιδρύματα ως θεσμικούς επενδυτές για την σταθεροποίηση της οικονομίας, και παράλληλα προωθεί ένα ισορροπημένο συνταξιοδοτικό σύστημα με βάσει κάποια κοινά εργαλεία.

Διάφοροι ερευνητές διαπιστώνουν ότι οι μεταρρυθμίσεις μέχρι σήμερα έχουν περιοριστεί στις αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και σε αρκετές περιπτώσεις –με κορυφαία περίπτωση την Ελλάδα– σε σημαντικές περικοπές στις συντάξεις. Όμως, αυτές οι κινήσεις από μόνες τους δεν είναι αρκετές για να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.


Κωνσταντίνα Μπριόλα, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Γεννήθηκε το 1997 στην Αλεξανδρούπολη και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστήμιου, και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Οικονομικών, στο μεταπτυχιακό με τίτλο «Οικονομικά και Διοίκηση της Υγείας» στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Ασχολείται ενεργά με την ερεύνα και τον εθελοντισμό. Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφια Δημοτική Σύμβουλος στο Δήμο Γαλατσίου, στην Αθήνα. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και ασχολείται ενεργά με την επιχειρηματικότητα.