Της Σωτηρίας Γιαννακοπούλου,

Αναταραχές καθώς και πλήθος ερωτημάτων προκάλεσε η συνάντηση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν στη Βουδαπέστη. Οι δύο αμφιλεγόμενες αυτές προσωπικότητες τα τελευταία χρόνια βαδίζουν σε παράλληλους δρόμους όσον αφορά τη στάση τους έναντι του προσφυγικού, ενώ έντονη χαρακτηρίζεται και η απαξίωση τους ως προς τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς με τον Ερντογάν να κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση για ανικανότητα διαχείρισης των κρίσεων, αλλά και απροθυμία διευθέτησης των εκκρεμοτήτων των διεθνών ζητημάτων της Τουρκίας και τον Όρμπαν, γνωστό ευρωσκεπτικιστή, να παρακωλύει τις ευρωπαϊκές διαδικασίες υπογραμμίζοντας την αξία της εθνικής κυριαρχίας των κρατών, χαράσσοντας έτσι μια ανεξάρτητη από τις αποφάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος πορεία, αντιτασσόμενος στους κανόνες περί συλλογικής δράσης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην ουγγρική πρωτεύουσα προκάλεσε κύμα σφοδρών αντιδράσεων εντός και εκτός συνόρων, με χιλιάδες διαδηλωτές να διαμαρτύρονται στην καρδιά της Βουδαπέστης έναντι των επιχειρήσεων θανάτου του σουλτάνου στη Βόρεια Συρία κρατώντας πανό με υβριστικά συνθήματα εναντίον του, όπως το χαρακτηριστικό «Ερντογάν σκάσε», αλλά και συνθήματα υπέρ των δικαιωμάτων της κουρδικής μειονότητας. Διαμαρτυρίες για την εν λόγω επίσκεψη πραγματοποιήθηκαν και στη Δανία με τον εκπρόσωπο του δανέζικου κόμματος DK να ασκεί δριμύτατη κριτική στην ουγγρική κυβέρνηση δηλώνοντας ότι είναι ντροπή ένας εγκληματίας πολέμου να κυκλοφορεί ελεύθερος στη Βουδαπέστη εν έτει 2019, χαρακτηρίζοντας την Ουγγαρία ως «πύλη» για τους Ασιάτες δικτάτορες στην Ευρώπη.

Ο Τούρκος πρόεδρος εκμεταλλευόμενος την αδυναμία διαχείρισης του βάρους των προσφύγων από πλευράς των ευρωπαϊκών κρατών εξαπέλυσε άμεσες απειλές προς τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης από τη Βουδαπέστη, υποστηρίζοντας ότι οι σχέσεις με την Ευρώπη μπορούν να χαρακτηριστούν πλέον «κάθε άλλο παρά εποικοδομητικές», καθιστώντας σαφές ότι αν η Τουρκία δεν λάβει την απαιτούμενη βοήθεια στο ζήτημα της Συρίας, αφήνοντας προφανώς αιχμές και για οικονομική υποστήριξή της, θα απελευθερώσει εκτός των συνόρων της τους πάνω 3,5 εκατομμύρια πρόσφυγες τους οποίους «φιλοξενεί» κατακλύζοντας τα ευρωπαϊκά κράτη με ένα νέο κύμα προσφυγικών ροών. Παρά τις αντιδράσεις των υπόλοιπων κρατών μελών, ο Ούγγρος πρωθυπουργός δεσμεύθηκε ότι θα στηρίξει, σύμφωνα πάντα με τις δυνάμεις του, τα σχέδια της Τουρκίας για την ανοικοδόμηση της περιβόητης αυτής νέας ζώνης, πεπεισμένος από τα σχέδια τα οποία μοιράστηκε μαζί του ο Ερντογάν.

Η στάση Όρμπαν δεν εκπλήσσει κανέναν. Η Ουγγαρία από το 2013 έχει συνάψει σημαντικές οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες με την Τουρκία βρίσκοντας στο πρόσωπο της τον πολυπόθητο σύμμαχο που αναζητούσε στην ασιατική αγορά αναπτύσσοντας τοιουτοτρόπως μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της, η οποία εκδηλώθηκε και μέσω της στάσης της Ουγγαρίας στο ζήτημα της Συρίας, καθώς επιχείρησε να καθυστερήσει την απάντηση της Ευρώπης έναντι των τουρκικών εισβολών στη Συρία, αποδεικνύοντας ότι η υπόγεια αυτή συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών έχει χτιστεί πάνω σε εξαιρετικά στέρεες βάσεις. Η στάση των δύο κρατών έναντι του προσφυγικού είναι φαινομενικά αντικρουόμενη. Ο Ερντογάν απειλεί με κάθε αφορμή ότι θα προκαλέσει μεταναστευτικές εισροές στην Ευρώπη, ενώ ο Όρμπαν έχει ξεκαθαρίσει από την ανάδυση ακόμη του προσφυγικού ζητήματος ότι δεν θα επιτρέψει η Ουγγαρία να γίνει «χώρα-στόχος» μεταναστών, ούτε να αμαυρωθεί μέσω της ανάδειξης μειονοτήτων εντός της επικράτειας της ο ουγγρικός πολιτισμός, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να συγκρουστεί άμεσα με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, με αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Ουγγαρίας για μη τήρηση των κοινών όρων των ευρωπαϊκών κρατών για την περίθαλψη των προσφύγων.

Ωστόσο, κάνοντας μια δεύτερη ανάγνωση των γεγονότων καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η άποψη αυτή είναι λανθασμένη. Το κοινό σημείο των δύο κρατών δεν είναι άλλο από την ευκαιριακή χρήση του προσφυγικού ζητήματος από τις κυβερνήσεις των δύο κρατών για την ικανοποίηση των αιτημάτων τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο. Ο Όρμπαν όντας ένας λαϊκιστής συντηρητικός δεξιός πολιτικός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολλούς και ως ακροδεξιός, επιδιώκει μέσω της σκληρής του στάσης έναντι του προσφυγικού να παραμείνει πόλος έλξης για τις συντηρητικές φωνές της Ουγγαρίας στις οποίες εξάλλου, οφείλεται και η επανεκλογή του στη θέση του πρωθυπουργού, επομένως η τήρηση μιας αυστηρής στάσης έναντι των «ξένων απειλών», όπως χαρακτηρίζει τους πρόσφυγες, αποτελεί μονόδρομο για τον ίδιο. Ένα ακόμη κοινό σημείο των δύο αρχηγών είναι η αυταρχική αντιμετώπιση και τα αντιδημοκρατικά μέτρα που έχουν λάβει κατά την πολυετή θητεία τους οι δύο αρχηγοί, δεδομένου ότι έχουν επιβάλλει λογοκρισία, ενώ έχουν απαγορεύσει με αμφισβητούμενα ως προς την δημοκρατικότητα τους μέσα την λειτουργία μέσων μαζικής ενημέρωσης και ΜΚΟ.

Αποκορύφωμα στις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών αποτελεί το γεωπολιτικό τρίγωνο Άγκυρας, Μόσχας και Βουδαπέστης. Η επίσκεψη Πούτιν στη Βουδαπέστη μία εβδομάδα σχεδόν πριν από την αμφιλεγόμενη άφιξη του τούρκου προέδρου είναι εξαιρετικής σημασίας, με πολλούς να κάνουν λόγο για οργανωμένη προσέλκυση των ανατολικών αυτών δυνάμεων στο πρόσωπο του Ούγγρου πρωθυπουργού, ο οποίος υπερασπίστηκε την εξωτερική πολιτική ενός «ανατολικού ανοίγματος», το οποίο και επισφραγίστηκε και μέσω της συμφωνίας για τον αγωγό φυσικού αερίου TurkStream, αλλά και της συμφωνίας για αγορά τουρκικών θωρακισμένων οχημάτων. Η συμμαχική διάθεση της Ουγγαρίας με την Τουρκία και δευτερευόντως, τη Ρωσία είναι πλέον αυταπόδεικτη, αποτελώντας μια ακόμη είσοδο για την Τουρκία στην καρδιά της Ευρώπης και μάλιστα από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ένα εφήμερο παραστράτημα της Ουγγαρίας σε βάρος της Ευρωπαϊκής συνεργασίας ή πρέπει να θεωρηθεί ως ένα νέο δεδομένο στο παιχνίδι των διεθνών σχέσεων; Το γεγονός αυτό μόνο ο χρόνος θα δείξει.


Σωτηρία Γιαννακοπούλου, Υπεύθυνη Marketing

Γεννήθηκε το 1997 στη Δράμα. Από μικρή ηλικία είχε έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, το οποίο έμελλε να καθορίσει και την επιλογή των σπουδών της. Σήμερα είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Έχει δουλέψει ως ασκούμενη στο Υπουργείο Εξωτερικών και σε εταιρεία δημοσκοπήσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις πολιτικών θεσμών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ενδιαφέροντα της αποτελούν οι διεθνείς σχέσεις και η πολιτική ανάλυση με την οποία φιλοδοξεί να ασχοληθεί και  σε μεταπτυχιακό επίπεδο.