Της Μαριάννας Πλιακοστάμου,

Τον Ιούλιο του 2015 επετεύχθη στη Βιέννη ιστορική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μεταξύ των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας, των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, προχώρησαν μαζί με την κυβέρνηση της Τεχεράνης στη σύναψη της συμφωνίας που φαίνεται να είναι το ίδιο κερδοφόρα και ικανοποιητική για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, το Ιράν συμφώνησε να μειώσει τον εμπλουτισμό του ουρανίου που διαθέτει, και να μην κατασκευάσει πυρηνικά όπλα, καθώς οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του θα χρησιμοποιούνταν μόνο για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ και οι υπόλοιπες δυνάμεις υποσχέθηκαν να άρουν σταδιακά τις κυρώσεις που είχαν επιβάλλει στη χώρα.

Ολόκληρη η Διεθνής Κοινότητα ,πλην της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, δήλωσε ικανοποιημένη με τους όρους της Συμφωνίας καθώς σηματοδοτείται ακόμη ένα κεφάλαιο στην επιδίωξη για έναν ακόμη πιο ασφαλή, εποικοδομητικό και ελπιδοφόρο κόσμο. Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, χαρακτήρισε με μεγάλο ενθουσιασμό τη σύναψη της συμφωνίας της Βιέννης ως «έναν θρίαμβο, μία μεγάλη ευκαιρία που δεν έπρεπε να πάει χαμένη». Οι ΗΠΑ και οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις κατάφεραν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών, Ιράν και Δύσης, που τις χώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η αντιπαλότητα και η έλλειψη εμπιστοσύνης, αναχαιτίζοντας την δυναμική του Ιράν για δημιουργία πυρηνικών όπλων και καθιστώντας πιο ασφαλείς τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο.

Φτάνοντας στο σήμερα, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, υπέγραψε διάταγμα στις 8 Μαΐου του 2018, και ανακοίνωσε την μονομερή αποχώρηση της χώρας από την συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν και την επαναφορά των κυρώσεων που είχε άρει τότε ο προκάτοχος του, Μπαράκ Ομπάμα. Ο ίδιος δήλωσε ευθαρσώς  πως υπονομεύει τα αμερικανικά συμφέροντα και θεωρεί την ιρανική πλευρά πλήρως αναξιόπιστη, καθώς δεν τήρησε ποτέ τις υποχρεώσεις της, και εξακολουθεί να προμηθεύεται και να παράγει εμπλουτισμένο ουράνιο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Ανέφερε μάλιστα, ότι ευθύνεται για την ενίσχυση και τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως οι Ταλιμπάν, η Αλ-Κάιντα, η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, ενώ στο παρελθόν έχουν πληγεί πολλές φορές Αμερικανοί στρατιώτες.

Ο πρόεδρος Τράμπ κάνει λόγο για μία «κούρσα πυρηνικών» στη Μ. Ανατολή και όπως ο ίδιος δήλωσε, «οι ΗΠΑ δεν θα είναι πλέον «όμηρος» σε ένα πυρηνικό εκβιασμό. Δεν θα επιτρέψουμε σε ένα καθεστώς να έχει τα πιο θανατηφόρα όπλα. Κυρώσεις θα επιβληθούν και σε οποιαδήποτε χώρα βοηθάει το Ιράν στην αναζήτησή του για την απόκτηση πυρηνικών». Συμπληρωματικά, οι υπόλοιπες εγγυήτριες δυνάμεις της Συμφωνίας αντέδρασαν αρνητικά, όπως και η ΕΕ συνολικά αλλά και ο ΟΗΕ. Η μόνη που φάνηκε να πανηγυρίζει ήταν η Σαουδική Αραβία, ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η οποία διεξάγει μια αιματηρότατη επέμβαση στην Υεμένη, εναντίον των ανταρτών Χούθι που υποστηρίζονται από το Ιράν.

Παράλληλα, ο Ιρανός πρόεδρος Ροχανί και ο Ιρανός υπουργός εξωτερικών Ζαρίφ, δομούσαν τη δική τους απάντηση στην αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία. Χαρακτήρισαν την πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου ως παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και ακριβώς ένα χρόνο μετά την κίνηση αυτή, 8/5/2019, το Ιράν ανακοίνωσε ότι είναι διατεθειμένο να συνεχίσει την τήρηση της Συμφωνίας σταματώντας ωστόσο την εφαρμογή κάποιων δεσμεύσεων που προβλέπονται, ως αντίδραση στην αποχώρηση και την αποτυχία -ή όπως την χαρακτήρισαν οι ίδιοι απροθυμία- των άλλων ηγετών να του παρέχουν οικονομικά κίνητρα. Η ιρανική κυβέρνηση δεν διαμήνυσε ολοκληρωτικό τέλος της Συμφωνίας αλλά έδωσε τελεσίγραφο στην Ευρώπη πως σε διάστημα 60 ημερών, είτε ακολουθεί την κυβέρνηση Τράμπ, είτε ξεκινά ξανά τις εισαγωγές πετρελαίου για να διασώσει την Συμφωνία, παραβιάζοντας κατ’αυτόν τον τρόπο τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Τεχεράνης.

Εν κατακλείδι, η πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τερέζα Μέι, ο Γάλλος πρόεδρος  Εμμανουέλ Μακρόν και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, εξέφρασαν τις ανησυχίες τους, γιατί η Συμφωνία καταρρέει περαιτέρω υπό την πίεση των κυρώσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ και μετά την απόφαση του Ιράν να μην εφαρμόζει πλέον βασικές διατάξεις της Συμφωνίας. Πρέπει όλοι να ενεργήσουν με υπευθυνότητα και να αναζητηθεί ένα μονοπάτι, για να σταματήσει την κλιμάκωση των εντάσεων δείχνοντας καλή θέληση από όλες τις πλευρές. Βεβαίως, αν παραμείνει σε ισχύ η συμφωνία χωρίς τις ΗΠΑ και το Ιράν δεν υποστεί τεράστιο πλήγμα με τις αμερικανικές κυρώσεις, τότε το μόνο που θα έχει καταφέρει ο Τραμπ είναι μια ηχηρή αποχώρηση από το τραπέζι, χωρίς να έχει πετύχει κάτι σπουδαίο.


Μαριάννα Πλιακοστάμου

Γεννήθηκε το 1999 στην Λιβαδειά και μετακόμισε αργότερα στην Αθήνα για τις σπουδές τις στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Γνωρίζει άπταιστα γαλλικα, αγγλικά και αρκετά καλά κινέζικα και συμμετέχει σε προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών. Ενδιαφέρεται για θέματα διεθνούς φύσεως και ειδικότερα για στρατηγική και διεθνείς σχέσεις, τα οποία ελπίζει σύντομα να αποτελέσουν και το αντικείμενο των μεταπτυχιακών της σπουδών.