Του Ιωάννη Μυταυτσή,

Στις 20 Οκτωβρίου, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, σε συνεννόηση με τους πολιτικούς αρχηγούς υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Πενταρόφσκι, ανακοίνωσε ότι η ημερομηνία των πρόσφατων εκλογών στη γείτονα χώρα θα είναι στις 12 Απριλίου του 2020. Ο Ζόραν Ζάεφ οδηγήθηκε στην απόφασή του αυτή μετά το βέτο του Προέδρου της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, όπου ο Σκοπιανός πρωθυπουργός, μη έχοντας να επιδείξει κάτι ουσιαστικό στη δίχρονη παρουσία του στη διακυβέρνηση της χώρας με την οικονομία στα τάρταρα, δήλωσε ότι: «Είμαστε θύματα ενός ιστορικού λάθους της Ε.Ε.». Κατά την πυρετώδη αυτή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αλβανία και Σκόπια επρόκειτο να λάμβαναν την άδεια των μελών–κρατών για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξή τους στην Ένωση. Την κατεύθυνση του Γάλλου προέδρου ακολούθησαν η Ολλανδία και η Δανία, οι οποίες ζήτησαν τον διαχωρισμό των δύο χωρών από ταυτόχρονες διαπραγματεύσεις.

Στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών, σύμφωνα με τον Ζόραν Ζάεφ, υπήρξε ομοφωνία όλων των κομμάτων για την ευρωατλαντική ολοκλήρωση, θέτοντας το ως προτεραιότητα, ενώ ο πρόεδρος Στέβο Πενταρόφσκι θεωρεί ότι το συντομότερο δυνατόν πρέπει τα Σκόπια να ξεκινήσουν τις συνομιλίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χαρακτηρίζοντας την ένταξη ως τον μόνο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, απορρίπτοντας οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική κατεύθυνση. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, από την άλλη πλευρά, προσπαθώντας να κατευνάσει τα πνεύματα των μελών–κρατών, θεωρεί δικαίωμα των Σκοπίων να ξεκινήσουν τις διαπραγματεύσεις, αλλά αποδίδει το κώλυμα των συζητήσεων στο ότι κάποιες χώρες δεν ήταν έτοιμες να μπουν στις διαπραγματευτικές συζητήσεις. Συνεπώς, μετά την αποτυχία των συζητήσεων στην Ένωση και τη συμφωνία των πολιτικών αρχηγών να ακολουθήσουν τον δρόμο της εκλογικής διαδικασίας, κατά το Σύνταγμα των Σκοπίων, η κυβέρνηση Ζάεφ οφείλει να παραιτηθεί και να σχηματιστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση, στις 3 Ιανουαρίου του 2020. Η κυβέρνηση αυτή θα οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση θα παραιτηθεί 100 ημέρες πριν τις εκλογές και την πρωθυπουργία θα αναλάβει πρόσωπο προερχόμενο από το κυβερνών κόμμα (Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα), με τη συμμετοχή υπουργών της αντιπολίτευσης, λαμβάνοντας φυσικά την απαραίτητη ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο.

Το ζήτημα, όμως, που εγκύπτει βάσει της παρούσας κατάστασης, είναι η εφαρμογή της γνωστής πλέον σε όλους Συμφωνίας των Πρεσπών. Διότι, δημοσκοπήσεις που δημοσιεύτηκαν τη Δευτέρα στα Σκόπια και διενεργήθηκαν στα μέσα Σεπτεμβρίου, δηλαδή πριν την άρνηση της Γαλλίας να δώσει το πράσινο φως για τη διενέργεια διαπραγματεύσεων στα Σκόπια, δείχνουν νίκη του εθνικιστικού κόμματος VMRO–DPMNE –το οποίο δεν αποδέχεται την παρούσα κατάσταση- με διαφορά 6% από το κυβερνών κόμμα, αυξάνοντας δηλαδή τη διαφορά κατά 2%, σε σχέση με τη διαφορά που έλαβε το 2016 το κόμμα που κατέχει τη διοίκηση της χώρας. Μάλιστα, ο επικεφαλής του VMRO, Μικόσκι, σε πρόσφατη συνέντευξη του αναφέρει ότι υπάρχουν τρόποι για την επαναφορά στη παλιά συνταγματική ονομασία της χώρας, καθιστώντας τη Συμφωνία των Πρεσπών άκυρη. Ειδικοί, μάλιστα, θεωρούν ότι στην περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης, μπορεί να γίνει μια άτυπη κατάργηση της συμφωνίας μέσω της μη εφαρμογής της, δηλαδή μη τηρώντας τα Σκόπια τις δεσμεύσεις τις οποίες υπέγραψαν. Συνεπώς, μπορούμε να καταλάβουμε ότι θα υπάρξει μια προεκλογική περίοδος έντονης πόλωσης, καθώς και αύξησης του εθνικισμού.

Η ελληνική πλευρά και η κυβέρνηση προφανώς και προσπαθεί να περάσει στον ελληνικό λαό τη συμφωνία–εφαρμογή της, στα πλαίσια της ειρηνικής ένταξης της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη πως δίχως την έναρξη των διαπραγματεύσεων, η συμφωνία παγώνει και οι απαραίτητες δικλίδες δεν εφαρμόζονται. Ενώ ο Ε. Βενιζέλος θεωρεί ότι η μη έναρξη των διαπραγματεύσεων σημαίνει και τη, καθυστέρηση του erga omnes και από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί υπαίτια την κυβέρνηση, η οποία με τη στάση  της υπονομεύει τη συμφωνία.

Συνεπώς, στα πλαίσια της συμφωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τήρηση των παραμέτρων της συμφωνίας δεν πρέπει να είναι μονόπλευρη, αλλά παράλληλη, έτσι η προεκλογική περίοδος παγώνει κάθε διαπραγμάτευση μεταξύ της ένωσης, καθώς και οποιαδήποτε αλλαγή στο εσωτερικό των δυο συμβαλλόμενων κρατών.


Ιωάννης Μυταυτσής

Γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Χαλκιδικής. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Βυζαντινής Φιλολογίας - Παλαιογραφίας  το ίδιο τμήμα. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαϊου ήταν υποψήφιος κοινοτικός σύμβουλος στην κοινότητα Αγίου Νικολάου.