4.9 C
Athens
Σάββατο, 16 Ιανουαρίου, 2021
Αρχική Κοινωνία Ανεργία: Η μάστιγα των νέων

Ανεργία: Η μάστιγα των νέων


Της Ελένης Καππέ,

Καθώς τα χρόνια περνούν, η οικονομική κατάσταση στη χώρας μας γίνεται όλο και δυσκολότερη. Επιχειρήσεις κλείνουν η μια πίσω από την άλλη, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται, και η εκμετάλλευση στον χώρο εργασίας είναι αναπόφευκτη. Αυτό που παλιά θεωρούνταν προσόν -η μόρφωση- τώρα θεωρείται εμπόδιο για να εργαστεί κανείς. Όπως είναι φυσικό, η ηλικιακή ομάδα που υποφέρει περισσότερο είναι οι νέοι.

Το 2013, η Ελλάδα έφτασε στο χειρότερο σημείο της, με το ποσοστό της ανεργίας να αγγίζει  -τον Ιούλιο- το 27.8%. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει κατέβει στο 17%. Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει την κατάσταση για τους νέους που εξακολουθούν να αγγίζουν το 33%(!) ανεργίας. Τα πράγματα είναι χειρότερα για όσους είναι κάτοχοι πτυχίου. Αυτό συμβαίνει διότι οι περισσότεροι επιχειρηματίες επιλέγουν άτομα με την υποχρεωτική εκπαίδευση, με σκοπό να μπορέσουν να τους δώσουν λιγότερα χρήματα ή και να τους εκμεταλλευτούν περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι οι κάτοχοι πτυχίου να απογοητεύονται, να θεωρούν πως δεν είναι αρκετά καλοί και να αποκτούν αισθήματα κατωτερότητας. Η λύση σε αυτό είναι συνήθως το να διαφεύγουν στο εξωτερικό, μόνοι τους, μακριά από την πατρίδα και την οικογένειά τους. Οι νέοι, επίσης, επιλέγουν συχνά το αντικείμενο των σπουδών τους, όχι με βάση τα ενδιαφέροντα ή τις κλίσεις τους, αλλά με βάση την επαγγελματική αποκατάσταση. Αν δυσκολευτούν, λοιπόν, να βρουν εργασία, νιώθουν ακόμη χειρότερα και πληγώνονται όταν καταλήγουν να ασχολούνται με κάτι που δεν αγαπούν και νιώθουν ότι ξόδεψαν λανθασμένα το χρόνο τους για να το πετύχουν.

Φυσικά, τα συναισθήματα αυτά δεν ακολουθούν μόνο όσους διαθέτουν ακαδημαϊκή μόρφωση, αλλά κι αυτούς που αποφασίζουν να μη σπουδάσουν κάτι. Οι εργοδότες τους εκμεταλλεύονται με κάθε ευκαιρία, τόσο οικονομικά, όσο και από άποψη καθηκόντων. Οι εργαζόμενοι ψάχνουν συνεχώς για κάτι καλύτερο, με αποτέλεσμα να μη μένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια εργασία και να μη νιώθουν τη σταθερότητα και τη θαλπωρή που προσφέρει η μόνιμη δουλειά. Έτσι, αφήνουν πίσω πολλά, όπως την προσωπική τους ζωή, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους. Πολλοί από αυτούς μπορεί να ζουν μόνοι τους ή να έχουν σοβαρές υποχρεώσεις, που δυσκολεύονται, όμως, να φέρουν εις πέρας, με τον κακό μισθό και το ακατάλληλο ωράριο που εργάζονται.

Ωστόσο, όπως σε κάθε νόμισμα υπάρχουν δύο όψεις, έτσι και στην περίπτωση της ανεργίας, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όπως υπάρχουν άτομα που ψάχνουν καθημερινά να εργαστούν, έτσι υπάρχουν και αυτοί που όντας ιδιαιτέρως επιλεκτικοί, προτιμούν να παραμείνουν άνεργοι. Θέλουν μια δουλεία που να τα συνδυάζει όλα. Καλό μισθό, εξαιρετικό ωράριο και μια ανώτερη θέση. Φυσικά, αυτό που ζητούν είναι ουτοπικό. Αυτό που συμβαίνει είναι είτε να εργάζονται για μικρό χρονικό διάστημα σε κάποια επιχείρηση, μέχρι να αρχίσουν να βλέπουν κάτι που δεν τους αρέσει και να φεύγουν, είτε να απορρίπτουν οποιαδήποτε εργασία δεν είναι «ιδανική», σύμφωνα με τα δικά τους δεδομένα. Οι ίδιοι άνθρωποι είναι αυτοί που θα προτιμήσουν να ζήσουν με τα χρήματα του ταμείου ανεργίας και που συνεχώς θα παραπονιούνται πως δεν υπάρχουν δουλειές στην Ελλάδα. Ως επί το πλείστον, τα άτομα αυτά δεν έχουν πολλές υποχρεώσεις και δεν τους απασχολεί το να εργαστούν.

Το συμπέρασμα είναι περίπλοκο και ίσως, θα λέγαμε, υποκειμενικό. Το σίγουρο είναι πως οι συνθήκες εργασίας δεν είναι καλές, τα χρήματα είναι λίγα, οι ώρες πολλές και οι υποχρεώσεις περισσότερες. Υπάρχει μια γενικότερη αίσθηση ανασφάλειας και αβεβαιότητας στους νέους και ποτέ δεν είναι ευχαριστημένοι 100% με τη δουλειά που έχουν επιλέξει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μένουν πίσω τα δικά τους θέλω, ειδικά για όσους έχουν υποχρεώσεις. Όμως, αν κάποιος έχει ανάγκη να δουλέψει, θα δουλέψει. Δε θα ενδιαφερθεί ούτε για τα χρήματα, ούτε για το ωράριο, ούτε για τις υποχρεώσεις. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει πως οι συνθήκες εργασίας πρέπει να παραμείνουν έτσι ή πως ο κάθε άνθρωπος πρέπει να τις δεχτεί και να τις υπομείνει, αλλά σίγουρα υπάρχουν και κάποιοι που δεν έχουν ανάγκη να εργαστούν, που δεν το θέλουν. Το πιο λυπηρό είναι πως οι νέοι, σε μεγάλο ποσοστό, επιλέγουν να φύγουν από τη χώρα μας. Δεν προσπαθούν να παλέψουν για να τη σώσουν και την εγκαταλείπουν. Αν αγαπάμε τη χώρα μας, πρέπει να προσπαθήσουμε γι’ αυτήν. Πρέπει να φερθούμε έξυπνα και να καταλάβουμε τι είναι αυτό που την κάνει ξεχωριστή. Οι εργοδότες, επίσης, πρέπει να δουν πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν νέοι στον χώρο εργασίας και να τους δώσουν ευκαιρίες, γιατί οι ιδέες τους και οι φιλοδοξίες τους θα δώσουν τη λύση σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση που περνάμε όλοι μας.


Ελένη Καππέ

Τελειόφοιτη φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, με κατεύθυνση στην Ιστορία της Επιστήμης, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννημένη το 1996 στην Αθήνα. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και ασχολείται εδώ και χρόνια με τη προσφορά εθελοντικού έργου σε ευπαθείς ομάδες. Στόχος της είναι μια ακαδημαϊκή καριέρα στον τομέα της ιστορίας καθώς και ένα αξιόλογο κοινωνικό έργο. Σημαντικότερο, θεωρεί το να προσφέρει βοήθεια σε όσους την έχουν ανάγκη, ανιδιοτελώς. Η ευγνωμοσύνη στα μάτια τους είναι η μεγαλύτερή της ανταμοιβή.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Πού βασίζεται η ανησυχία για το εμβόλιο και πώς συζητάω για αυτό;

Της Νίκης Αγγελοπούλου, Εν καιρώ πανδημίας, και έχοντας ήδη κλείσει ένα χρόνο κορωνοϊού, οι τελευταίες εξελίξεις της covid- πραγματικότητας μας φέρνουν αντιμέτωπους με το καινούργιο...

Αλέξανδρος Υψηλάντης: Ο πατριώτης που θυσίασε τα πάντα

Του Νίκου Μελιτσιώτη, Ένας φλογερός πατριώτης, ένας γενναίος στρατιωτικός, ένας σπουδαίος ηγέτης. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα ανθρώπου, ο οποίος θυσιάζει τα πάντα,...

Η επιτυχής συναλλαγματική σταθεροποίηση της Βουλγαρίας

Του Εμμανουήλ Προκάκη, Η Βουλγαρία, όπως άλλωστε και άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, ήρθε αντιμέτωπη με πολλές οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες κατά την μετάβαση...

Βοήθα, καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας

Της Σοφίας-Δυσσέλιας Λίτσα, Η παραπάνω φράση αποτελεί στίχο του τραγουδιού «Χίλια μύρια κύματα», του Νίκου Ξυλούρη και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η πολυτιμότερη παράκληση...