Του Φίλιππου Σιώζου,

Ένα από τα φλέγοντα θέματα του περασμένου καλοκαιριού αποτέλεσε ο εσπευσμένος διορισμός  των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών στις θέσεις του Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (εφεξής ΑΠ) από την απελθούσα διακυβέρνηση, το οποίο έλαβε τέλος προ ενός περίπου μήνα με την τοποθέτηση στις θέσεις αυτές των Ι. Τσαλαγανίδη και Β. Πλιώτα από το παρόν κυβερνητικό σχήμα. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε μετά την άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας (εφεξής ΠτΔ) να προσυπογράψει το προεδρικό διάταγμα του διορισμού των επιλεγμένων από την προηγούμενη κυβέρνηση δικαστών. Η επιλογή του διορισμού μεσούσης της προεκλογικής περιόδου προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, με μία σειρά εγκρίτων νομικών/συνταγματολόγων να τάσσεται υπέρ και κατά αυτής. Σκοπός του παρόντος είναι η ανάδειξη των επιχειρημάτων των δύο πλευρών και στο τέλος ο προβληματισμός του αν η πολιτική ανάμειξη στα «χωράφια» της δικαιοσύνης εξυπηρετεί ή βλάπτει το κύρος της.

  • Πυλώνας της επιχειρηματολογίας υπέρ της συνταγματικότητας της επιλογής δικαστών πριν την εκπνοή της κυβερνητικής θητείας ήταν η μη αντίθεση του διορισμού στο γράμμα του Συντάγματος (εφεξής Σ). Συγκεκριμένα, το επίμαχο άρθρο του Σ που τέθηκε στο επίκεντρο με αφορμή τον διάλογο αυτόν ήταν το 90§5. Σύμφωνα με το γράμμα αυτού, δεν τίθεται κανένας χρονικός περιορισμός στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκδώσει το προεδρικό διάταγμα διορισμού του Προέδρου και του Εισαγγελέα του ΑΠ.
  • Επιπλέον, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα είτε σε συνταγματικό, είτε σε απλό νομοθετικό επίπεδο κάποιος κανόνας, ο οποίος να υποδεικνύει στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία που έχει απολέσει τη λαϊκή νομιμοποίηση μετά από μια εκλογική ήττα, ποιος είναι ο «κατάλογος» επιτρεπτών για αυτήν αρμοδιοτήτων και ενεργειών μέχρι τη διενέργεια εκλογών.
  • Ακόμα, άσχετα με τον χρόνο προκήρυξης εκλογών (που μεταβλήθηκε από τις 30/6/19 στις 7/7/19) και το εκλογικό αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση δεν ήταν δυνατό να ξέρουμε ότι μετά τις εκλογές θα προέκυπτε απευθείας νέα συμπαγής κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που αν δε συνέβαινε θα είχε ως αποτέλεσμα το ακέφαλο της δικαιοσύνης για άγνωστο χρονικό διάστημα.
  • Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η τότε κυβέρνηση πρότεινε στην αξιωματική αντιπολίτευση  να αποφασίσουν από κοινού τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τις συγκεκριμένες θέσεις, πρόταση η οποία δεν έγινε δεκτή.

Από την άλλη πλευρά, τόσο η τέως αξιωματική αντιπολίτευση (και νυν κυβέρνηση), όσο και πλήθος εγκρίτων συνταγματολόγων έκαναν λόγο για καταστρατήγηση του γράμματος του Σ και για «προκλητική περιφρόνηση και καταδολίευση» του πνεύματός του.

  • Θεμέλιο της κριτικής και των επιχειρημάτων της άλλης πλευράς ήταν η αδυναμία της παρελθούσας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να προβεί σε διαρθρωτικές αλλαγές σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου εξαιτίας της απώλειας της λαϊκής κυριαρχίας, πολλώ δε μάλλον, από τη στιγμή που αυτή η «δυσαρμονία μεταξύ κυβέρνησης και λαού» έγινε αντιληπτή και  από τον ίδιο τον τέως πρωθυπουργό μετά την εκλογική ήττα της 26ης Μαΐου.
  • Άλλο επιχείρημα που παρατίθεται από την πλευρά συνταγματολόγων είναι ο λόγος και ο τρόπος με τον οποίο οδηγηθήκαμε στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Με βάση τις εξαγγελίες του πρώην πρωθυπουργού, ο λόγος των εθνικών εκλογών ήταν αυτή η εμφανής προαναφερθείσα  «δυσαρμονία» μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Εφόσον, λοιπόν, δεν υπήρχε κατά το Σ 41§2 «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας», ο Αλέξης Τσίπρας όφειλε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές με υπηρεσιακή κυβέρνηση, πράγμα που αν γινόταν, δε θα μπορούσε να προβεί σε διορισμό νέας ηγεσίας του ΑΠ.
  • Συν τοις άλλοις, υποστηρίχθηκε ότι ο διορισμός ηγεσίας της δικαιοσύνης είναι καταρχήν μια «απόκλιση» από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών (Σ 26), η οποία προβλέπεται στο ίδιο το κείμενο του Συντάγματος. Η ανάμειξη αυτή της εκτελεστικής εξουσίας στα «χωράφια» της δικαστικής οφείλει αφενός πάντοτε να γίνεται με τεράστια προσοχή και αφετέρου από την κυβέρνηση με τη νωπότερη λαϊκή εντολή.
  • Τέλος, σημειώνεται η κατά χρόνο αναρμοδιότητα της τέως κυβερνήσεως να ορίσει την ηγεσία της δικαιοσύνης, καθώς θα είχε τυπικά τη δυνατότητα να προβεί στην ενέργεια αυτή από την αποχώρηση των προηγούμενων ανωτάτων δικαστών (δηλαδή από  την 1η Ιουλίου) και μετά,  πράγμα, όμως, αδύνατο δεδομένου ότι την περίοδο εκείνη θα βρισκόμασταν στην τελική ευθεία της προεκλογικής διαδικασίας.

Αυτά είναι τα κομβικότερα -αν όχι όλα- τα επιχειρήματα που ακολούθησαν την απόφαση διορισμού ηγεσίας του ΑΠ. Το εύλογο ερώτημα που θα δημιουργούταν σε κάποιον που παρακολούθησε τη συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα θα ήταν γιατί να μην αφεθεί η δικαιοσύνη ελεύθερη να αποφασίζει για την ηγεσία της χωρίς πολιτική ανάμειξη. Γιατί, δηλαδή, να μην καταργηθεί με συνταγματική αναθεώρηση το Σ 90§5; Δύο είναι οι απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν εν προκειμένω: η μια πιο θεωρητική και ιδεατή και η άλλη πιο ρεαλιστική.

Κατά την πρώτη, σύμφωνα με το Σ 26§3: «Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια. Οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού». Αυτή η εκτέλεση των αποφάσεων στο όνομα του ελληνικού λαού προϋποθέτει κάποια νομιμοποίηση από τον «κυρίαρχο λαό», από τον οποίο απορρέουν άλλωστε όλες οι εξουσίες (Σ 1§3). Αυτή η νομιμοποίηση δίνεται μέσω της δυνατότητας ψήφου στις εκλογές. Με αυτόν τον τρόπο, η πρόσφατα διορισμένη από τον λαό κυβέρνηση νομιμοποιείται να ορίσει ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.

Η δεύτερη σκέψη είναι πιο εύλογη και απλή. Για ποιο λόγο να απεμπολήσει η οποιαδήποτε κυβέρνηση μια εκ των εξουσιών που της απονέμει ρητά το Σύνταγμα και να την απονείμει στη δικαστική λειτουργία; Άλλωστε, θα υποστήριζε κάποιος πως το εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο επιλέγει άξιους και ικανούς να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους λειτουργούς, σεβόμενο πολύ συχνά και τη δικαστική επετηρίδα.

Πάντως, στη γενική συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στις 15/12/18 από τα 438 μέλη που μετείχαν στην ψηφοφορία με θέμα τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης, τα 237 (56,3 %) συντάχθηκαν με την άποψη της απεμπλοκής της επιλογής των ανωτάτων δικαστικών από την κυβέρνηση. Αντ’ αυτής προτάθηκε μεταξύ άλλων επιλογή από τον ΠτΔ ή την Ολομέλεια του ίδιου του ανώτατου δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναφερθεί ότι το Σ 90§5 δε βρίσκεται στις αναθεωρητέες διατάξεις της προτείνουσας Βουλής. Επομένως, η σχετική συζήτηση αναστέλλεται για τουλάχιστον μια πενταετία μετά από την περάτωση της υφιστάμενης αναθεωρητικής διαδικασίας (Σ 110§6).


ΠΗΓΕΣ


Φίλιππος Σιώζος

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών (ΠΠΣΠΑ) και από το 2017 σπουδάζει στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ. Από ξένες γλώσσες γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.  Στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό (κολύμβηση), τη μουσική (πιάνο) και θα χαρακτηριζόταν εύκολα σινεφίλ. Στο OffLine Post θα αρθρογραφεί κυρίως για διεθνή και νομικά θέματα.