Του Γιώργου Σαλπιγγίδη,

Στο προηγούμενο άρθρο, κάναμε λόγο για την εξέλιξη της εμπορικής ναυτιλίας μέσα στα πρώτα πενήντα χρόνια του 18ου αιώνα. Τώρα, θα επικεντρωθούμε στη δεύτερη πενηντακονταετία και στα γεγονότα που ευνόησαν την περαιτέρω άνθηση του εμπορίου, γεγονότα που σχετίζονται με τα «παιχνίδια» των μεγάλων δυνάμεων και βοηθούν τους Έλληνες ναυτικούς. Έτσι, οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι, η Γαλλική Επανάσταση και αργότερα, προς το τέλος του αιώνα και στις αρχές του επόμενου, οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, άνοιξαν τον δρόμο για τους Έλληνες.

Μετά την ήττα της Τουρκίας στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, υπογράφεται η συνθήκη του Κιούτσοκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), που επιτρέπει στους Ρώσους να προστατεύουν τη χριστιανική θρησκεία και τις εκκλησίες στην Οθωμανική επικράτεια (σύμβαση Αϊναλή Καβάκ 1779). Παράλληλα, με την εμπορική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1783), τα χριστιανικά –ελληνικά- πλοία που έχουν υψωμένη τη Ρωσική σημαία, μπορούν να πλέουν άφοβα στις θάλασσες.

Έπειτα, με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792 και το γαλλικό εμπορικό ναυτικό υπέστη ζημίες, ενώ με τη Γαλλική Επανάσταση το χάσμα της Γαλλίας με το Αιγαίο έγινε μεγαλύτερο. Έτσι, οι Έλληνες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτύξουν την εμπορική τους δραστηριότητα, επωφελούμενοι από την απουσία της Γαλλίας στο Αιγαίο. Σημαντικά οφέλη αποκόμισαν οι Αιγαιοπελαγίτες και από τη μείωση του Αγγλικού παράγοντα στην περιοχή. Την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, οι νησιώτες και κυρίως οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες και οι Ψαριανοί αναλαμβάνουν τον επισιτισμό της Γαλλίας. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνουν τις δραστηριότητές τους και τα κέρδη τους. Παρατηρούμε, λοιπόν, ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση –περί τα 1786- τα κέρδη που έχουν να πηγαίνουν για την κατασκευή νέων καραβιών, με χωρητικότητα 100, 200 ακόμα και 400 τόνων.

Η Χίος και σε αυτήν την περίοδο του αιώνα συνεχίζει την ανοδική της πορεία, με τα σπίτια και τους κήπους της να αποτελούν το καλύτερο δείγμα ευμάρειας. Το νησί εξακολουθεί να είναι ένας εμπορικός κόμβος, με πολλά από τα προϊόντα των άλλων νησιών να καταλήγουν εκεί. Οι κάτοικοι εξακολουθούν να παράγουν και να εμπορεύονται τη μαστίχα, που είναι ανάρπαστη σε όλη την Ανατολή. Οι κεφαλαιούχοι του νησιού, εκτός από τις εμπορικές τους ασχολίες, χρηματοδοτούν και κατοίκους άλλων νησιών για να κατασκευάσουν πλοία και να εξοπλιστούν με αγαθά.

Η οικονομική και ναυτική πορεία της Ύδρας στο δεύτερο μισό του αιώνα συνεχίζει να είναι ανοδική, με τους ναυτικούς του νησιού να έχουν στα χέρια τους σχεδόν εξ’ ολοκλήρου το εμπόριο των σιτηρών, ενώ φτάνουν να τροφοδοτούν την Κωνσταντινούπολη και γενικά τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου. Επίσης, όταν η Γαλλία είχε ν’ αντιμετωπίσει τις εσωτερικές της κρίσεις (Γαλλική Επανάσταση και ναπολεόντειοι πόλεμοι), οι Υδραίοι επωφελήθηκαν από αυτήν την εξέλιξη. Παράλληλα με αυτές τις εξαγωγικές τους δραστηριότητες, φροντίζουν να εισάγουν από διάφορα μέρη της Μεσογείου προϊόντα περιζήτητα, όπως τα αρώματα και τον καφέ της Αραβίας, το ρύζι της Αιγύπτου, τα ψευτοκοσμήματα Βενετίας και άλλα πολλά.

Η κατάσταση στα Ψαρά δεν παρουσιάζει ραγδαία μεταβολή μετά τα μισά του αιώνα. Ο πληθυσμός έχει μια σχετικά καλή αύξηση και αυτό ωθεί τους κατοίκους, όπως και στις αρχές του αιώνα, να ταξιδεύουν στα πέλαγα, πάντα με την οικονομική βοήθεια της Χίου. Θα ωφεληθούν, ωστόσο, και αυτοί –όπως και οι Υδραίοι- από τις γαλλικές αναταράξεις, με αποτέλεσμα να εκσυγχρονίσουν το στόλο τους και έτσι να εφοδιάσουν τα αποκλεισμένα γαλλικά λιμάνια, ενώ σημαντικός παράγοντας για την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου είναι η δημιουργία του λιμανιού της Οδησσού (1794), με την οποία οι Έλληνες από εδώ και πέρα θα έχουν σημαντική εμπορική και πνευματική σχέση.

Μερίδιο στη θαλάσσια αγορά, αν και μικρό, έχουν και οι κάτοικοι άλλων νησιών, με τα προϊόντα τους να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τα προϊόντα που υπάρχουν γενικά στην Ανατολή, όπως το κερί, το λάδι, το μετάξι, το βαμβάκι και άλλα. Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με προϊόντα ιδιαίτερα κάθε τόπου, όπως δίματα και σκάμιτα της Σαντορίνης, της Πάρου και αλλού, βαμβακερές κάλτσες και σκουφιά της Κιμώλου, μεταξωτές κάλτσες της Τήνου, μάρμαρα της Νάξου και της Πάρου και άλλα πολλά. Ένα άλλο νησί που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η Κάσος, εκεί οι ναυτικοί, την περίοδο του Νοεμβρίου, σπέρνουν τα χωράφια τους και τον Μάρτιο έχουν τη συγκομιδή, τον υπόλοιπο χρόνο ασχολούνται με το εμπόριο. Υπάρχουν, όμως, και νησιά που σε αυτή την περίοδο του αιώνα έμειναν στάσιμα και σταδιακά άρχισαν να παρακμάζουν, τέτοιο παράδειγμα είναι η Θάσος. Οι κάτοικοι εκεί, ασχολούμενοι με τη γεωργία, έβγαζαν τα απαραίτητα και γι’ αυτό δεν ήθελαν να ξανοιχτούν στο πέλαγο, έτσι απομονώθηκαν και έχασαν την επαφή τους με τον έξω κόσμο.

Συνοψίζονται, στο Αιγαίο του 18ου αιώνα, συναντάμε νησιά που επωφελούνται από τις συγκρούσεις, αλλά παράλληλα τολμούν και ταξιδεύουν, αρχικά στον περιορισμένο χώρο του Αιγαίου και στη συνέχεια σε όλη τη Μεσόγειο. Υπάρχουν, όμως, νησιά όπου οι κάτοικοι προτιμούν να μείνουν οχυρωμένοι στα κάστρα τους, ζώντας με περιορισμένους πόρους. Αυτοί που τολμούν γίνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα περιζήτητοι Οδυσσείς, στελεχώνοντας ακόμη και το Οθωμανικό ναυτικό, ενώ η ενασχόληση με τη θάλασσα τους προσφέρει εκτός από πολλά οικονομικά οφέλη, και πνευματικά. Σε λίγα χρόνια, οι Έλληνες αυτοί θα αποτελέσουν τη σημαντικότερη βάση της ελληνικής Επανάστασης, τόσο με τα κεφάλαιά τους, όσο και με το θάρρος και τον κοσμοπολιτισμό τους.


Βιβλιογραφία
  • Απόστολος Βακαλόπουλος «Ιστορία του νέου ελληνισμού» Τόμος Δ`, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2005
  • Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος «Νεοελληνική Ιστορία (1204-1940)», Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2000

Γιώργος Σαλπιγγίδης

Γεννημένος στην Αθήνα το 1999. Φοιτητής του Τμήματος Ιστορία, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών, της Καλαμάτας. Λάτρης της Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας, του αρχαίου θεάτρου, του βιβλίου και της μαγειρικής