Της Κωνσταντίνας – Μαρίνας Χριστοφή,

Μια φορά και έναν καιρό, η ώρα σήμανε δώδεκα και ο μεγάλος δείκτης συνάντησε τον μικρό, ώσπου κατάφεραν να εφάπτονται απόλυτα και γραμμικά. Κάπως έτσι καθορίζεται και ο χρόνος εκ του Νεύτωνα, ως μια απόλυτη έννοια, δηλαδή, η οποία διαμορφώνεται και ελίσσεται μελωδικά σχεδόν στο απόλυτο κενό, καθώς υφίσταται ανεξάρτητα του χωρικού πλαισίου. Ο Αϊνστάιν, βέβαια, διαφώνησε ηχηρά και προέβη στη διάπλαση μιας νέας έννοιας. Έκείνης του χωροχρόνου, υπαγορεύοντας φυσικά ότι ο εξωτερικός κόσμος, εκείνος που καθορίζεται ως τόπος, και τυχόν μεταβολές του, στρεβλώνουν το χρόνο. Ο χώρος και ο χρόνος εφάπτονται σαν δείκτες και ο ένας προσδίδει στον άλλον μία νέα μορφή, μια διαβρωμένη δυναμική.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ιχνηλατώντας στο θησαυροφυλάκιο της πείρας και της γνώσης, διατυπώνει ότι ο χρόνος είναι μια έννοια «εξαρτώμενη», η οποία καθορίζεται από την κίνηση των «φύσει όντων». Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, η έννοια του χρόνου είναι ένα γλυκό θεωρητικό οικοδόμημα, το οποίο εντελώς αμελητέα πλανάται και σχεδόν καταχρηστικά υπάρχει στη ζωή του ανθρώπου. Παρεκκλίνοντας, ωστόσο, από αυτή την κατασκευή, ο χρόνος είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος παίζει σκυταλοδρομία με τη ζωή. Η ζωή προσπαθεί να προλάβει το χρόνο κι ο τελευταίος θέλει να την προσπεράσει. Ο χρόνος, με άλλα λόγια, μέσα από τα βλέφαρα του ανθρώπου, φαντάζει ένας δυνατός και ανταγωνιστικός αντίπαλος. 

Αν κλείσουμε τα μάτια και κάνουμε ένα ταξίδι στην παιδική μας ηλικία, στην ηλικία που ανέμελα ηχούσαν ξέφρενα γέλια στην παιδική χαρά, στην ηλικία που βλέπαμε ασύστολα καρτούν στην τηλεόραση κάθε Σαββατοκύριακο, στην ηλικία που η ενηλικίωση έμοιαζε με έναν ξένο και μακρινό  οιωνό, μία ιδιότητα που είχαν μόνο η μαμά κι ο μπαμπάς, τότε θα καταλάβουμε ότι αυτό το χρονικό ταξίδι, αυτή η μετάβαση από το «Τ» του τότε στο «Τ» του τώρα, διήρκησε ένα βλέφαρο. Φυσικά, μεσολάβησαν μέρες, μήνες, χρόνια, ίσως και δεκαετίες ολόκληρες από τότε… Ο ανθρώπινος νους, όμως, δεν ενδιαφέρεται για τον πραγματικό χρόνο, για τον μετρήσιμο, για εκείνον, δηλαδή, που έχει διαστάσεις ώρας και δευτερολέπτων. 

Ο άνθρωπος είναι ένας ταξιδιώτης στο φάσμα του χρόνου, ένας ταξιδιώτης σε μία πλάνη, καλά οργανωμένη από μία ψευδαίσθηση. Ο Νεύτωνας μπορεί να παρέλειψε να αναλύσει τον συσχετισμό μεταξύ του χώρου και του χρόνου, ωστόσο διατύπωσε κάτι εξαιρετικά αληθές, ότι δηλαδή ο χρόνος είναι απόλυτος. Ειδικότερα, αν λάβουμε ως παράδειγμα το ποσό της μίας ώρας, η τελευταία αντιστοιχεί σε εξήντα ακριβώς λεπτά… Πολλές φορές, όμως, λογίζεται ως μία αιωνιότητα, όταν φορτωνόμαστε μια δυσάρεστη υποχρέωση ή ως μία σύντομη στιγμή, όταν πρόκειται για κάτι ευχάριστο κι αγαπημένο. Σε αυτό το σημείο, δηλαδή, γίνεται λόγος για μια νέα θεωρία σχετικά με την πολύπλοκη έννοια του χρόνου, εκείνη του υποκειμενισμού. Ο χρόνος συνεπώς, μετριέται κατά την ποιότητα που του αποδίδουμε και την αίσθηση που αποκομίζουμε από αυτόν. 

Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος είναι μια έννοια εξαιρετικά απαιτητική, η οποία ξεδιπλώνεται κυρίως όταν το άτομο αγγίζει την καμπύλη της ακμής του, όταν δηλαδή κατανοήσει ότι από ένα σημείο και μετά, ξεκινάει μία αντίστροφη μέτρηση και τα γρανάζια τρέχουν προς την ώρα μηδέν. Η ώρα μηδέν φυσικά δεν είναι η ώρα του θανάτου, άλλωστε, αν ήταν έτσι τα πράγματα, η ανθρώπινη ζωή δε θα ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κακοστημένο θέατρο του παραλόγου. Η ώρα μηδέν είναι η στιγμή που κάθε νοήμον αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει ικανοποιήσει τα θέλω του, δεν έχει ζήσει με ρίσκο, δεν έχει απολαύσει τα κυριακάτικα κρύα πρωινά κοντά στο τζάκι… Η ώρα μηδέν είναι μία ώρα συνειδητοποίησης της ζωτικής ουσίας, όπου το κοντέρ μηδενίζει και ξεκινάει μία νέα ζωή.

Η ώρα μηδέν είναι μία έντονη στιγμή στη ζωή του καθενός, αφού η κλεψύδρα γυρνάει και οι δείκτες χτυπούν ξέφρενα κι επιτακτικά. Η ώρα μηδέν γεφυρώνει την απλή καθημερινή ζωή του μέσου πολίτη με όλες τις επιθυμίες που έχει φυλάξει ο τελευταίος κάπου βαθιά στο ασυνείδητο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή υπό τον ταχύρρυθμο ήχο των δεικτών και εκείνον της σκόνης που κυλά από την κλεψύδρα, όλες οι επιθυμίες τρέπονται σε «πρέπει». «Πρέπει πριν συνταξιοδοτηθώ να ταξιδέψω στην Ευρώπη», «πρέπει να έχω κάνει παιδιά πριν γίνω 35», «πρέπει επιτέλους να μάθω εκείνη την ξένη γλώσσα»… Πόσο πολλά τα «πρέπει» και πόσο λιγότερος ο χρόνος.

Στον μεγάλο αγώνα σκυταλοδρομίας μεταξύ του χρόνου και της ζωής, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκφράζει ότι «πάντα είναι ο κατάλληλος χρόνος για να κάνεις αυτό που είναι σωστό». Πράγματι, δεν υπάρχει κανένας φραγμός -χρονικός- που να μεταλλάσσει τα «θέλω» σε «πρέπει», δεν υπάρχει καμία βιασύνη και καμία κλεψύδρα. Η έννοια του χρόνου είναι ανόθευτη, ωστόσο εμείς επιλέγουμε να κάνουμε όμορφες παραποιήσεις σε αυτήν, βάσει της προσωπικής μας αντίληψης επί των καταστάσεων. Ο χρόνος του ανθρώπινου είδους μετριέται σε μία κλίμακα πολλών χρόνων, ωστόσο, βρίσκεται στο δικό μας χέρι να μηδενίσουμε το χρονόμετρο και να σταματήσουμε να μετράμε ώρες, παρά στιγμές, εμπειρίες, αισθήματα. 


Κωνσταντίνα-Μαρίνα Χριστοφή, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος της Νομικής, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο τομέας που την ενδιαφέρει αρκετά όσον αφορά στη νομική, είναι εκείνος του ναυτικού δικαίου, ωστόσο την αγγίζουν έντονα και ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Σε ένα έξω-νομικό πλαίσιο, λατρεύει ιδιαίτερα τη συγγραφή, τη λογοτεχνία και την τέχνη. Τέλος, προσπαθεί να δραστηριοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο εθελοντικά καθώς υποστηρίζει έντονα τις αρχές της φιλανθρωπίας και ανιδιοτέλειας.