Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Η σχέση μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του συνταγματικού δικαίου των κρατών μελών απασχόλησε ήδη από τα πρώτα χρόνια της κοινής ευρωπαϊκής μας πορείας το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ), αλλά και τα εσωτερικά δικαστήρια με πληθώρα αποφάσεων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον. Η σημασία των αποφάσεων αυτών μπορεί να εντοπίζεται στο νομικό κομμάτι, αυτό όμως δε σημαίνει πως στερούνται κοινωνικής αλλά και ιστορικής βαρύτητας, όπως θα διαπιστώσουμε στην πορεία.

Η δομή της ελληνικής έννομης τάξης, όπως και των λοιπών ευρωπαϊκών, είναι ιεραρχική, με το Σύνταγμα να βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας των κανόνων δικαίου. Η είσοδος της Ελλάδας σε υπερεθνικά οικοδομήματα συνεπάγεται νομικές δεσμεύσεις που αναπόφευκτα επηρεάζουν την πυραμιδοειδή διάρθρωση του νομικού της οπλοστασίου. Η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης από το ΔΕΕ είναι ευρεία και ερείδεται στις αρχές της υπεροχής και του ωφέλιμου αποτελέσματος, δηλαδή στην υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού και στην ερμηνεία των κανόνων του πρώτου με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγονται όσο το δυνατόν πιο δίκαια και αποτελεσματικά συμπεράσματα, τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε δικονομικό επίπεδο. Ακρογωνιαίος λίθος της αρχής της υπεροχής είναι η αρχή της αμεσότητας, όπως αυτή διατυπώθηκε στην ιστορική απόφαση Van Gend en Loos, η δυνατότητα, δηλαδή, των ιδιωτών να επικαλούνται απευθείας στις διαφορές που προκύπτουν διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου, τηρουμένων των νομολογιακά διαμορφωθεισών προϋποθέσεων. Ωστόσο, το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ρητά την υπερίσχυσή του έναντι του εθνικού ούτε στις ιδρυτικές του Συνθήκες, ούτε στις παράγωγες πηγές του. Η μόνη Συνθήκη που πανηγυρικά διατύπωνε την υπεροχή ήταν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, το όνειρο εφαρμογής του οποίου προσέκρουσε στον σκόπελο των αρνητικών δημοψηφισμάτων στην Ολλανδία και στη Γαλλία. Ελλείψει νομοθετικής πρόβλεψης της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ έναντι των εθνικών και λαμβάνοντας υπόψη το δεδομένο ότι η ΕΕ δε θα εδύνατο να πορευθεί ειρηνικά και ενιαία, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να προβάλλουν εθνικές συνταγματικές ή και κατώτερης ισχύος διατάξεις ως ανώτερες των αντίθετων ευρωπαϊκών, η λύση δόθηκε και πάλι νομολογιακά στην απόφαση-σταθμό Costa κατά ENEL. Το ΔΕΕ (τότε ΔΕΚ) διατύπωσε την αρχή ότι το δίκαιο της ΕΕ ως όλον, δηλαδή τόσο το πρωτογενές όσο και το παράγωγο, υπερισχύει έναντι προγενέστερων και μεταγενέστερων αυτού κανόνων του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών.

Ο τρόπος με τον οποίο θα διασφαλιστεί η εν λόγω αρχή -τουλάχιστον όσον αφορά τις Συνθήκες- είναι αδιάφορος για την ΕΕ. Αυτό σημαίνει πως τα εθνικά συνταγματικά κείμενα, αναγνωρίζοντας την πολυεπίπεδη συμπόρευσή τους με την ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και στον συγκερασμό στοιχείων των ευρωπαϊκών νομικών πολιτισμών, μπορούν να καθιερώσουν το σύστημα του μονισμού ή του δυϊσμού, δηλαδή την απευθείας εφαρμογή των Συνθηκών στην εσωτερική έννομη τάξη ή την προηγούμενη κύρωσή τους κατά τους κανόνες που η τελευταία θέτει. Η Ελλάδα προετοίμασε τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με τη διάταξη του άρθρου 28 του Συντάγματος και δη με την ερμηνευτική αυτού δήλωση και προβλέπει το σύστημα του δυϊσμού. Οι Συνθήκες ισχύουν μόνο από τη στιγμή που θα κυρωθούν από το εσωτερικό δίκαιο. Σε άλλα κράτη της Ευρώπης, όπως στο Λουξεμβούργο, η υπερίσχυση του ενωσιακού δικαίου, όπως αυτή αποτυπώνεται συνταγματικά, είναι πιο εναργής και έντονη, γεγονός που καταδεικνύει ίσως το επίπεδο της νομικής προετοιμασίας κάθε κράτους για την είσοδό του σε τέτοιου είδους υπερκρατικά μορφώματα. Δεδομένου, όμως, ότι η νομική ακολουθεί την ιστορική πραγματικότητα των λαών, θα εντάξει στο σώμα της και στο εύρος των διατάξεών της, στοιχεία της ιδιαίτερης ταυτότητας και του πολιτισμού των λαών αυτών. Δε θα έπρεπε, επομένως, να γίνει το ίδιο και στο επίπεδο του δικαίου της Ένωσης, ώστε να λαμβάνονται υπόψη δεδομένα του νομικού πολιτισμού που αντικατοπτρίζουν στοιχεία της φυσιογνωμίας των κρατών μελών; Έχει σημασία, κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, το γεγονός ότι ένας κανόνας έχει παραχθεί στο ανώτερο επίπεδο της έννομης τάξης, δηλαδή στο Σύνταγμα;

Η απάντηση είναι πως η αρχή της υπεροχής δεν είναι δυνατό να διασαλευτεί, μπορεί, όμως, να δοθεί ερμηνευτική ώθηση στον συνταγματικό κανόνα. Η δυναμική της εξέλιξης της αρχής της υπεροχής προέρχεται από τη δισυπόστατη φύση της ΕΕ που προκύπτει από τη συνύπαρξη της Ένωσης με τα κράτη μέλη της και αποδίδεται πλέον και με τον όρο «συμπολιτεία». Οι λαοί των κρατών μελών είναι απαραίτητες συνιστώσες του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, γεγονός που διατυπώνεται ρητά στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), από την οποία απορρέει ότι η συνοχή της Ένωσης διασφαλίζεται με την προστασία και αναγνώριση των κοινών εθνικών συνταγματικών αρχών. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ δέχτηκε ότι κατά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα υποσύνολο συνταγματικών διατάξεων των κρατών μελών, για τα οποία υφίσταται και ανάλογη αρμοδιότητα της ΕΕ. Η νομολογία του ΔΕΕ είναι ιδιαίτερα πλούσια στον τομέα αυτό, με τις αποφάσεις να σκιαγραφούν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των ευρωπαϊκών λαών.

Η απόφαση Omega αφορούσε την απαγόρευση όλων των παιχνιδιών βίας στη Γερμανία με σκοπό την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Η αρχή αυτή είναι κοινή ευρωπαϊκή συνταγματική αρχή, επομένως καταρχήν δε μπορεί να γίνει επίκλησή της από τη Γερμανία ως στοιχείου της ιδιαίτερης συνταγματικής της φυσιογνωμίας. Το ΔΕΕ, όμως, τη δέχτηκε ως ιδιαίτερο λόγο αναγόμενο στην εσωτερική έννομη τάξη και ικανό να δικαιολογήσει τον περιορισμό οικονομικών δικαιωμάτων, δεδομένου του επιβαρυμένου ιστορικού περιβάλλοντος, καθώς σήμερα η αρχή αυτή διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο (αποτυπώνεται άλλωστε στο πρώτο άρθρο του Γερμανικού Συντάγματος). Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η απόφαση Wittgenstein, στην οποία η Αυστρία έκανε επίκληση λόγων δημοσίας τάξεως περί καταργήσεως των διακριτικών τίτλων ευγενείας για να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής εντός κράτους μέλους της Ένωσης εις βάρος της προσφεύγουσας. Το ΔΕΕ διαπίστωσε πως δεν υφίσταται υπέρβαση του επιδιωκόμενου σκοπού λόγω του παραπάνω περιορισμού, άρα ούτε και υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας. Η απόφαση αυτή βέβαια έχει επικριθεί από τη θεωρία, μιας και στο πλαίσιο του ελέγχου αναλογικότητας δεν εξετάστηκαν ηπιότερα μέσα που υπήρχαν και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, για να αποφευχθεί ο περιορισμός του δικαιώματος διαμονής. Στην απόφαση Coman, η οποία αφορούσε την αναγνώριση από τις Ρουμανικές αρχές γάμου ομόφυλου ζευγαριού που είχε συντελεστεί στο Βέλγιο, η Ρουμανία δικαιολόγησε την άρνησή της να παραχωρήσει άδεια διαμονής επ’ αόριστον στο εν λόγω ζευγάρι, στηριζόμενη στο γεγονός ότι η έννοια της οικογένειας με την παραδοσιακή της μορφή αποτελεί βάση του Συντάγματος και του πολιτεύματός της. Το ΔΕΕ διαπίστωσε πως το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή προσώπων είναι ουδέτερο απέναντι στην έννοια των συζύγων. Βεβαίως τα κράτη έχουν κυριαρχικό δικαίωμα να προβλέπουν ή να μην προβλέπουν τη δυνατότητα σύναψης γάμου ομοφύλων ανάλογα με την εθνική τους ταυτότητα και τη συμφυή προς αυτήν συνταγματική τους τάξη. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως μπορούν να αρνηθούν περαιτέρω δικαιώματα που απορρέουν από εκείνο που τα κράτη αποφασίζουν να μην προβλέψουν διότι αν αυτό συνέβαινε, τα δικαιώματα που κατοχυρώνει η ευρωπαϊκή έννομη τάξη θα είχαν διαφορετικό βαθμό προστασίας στις εθνικές έννομες τάξεις, ανάλογο με τις ιδιαιτερότητες αυτών.

Τα εθνικά Συντάγματα και η ερμηνευτική τους κατεύθυνση αποτελούν προϊόντα της ιστορικής πορείας του κάθε έθνους στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ως εκ τούτου, διαπλάθουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα και την ίδια τη νομική φυσιογνωμία του δικαίου της ΕΕ, που βαδίζει σύμφωνα με τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις, σεβόμενο παράλληλα τη συνταγματική ιδιαιτερότητα των λαών. Αυτό που για τον Έλληνα θα ήταν το αυτονόητο, δηλαδή η απαγόρευση εισόδου σε γυναίκα Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο Άγιο Όρος ή η διενέργεια εμπορικής δραστηριότητας σε αυτό, για τον Γάλλο θα ήταν αδιανόητο. Διότι τα άρθρα 3 και 105 του Ελληνικού Συντάγματος παρασάγγας απέχουν από την αρχή της laïcité που διέπει το Γαλλικό συνταγματικό πλαίσιο. Και αυτό ακριβώς είναι που λαμβάνει υπόψη του ο ευρωπαίος δικαστής σε μια Ευρώπη ενωμένη στην πολυμορφία της.


Πηγές
  • ΔΕΕ C-32/84, N.V. Alegemene Transport en Expeditie Onderneming Van Gend en Loos κ. Ολλανδικής Οικονομικής Διοικήσεως, ECLI:EU:C:1985:104
  • ΔΕΕ C-6/64, Flaminio Costa κατά Ente Nationale per l’Energia Elettrica, ECLI:EU:C:1964:66
  • ΔΕΕ C-36/02, Omega Spielhallen- und Automatenaufstellungs-GmbH κατά Oberbürgermeisterin der Bundesstadt Bonn, ECLI:EU:C:2004:614
  • ΔΕΕ C-673/16, Relu Adrian Coman κ.λπ. κατά Inspectoratul General pentru Imigrări και Ministerul Afacerilor Interne, ECLI:EU:C:2018:385
  • ΔΕΕ C-208/09, Ilonka Sayn-Wittgenstein κατά Landeshauptmann von Wien, ECLI:EU:C:2010:806

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.