Της Κυριακής Θεοδοσάκη, 

Σε έναν κόσμο όπου οι ΗΠΑ στρέφονται προς τη μονομέρεια και τον προστατευτισμό και η Κίνα στην πολυμέρεια, την οποία χρησιμοποιεί ως εργαλείο προώθησης της εθνικής της στρατηγικής, δυνάμεις όπως η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητούν τον τρόπο να διαχειριστούν την ισχύ τους. Έτσι, στις 27 Σεπτεμβρίου Ιαπωνία και Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούν στη σύναψη μιας συμφωνίας για τον συντονισμό των υποδομών, των μεταφορών και άλλων αναπτυξιακών και ψηφιακών κοινών έργων, ώστε να επιτευχθεί η σύνδεση Ευρώπης-Ασίας.

Είναι χαρακτηριστικό πως η συμφωνία αυτή αποτελεί ξεκάθαρη απάντηση απέναντι στη φιλόδοξη κινεζική πρωτοβουλία «One Belt, One road», με τις δυο δυνάμεις να συνασπίζονται σε έναν εξισορροπητικό μηχανισμό απέναντι στις επεκτατικές τάσεις της Κίνας. Εάν η Κίνα χρησιμοποιεί την ήπια ισχύ της με οικονομική συνεργασία και αναπτυξιακή πολιτική, για να προωθήσει γεωπολιτικά συμφέροντα, τότε Ιαπωνία και Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα, για να εξισορροπήσουν την ισχύ της και να περιορίσουν τις ηγεμονικές τάσεις της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέκαθεν αποτελούσε πρότυπο ήπιας ισχύος, ποτέ, όμως, δεν είχε αποδείξει πως μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη δυναμική της στο γεωπολιτικό πεδίο μέχρι σήμερα.

Ειδικότερα, η νέα αναπτυξιακή συμφωνία των δυο δυνάμεων για μια Ευρωπαϊκοασιατική συνδεσιμότητα προσβλέπει σε αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα και θέτει ως προϋπόθεση για την ανάθεση των έργων την οικονομική δυνατότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των εμπλεκομένων χωρών. Χαρακτηριστικά, ο Ιάπωνας Πρωθυπουργός, Shinzo Abe, δήλωσε: «Είτε πρόκειται για ένα μόνο δρόμο ή ένα μόνο λιμάνι, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία αναλαμβάνουν κάτι, είναι σε θέση να οικοδομήσουν μια βιώσιμη, βασισμένη σε κανόνες, σύνδεση από τον Ινδικό-Ειρηνικό έως τα Δυτικά Βαλκάνια και την Αφρική».

Από την άλλη πλευρά, το «One belt, One road» έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για ανεπαρκή περιβαλλοντικά πρότυπα, ενώ συγχρόνως φάνηκε πως σε πολλές περιπτώσεις οι χώρες βρέθηκαν καταχρεωμένες από τα ελκυστικά κινεζικά δάνεια για την υλοποίηση αναπτυξιακών έργων. Παραδείγματος χάριν, ένας χρηματοδοτούμενος από την Κίνα αυτοκινητόδρομος για τη σύνδεση της Αδριατικής ακτής του Μαυροβουνίου με την γειτονική Σερβία χρέωσε το Μαυροβούνιο σε τέτοιο βαθμό, ώστε το ΔΝΤ έκρινε πως η χώρα αδυνατεί να ολοκληρώσει το έργο.

Εκτός αυτού, όμως, το φιλόδοξο αυτό αναπτυξιακό σχέδιο για τη δημιουργία ενός χερσαίου και ενός θαλασσιού δρόμου, που θα συνδέσουν την Ασία με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τον Ατλαντικό Ωκεανό, αριθμεί 152 συνεργαζόμενες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σε αυτές τις χώρες, εκ των οποίων οι οχτώ είναι ευρωπαϊκές. Πρόκειται για μια παγκόσμιας εμβέλειας αναπτυξιακή στρατηγική που ξεκίνησε από το 2013 και ήδη έχει καταφέρει να υλοποιήσει έργα σε περισσότερες από 60 χώρες.

Η φιλοδοξία, μάλιστα, το σχέδιο να φτάσει μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό αποδεικνύει πως η Κίνα δε διστάζει να διεκδικήσει τη θέση που της αρμόζει στο διεθνές status quo, ως μια εδραιωμένη ισχυρή οικονομική δύναμη. Το μεγαλύτερο μεταποιητικό εργοστάσιο του κόσμου που κατάφερε να πλήξει και τον μεταποιητικό τομέα των ΗΠΑ δε φαίνεται να διστάζει να προσφέρει την αναπτυξιακή του βοήθεια, ακόμα και στους πολίτες του «Make America Great Again!» Το ίδιο, όμως, ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Κίνα κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να εδραιώσει ένα αρκετά ελκυστικό προφίλ ως μια ήπια δύναμη, χωρίς να καταφύγει σε επιθετικές δράσεις και στην επιδίωξη τετελεσμένων στη γεωπολιτική σκακιέρα, καταφέρνοντας, έτσι, να τραβήξει μαζί της σημαντικό κομμάτι της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Με την πρωτοβουλία «17+1» για αναπτυξιακά και επιχειρηματικά σχέδια, η Κίνα κατάφερε να επενδύσει 600 δισεκατομμύρια ευρώ σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τη στιγμή που η αντίστοιχη επένδυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφτανε τα 230 δισεκατομμύρια ευρώ.

Έτσι, αποκαλύπτεται το στοίχημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην Κινεζική επεκτασιμότητα, να ξανακερδίσει, δηλαδή, την ανατολική Ευρώπη και άλλες χώρες που αφενός έχουν προσχωρήσει στην αγκαλιά της Κίνας και αφετέρου αποδεικνύουν πόσο αναποτελεσματική μπορεί να ήταν η αντίστοιχη ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πολιτική ή η λεγόμενη πολιτική συνοχής για χώρες που εμφανίζουν υψηλά ποσοστά ευρώ-σκεπτικισμού, όπως για παράδειγμα η Τσεχία. Ή για χώρες που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή περιφέρεια και νιώθουν στο περιθώριο των εξελίξεων, όπως η Ελλάδα και για χώρες, όπως το Μαυροβούνιο και η Σερβία που για πληθώρα λόγων βρίσκουν ακόμη κλειστή την πόρτα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εν κατακλείδι, η νέα συνεργασία είναι αξιοσημείωτο παράδειγμα εξισορροπητικής πολιτικής και γεωπολιτικής αξιοποίησης της ήπιας ισχύος από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άνοιγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας και παραδοσιακό αντίπαλο της Κίνας σε στρατηγικά και οικονομικά ζητήματα θυμίζει πως το διεθνές σύστημα και τα κρατικά συμφέροντα, όπως τα αποτύπωσε η παραδοσιακή ρεαλιστική θεωρία, παραμένουν αμετάβλητα και στο σημερινό σύστημα.


Κυριακή Θεοδοσάκη

Σπουδάζει στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά και συμμετέχει ενεργά σε προσομοιώσεις (Εuropa.S, RhodesMRC). Συμμετείχε στην πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις ευρωπαϊκές εκλογές «This time I’m voting» ως εθελόντρια. Ενδιαφέρεται για τα ευρωπαϊκά θέματα καθώς και για τα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής.