Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Λίγους μήνες πριν το διασωστικό σκάφος της ανθρωπιστικής οργάνωσης Sea-Watch, καθώς και η Γερμανίδα καπετάνισσά του, Καρόλα Ρακέτε, έμελλε να συμβολοποιήσουν την αντίδραση στην αντιμεταναστευτική και αντιευρωπαϊκή ρητορική του Ιταλού ακροδεξιού πρώην Υπουργού Εσωτερικών, Ματέο Σαλβίνι. To Sea-Watch 3 αποτελεί ένα από τα πρώτα διασωστικά σκάφη που “δοκίμασε” τη σκληρή νομική γραμμή, που είχε υιοθετήσει η Ιταλία για το μεταναστευτικό, θέτοντας σε παράλληλη δοκιμασία και τις αντοχές του ενωσιακού οικοδομήματος σε νέες προκλήσεις, με φόντο την προσφυγική κρίση και την άνοδο εξτρεμιστικών πολιτικών αντιλήψεων.

Το εν λόγω πλοίο, κατευθυνόμενο στα ανοικτά των ακτών της Λιβύης, περισυνέλλεξε 53 μετανάστες, παραμένοντας στην ανοιχτή θάλασσα, δηλαδή σε διεθνή ύδατα, στα οποία δεν υφίστανται εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα οποιασδήποτε χώρας. O Ιταλός πρώην Υπουργός Εσωτερικών είχε την εξουσία, βάσει διατάγματος, να αρνείται την είσοδο στα χωρικά ύδατα της Ιταλίας πλοίων, που συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Τη θέση του ενίσχυσε και η απορριπτική εις βάρος της προσφεύγουσας οργάνωσης απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εδρεύει στο Στρασβούργο. Το δικαστήριο υπογράμμισε πως υποχρέωση της Ιταλικής κυβέρνησης είναι να παράσχει βοήθεια στα ευάλωτα λόγω ηλικίας και κατάστασης υγείας πρόσωπα του σκάφους. Δε διαπίστωσε πως συντρέχουν εξαιρετικά σοβαροί και επείγοντες λόγοι, ώστε να υποχρεωθεί η Ιταλία να υποδεχθεί το σύνολο των προσφύγων στο έδαφός της στο πλαίσιο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Το ένα πέμπτο περίπου των προσφύγων μεταφέρθηκε στην Ιταλία από την ακτοφυλακή του κράτους, διότι τα άτομα αυτά κατατάσσονταν στην κατηγορία των ευάλωτων προσώπων. Λόγω της θέσεως σε ισχύ του διατάγματος από την προηγούμενη Ιταλική κυβέρνηση, το πλοίο της ανθρωπιστικής οργάνωσης δε μπορούσε να εισέλθει στα χωρικά ύδατα της χώρας. Ωστόσο, η κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι μετανάστες ήταν απελπιστική, ομοιάζουσα με αυτή ομήρων και η Γερμανίδα καπετάνισσα φοβόταν ακόμα και αυτοκτονίες, όπως ανακοίνωσε μέσω του δικηγόρου της. Ύστερα από 15 συνεχείς ημέρες παραμονής στο πλοίο, η Ρακέτε, αψηφώντας κάθε εντολή της τότε Ιταλικής κυβέρνησης, αποφασίζει να ελλιμενιστεί στο νησί Λαμπεντούζα.

Στην προσπάθειά του να ανακόψει την πορεία ελλιμενισμού του πλοίου της ανθρωπιστικής οργάνωσης Sea-Watch, ταχύπλοο σκάφος των Ιταλικών τελωνειακών αρχών εμβολίστηκε και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί, για να μην εγκλωβιστεί στο λιμάνι. Το γεγονός αυτό επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τη νομική θέση της Ρακέτε, φέρνοντάς την αντιμέτωπη και με κατηγορίες για αντίσταση κατά της αρχής. Ο Σαλβίνι δε, έκανε λόγο για εγκληματική πράξη, η οποία έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές των αστυνομικών, παρομοιάζοντας το πλοίο με πειρατικό! Σε απάντησή της η Ρακέτε τόνισε πως ήταν μια πράξη ανυπακοής και όχι βιαιότητας.

Το αρμόδιο δικαστήριο της Σικελίας απεφάνθη πως η νεαρή καπετάνισσα δεν παραβίασε κανένα νόμο, ανταποκρινόμενη στο καθήκον της να παράσχει βοήθεια σε ανθρώπινες ζωές ευρισκόμενες σε κατάσταση ανάγκης. Η Γερμανίδα ακτιβίστρια  αφέθηκε ελεύθερη, τονίζοντας πως η αθωωτική απόφαση αποτελεί νίκη της αλληλεγγύης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή οικογένεια και τα κράτη που την απαρτίζουν, συνεχίζουν εξίσου αλληλέγγυα την κοινή ευρωπαϊκή τους πορεία, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τη μεταναστευτική κρίση που έχει θέσει εν αμφιβόλω τη φιλελεύθερη υπόσταση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, αλλά και τις τελευταίες εξελίξεις στην Ιταλία;

Ανεξάρτητα από την απόφαση του Ιταλικού δικαστηρίου, το σίγουρο είναι πως η σύλληψη της Καρόλα Ρακέτε από τις Ιταλικές αρχές υπενθυμίζει πως η προσφυγική κρίση εξακολουθεί να διχάζει τις κοινωνίες και να δημιουργεί τριγμούς μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Η Γερμανία, η Γαλλία, το Λουξεμβούργο, καθώς και η νέα Ιταλική Κυβέρνηση τάχθηκαν ανοιχτά κατά του δηκτικού και προκλητικού τόνου του Σαλβίνι. Μία από τις κυριότερες συνέπειες του μεταναστευτικού ζητήματος είναι η αναζωπύρωση ακροδεξιών ρητορικών και ξενοφοβικών αισθημάτων, ευθέως εκφραζομένων από το πολιτικό κόμμα του Σαλβίνι, καθώς και από το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας. Η θεοποίηση της πολιτισμικής ομοιογένειας και η ισοπεδωτική εξομοίωση της διαφορετικότητας με τον κίνδυνο που απειλεί την εθνική ασφάλεια, διαγράφουν προσπάθειες δεκαετιών ευρωπαϊκής συνύπαρξης, με το σύνθημα «Ενωμένοι στην πολυμορφία».

Η διαμάχη, ωστόσο, δε σταματά εδώ. Πρόσφατα, οι Ιταλικές εισαγγελικές αρχές αποφάσισαν να διεξάγουν έρευνες στο Μιλάνο, τόπο κατοικίας του πρώην Υπουργού Εσωτερικών, σχετικά με τα σχόλια αυτού εις βάρος της Ρακέτε. Η τελευταία υποστηρίζει πως οι δηλώσεις του στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπερβαίνουν τα όρια της θεμιτής κριτικής, της προσάπτουν αδικαιολόγητη μομφή, ενώ παράλληλα αποτελούν άμεση ή έμμεση απειλή προς το πρόσωπό της.

Η νέα κυβερνητική σύνθεση τάσσεται ανοιχτά κατά της σκληρής αντιμεταναστευτικής κι αντιευρωπαϊκής πολιτικής της προκατόχου της. Ο Ιταλός Πρωθυπουργός, Τζουζέπε Κόντε, καλεί τις Βρυξέλλες σε κοινή ευρωπαϊκή συνεννόηση για το μεταναστευτικό ζήτημα και σε αναθεώρηση του Κανονισμού του Δουβλίνου, που δεν επιμερίζει σύμμετρα την ευθύνη της μεταναστευτικής διευθέτησης στις συμβαλλόμενες χώρες, αλλά επιβαρύνει κυρίως τα κράτη υποδοχής. Παρά το γεγονός πως οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι τονίζουν ότι το πρόσωπο της νέας Κυβέρνησης θα είναι σίγουρα ανθρωπιστικό, καταδικάζοντας τα δρακόντεια μέτρα της προηγούμενης, η νέα Υπουργός Εσωτερικών, Λουτσιάνα Λαμοργκέζε, μια ανεξάρτητη πολιτική προσωπικότητα και ειδική σε θέματα μετανάστευσης, δύσκολα μπορεί να απέχει από τη σκληρή νομική γραμμή του Σαλβίνι. Χαρακτηριστικό, άλλωστε είναι και το γεγονός της απαγόρευσης εισόδου στα Ιταλικά χωρικά ύδατα του διασωστικού σκάφους Alan-Kurdi από τη νέα Υπουργό, λίγες μόλις ώρες μετά την ανακήρυξή της.

«Η ζωή μου ήταν εύκολη, μπόρεσα να φοιτήσω σε τρία πανεπιστήμια και στα 23 μου ήμουν απόφοιτη. Είμαι λευκή, Γερμανίδα, γεννήθηκα σε μια χώρα πλούσια με ένα διαβατήριο «σωστό». Όταν τα συνειδητοποίησα όλα αυτά, ένιωσα ότι έχω ηθική υποχρέωση να βοηθήσω όσους δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με εμένα». Αυτή ήταν η δήλωση της Ρακέτε, όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τον εαυτό της. Η δήλωση αυτή αποτελεί συνάμα και απάντηση μιας Ευρωπαίας, όχι μόνο στον αγώνα εκατομμυρίων ανθρώπων που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν συνεπεία ποικίλων παραγόντων, αλλά και στην πολιτική των κυβερνήσεων που δυναμιτίζει τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Απάντηση μιας Ευρωπαίας που είναι καθοριστική για το μέλλον της Ευρώπης.


Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.