Του Παναγιώτη Δώρη, 

Πολύ πρόσφατα, βγήκε στο φως μία έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, η οποία αποτυπώνει στον μέγιστο βαθμό, τον κίνδυνο οι μισοί μαθητές των Λυκείων της χώρας να αποφοιτήσουν ως λειτουργικά αναλφάβητοι. Σύσσωμη η ελληνική κοινωνία της γνώσης διεξήγαγε άμεσα έρευνες για την έννοια του λειτουργικού αναλφαβητισμού και τους τρόπους καταπολέμησής του, μόνο που, δυστυχώς για την ελληνική πολιτεία, τα ζητήματα παιδείας αποτελούν προβλήματα μακροχρόνιας πολιτικής και όχι λύσεων πρόχειρων και δίχως όραμα. Δυστυχώς, το πρόβλημα αυτό δεν είναι «αγροτικό», όπως θα πράξει ο αγρότης με το ζιζάνιο στα φυτά του, αλλά πρόβλημα που ομοιάζει με το περιβαλλοντικό.

Αποτελεί κοινή γνώση ότι αναλφάβητο είναι το άτομο εκείνο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη βασική βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος και το οποίο δεν κατέχει τις απαραίτητες βασικές γνώσεις που θα του χρειαστούν στη μετέπειτα βιοποριστική του πορεία, όπως π.χ. ανάγνωση, γραφή, προπαίδεια κ.λ.π. Αντιθέτως, λειτουργικά αναλφάβητος είναι εκείνος, ο οποίος έχει ολοκληρώσει κάποια βαθμίδα επιτυχώς, αλλά δε δύναται κατά αντικειμενικό τρόπο να εξωτερικεύσει τις γνώσεις του, δίνοντας ως παράδειγμα την έλλειψη βασικών γνώσεων ιστορικής φύσεως που αφορούν τη χώρα ή την αδυναμία λύσεως μαθηματικών παραστάσεων.

Έχοντας ως στόχο τη διαλεύκανση της συγκεκριμένης παθογένειας, οφείλουμε να σταθούμε στη γραμμική-ιστορική πορεία της εκπαίδευσης στην Ελλάδας. Μέσα στον 20ο αιώνα, η χώρα διήλθε πολλών πολέμων, πολλών εμπόλεμων καταστάσεων και αντιμετώπισε πλείστα οικονομικά προβλήματα. Με την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος το 1974 και την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ λίγα χρόνια αργότερα, εγκαθιδρύθηκε ένα περιβάλλον ειρήνης και ευμάρειας, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη μετεξέλιξη της χώρας σε δυτικό κράτος αρχών. Από τη δεκαετία του ’70, ξεκίνησε η ραγδαία μείωση του αναλφαβητισμού της χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Το κλασικό παράδειγμα που παρέχεται είναι η περίπτωση του κτηνοτρόφου ορεινής περιοχής, ο οποίος κατάφερε και έστειλε το παιδί του να μαθητεύσει και να φοιτήσει.

Βέβαια, η ηγεσία της πολιτείας και καθ’ ύλην αρμόδια για την παιδεία παρέλειψε ένα βασικό στάδιο, στην πορεία από την εξάλειψη του αλφαβητισμού έως την πλήρη γνώση, αυτό του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Η ρίζα του προβλήματος είναι βαθιά και σχετίζεται με τις προσδοκίες του κράτους από τους μετέπειτα φορολογούμενους πολίτες του. Το δίλημμα είναι το εξής: μαθητές με γνώσεις ή μαθητές με κριτική σκέψη;

Από τη μια, η Ελλάδα ενδιαφέρεται μονάχα για την αριστεία, για το ποιος θα είναι πιο άριστος από τον άλλο. Και λέγοντας πιο άριστος, εννοούμε την έντονη και συνεχή διαδικασία ανταγωνισμού στα σχολεία, αρχής γενομένης από τη βαθμοθηρία, την τάση των μαθητών να κυνηγούν ως θήραμα τον βαθμό. Μόνο που ποτέ η ελληνική κοινωνία δε στάθηκε ειλικρινής στα παιδιά της, λέγοντάς τους ότι ο βαθμός αποτελεί μια τυπική αποτύπωση της γνώσης στο συγκεκριμένο χρονικό πεδίο και ότι στη μετέπειτα ζωή τους, θα αποτελεί απλά ένα «παράσημο». Το «όπλο» του, όμως, θα είναι για πάντα η γνώση και για την ακρίβεια, η σαφής κατανόησή του. Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών ανά πληθυσμό στην Ευρώπη, αλλά και το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων νέων. Πώς οδηγηθήκαμε εδώ; Πώς η Ελλάδα κατάφερε να μορφώσει τον λαό της;

Πράγματι, η Ελλάδα μόρφωσε τον λαό της, αλλά με λάθος τρόπο. Δυστυχώς στη χώρα, η τεχνική κατάρτιση δεν εξισώνεται με μόρφωση, με προϊόν παροχής παιδείας. Αν επισκεφθούμε σήμερα μια καφετέρια, η πλειοψηφία των εργαζομένων έχει στην κατοχή της πτυχίο ορισμένης σχολής, ίσως και μεταπτυχιακό, ίσως και διδακτορικό! Το ίδιο και στο SuperMarket, στο μανάβικο της γειτονιάς, στο κρεοπωλείο, αλλά και στο περίπτερο. Δε γνωρίζω για εσάς, αλλά προσωπικώς θλίβομαι όταν άνθρωποι κατέχοντες πτυχίο, ασχολούνται σε άσχετο με το αντικείμενό τους επάγγελμα. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να εγκατασταθεί η βιομηχανία στην Ελλάδα, επειδή δε θα μπορούν οι επιχειρήσεις να βρουν εργαζόμενους.

Η ελληνική δωρεάν παιδεία εξελίχθηκε σε ακριβοπληρωμένη ημιμάθεια και αμάθεια, καθώς το φροντιστήριο φαίνεται να αρχίζει από πολύ μικρή ηλικία πλέον, ακόμη και από το νηπιαγωγείο! Η κοινωνία έπαψε να έχει απαιτήσεις, αφού οι γνώσεις κατάντησαν τροφή της μιας νύχτας ή καλύτερα ημέρας και ο λαός απέφυγε τη μόρφωση, αναζητώντας μονάχα την πιστοποίηση. Μια πιστοποίηση που δύσκολο δεν είναι να λάβεις, καθώς και οι εξετάσεις κρίνονται αναποτελεσματικές, με το σύστημα να προάγει τη μέθοδο της αποστήθισης, μη καλλιεργώντας ταυτόχρονα την κριτική σκέψη. Επιπλέον, καταφέραμε να δημιουργήσουμε μαθήματα δύο ταχυτήτων: εκείνα που μας ενδιαφέρουν για τις εξετάσεις -ενδιαφερόμενοι μονάχα για τον βαθμό και όχι για την ουσία- με τις οποίες θα φοιτήσουμε σε κάποια σχολή και σε εκείνα που δε μας ενδιαφέρουν διόλου από άποψη βαθμολογική και η ενασχόλησή μας κρίνεται ως περιττή.

Ο εκσυγχρονισμός της παιδείας κρίνεται απαραίτητος όπως καμία άλλη στιγμή στην ελληνική ιστορία. «Η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας», αναφέρει ο θυμόσοφος λαός μας και μάλλον δικαιώνεται. Το ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι να αναπαράγει συνεχώς αριστούχους άνεργους που μετέπειτα θα αποτελούν δυστυχείς πολίτες, αγανακτισμένους, αλλά πολίτες με υγιή κριτική σκέψη, με λογική, δυνάμενοι να χρησιμοποιήσουν στην καθημερινότητά τους όσα διδάχθηκαν στο σχολείο. Θεωρώ πως όλοι μας προτιμάμε τα παιδιά να γνωρίζουν τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου, που βρίσκεται η Βέροια, πώς γράφεται οποιαδήποτε λέξη της ελληνικής ή το αποτέλεσμα του 56/7, παρά να φοιτούν και μετέπειτα να δηλώνουν εργαζόμενοι σε διαφορετικό αντικείμενο ή ακόμη και άνεργοι. Οι ευθύνες βαραίνουν πρωτίστως την οικογένεια, καθώς η ίδια δεν προσπαθεί να εξακριβώσει τις κλίσεις και τις επιθυμίες του παιδιού, αλλά πολλές φορές επιβάλλει τη θέση της αντίθετα από αυτές του παιδιού.

Στο πρόβλημα αυτό δεν κρίνεται μονάχα η μαθησιακή ικανότητα της κοινωνίας, αλλά εν γένει η ίδια η κοινωνία και η συνοχή της. Το πρόβλημα της παιδείας πρέπει να είναι η εθνική μας προτεραιότητα.


Παναγιώτης Δωρής

Έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στο Ναύπλιο. Σπουδάζει στη Νομική σχολή του Δ.Π.Θ. Όντας πολύ καλός γνώστης αγγλικών, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις και σε αρκετά επιστημονικά συνέδρια. Το ενδιαφέρον του κεντρίζεται γύρω από τα ζητήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και την πολιτική ενεργοποίηση των νέων.