Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Αντιδράσεις προκλήθηκαν από τη δήλωση της Υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως, σύμφωνα με τις οποίες η διδακτέα ύλη του μαθήματος της Ιστορίας στα σχολεία θα πρέπει να συμβάλλει στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Η συντριπτική πλειοψηφία των αντιδράσεων προέρχονται από φορείς κι άτομα που ανήκουν είτε στην Αριστερά, είτε δηλώνουν Φιλελεύθεροι.

Το κλειδί για την κατανόηση των διαφορετικών απόψεων βρίσκεται στο επίπεδο ιδεολογικοπολιτικής αντίληψης της Ιστορίας.

Για την Αριστερά, η Ιστορία θα πρέπει να λειτουργεί ως διαμορφωτής της «ταξικής συνείδησης». Κατά την «μπακαλίστικη» μαρξιστική προσέγγιση των ΣΥΡΙΖΑίων (το ΚΚΕ καίτοι ομνύει στην  χρηστικότητα της Ιστορίας για ταξικούς σκοπούς, κινείται στα δικά του «ορθόδοξα» λημέρια…), πρόκειται για τη ζύμωση με τις αντιλήψεις του κόμματος επί ιστορικών και κοινωνικών ζητημάτων. Στόχος ο καθαγιασμός της Αριστεράς, της οποίας ο Τσίπρας δηλώνει συνεχιστής, και η δικαίωση της πολιτικήσ που ως πρωθυπουργός άσκησε και υποστηρίζει. Ουκ ολίγες φορές άλλωστε, τα στελέχη του έχουν διακηρύξει ότι η πολιτική της υπερφορολόγησης του ιδιωτικού τομέα και το γενικότερο πογκρόμ έναντι της μεσαίας τάξης είχε ταξικό πρόσημο. Το ίδιο ισχύει και για τα κοινωνικά ζητήματα, ώστε να παραχθεί το υπόστρωμα αποδοχής όλης της δικαιωματίστικης ατζέντας, τμήμα της οποίας ήδη υλοποιήθηκε στα χρόνια της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ. Η απάλειψη της ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα, για παράδειγμα, καταφανώς συνδέεται με την πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών. Στην ίδια λογική και ο εξοστρακισμός της Γενοκτονίας των Ποντίων, την οποία μάλιστα ο πρώην Υπουργός Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Φίλης απορρίπτει. Χαρακτηριστική, επίσης, είναι και η αντιπάθεια σε ό,τι έχει να κάνει με την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, μιας και αφενός υπηρετεί την άποψη της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους, αφετέρου η μελέτη της φέρνει τον μαθητή σε επαφή με πρότυπα τα οποία δε συμβαδίζουν με τις ιδέες του ΣΥΡΙΖΑ.

Η προαγωγή των συμφερόντων του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου περνά μέσα από τη διατήρηση μιας κατάστασης διαρκούς σύγκρουσης και η έννοια της εθνικής συνείδησης ενώνει, συμβάλλοντας στην πεποίθηση του «ανήκειν» σε κάτι που υπερβαίνει επιμέρους διαχωριστικές γραμμές. Αντίθετα, στο πλαίσιο της «ταξικής σύγκρουσης», το μέλος της εργατικής τάξης ανήκει βασικά στην τάξη του, η προαγωγή των συμφερόντων της οποία είναι πάνω απ΄ όλα, διαπερνώντας «τις διάφορες κατασκευές που έχει εφεύρει η κυρίαρχη αστική τάξη προκειμένου να προάγει τα συμφέροντά της εις βάρος της εργατικής». Με αυτή τη λογική λειτούργησε η Αριστερά κατά το παρελθόν (σε πολλές περιπτώσεις με οδυνηρά για τη χώρα αποτελέσματα) και συνεχίζει σήμερα να την υπηρετεί, ακόμη και με ακραία ανιστόρητων και προπαγανδιστικών προσπαθειών όπως η παρουσίαση ως ταξικής, της Εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του 1821, κόντρα σε αυτό που οι ίδιοι οι Αγωνιστές της όρισαν ως σκοπό τους!

Σε ό,τι αφορά ένα τμήμα των εν Ελλάδι Φιλελευθέρων, είναι προφανές ότι η γραφικότητα υπερισχύει της υστεροβουλίας. Πολλοί εξ αυτών, εκουσίως ή ακουσίως, μπερδεύουν τον φιλοευρωπαϊκό-φιλοδυτικό προσανατολισμό με τη δουλικότητα. Είναι αυτοί που ονειρεύονται τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» και θεωρούν τα εθνικά θέματα ντεμοντέ στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Γι’ αυτούς, η Ιστορία οφείλει να επιβάλλει τον κατευνασμό και τελικά τη λήθη επί γεγονότων που αφορούν διενέξεις μεταξύ των λαών, μιας κι έτσι θα οδηγηθούμε στην ειρήνη και κυρίως στην οικονομική συνεργασία. Ο Μακεδονικός Αγώνας, για παράδειγμα, θα υπονομεύσει τις σχέσεις μας με τους γείτονες, τους οποίους μπορούμε να τους κατακτήσουμε οικονομικά, εφόσον υποχωρήσουμε στα αιτήματά τους και εκλείψουν οι εντάσεις μεταξύ μας. Παρομοίως και στα ελληνοτουρκικά ή στο κυπριακό.

Αντιλαμβανόμενοι, βέβαια, ότι  ο οικονομισμός τους πάσχει σε ηθικό επίπεδο, μιας και προτείνει τη διαγραφή από τη συλλογική μνήμη σημαντικών πτυχών της Ιστορίας μας χάριν του υποσχόμενου οικονομικού οφέλους, επιχειρούν παράλληλα να καλλιεργήσουν στην κοινωνία το αίσθημα της αυτοενοχοποίησης, μέθοδος ιδιαιτέρως δημοφιλής στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Έτσι, λοιπόν, φαιδρές περιπτώσεις «διανοουμένων» επιβάλλουν αυτομαστίγωση γιατί, κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς, έγιναν εγκλήματα έναντι των αμάχων, για παράδειγμα.

Εφόσον, λοιπόν, πιστεύουμε στο Ελληνικό Έθνος και θέλουμε να διατηρήσουμε την ταυτότητα και την κοινωνική συνοχή, η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης μέσω του μαθήματος της Ιστορίας είναι απαραίτητη. Κανείς εχέφρων δε ζητάει να επιστρέψει το εκπαιδευτικό μας σύστημα στην εποχή που έκανε κουμάντο ο κάθε αγράμματος νωματάρχης. Ζητούμενο είναι, το μάθημα της Ιστορίας να καλλιεργεί στα παιδιά τη γνώση των ιστορικών γεγονότων και ταυτόχρονα, την αντίληψη των χαρακτηριστικών που μας ενώνουν μεταξύ μας και παράλληλα μας διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα έθνη. Όσο επικίνδυνος είναι ο εθνικισμός, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι και η εμπέδωση της άποψης ότι είμαστε ένας χυλός που απλά διαβιεί στο κομμάτι αυτό της Βαλκανικής. Διαμόρφωση εθνικής συνείδησης σημαίνει αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία και κίνητρο για την ανάπτυξη των δυνατοτήτων μας. Μακάρι το Υπουργείο Παιδείας να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.


Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.