Της Φρέριας Παπαθανασίου, 

Όταν, στις 6 Αυγούστου του 1991, ο Τίμοθι Μπέρνερς Λι παρουσίασε τον πρώτο δικτυακό τόπο (ιντερνετικό server), ενδεχομένως να μην είχε οραματιστεί την απήχηση που θα γνώριζε σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά. Μια εύλογη θεώρηση, καθώς η χρήση του απευθυνόταν σε μέλη ακαδημαϊκών ή ερευνητικών κέντρων, με τις πρώτες εταιρίες παροχής υπηρεσιών Ίντερνετ στη χώρα μας -Hellas On Line, Forthnet κ.ά- να εμφανίζονται αργότερα. Το 1995, μόλις το 1% των κατοίκων μεγάλων αστικών κέντρων έχουν πρόσβαση. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 21% στις αρχές της δεκαετίας του 2000, για να κλιμακωθεί στο 31% τέσσερα χρόνια αργότερα και να κορυφωθεί με το ποσοστό του 56% την πρώτη δεκαετία του μιλλένιουμ. Προσεγγίζοντας το θέμα στη συγχρονία του, θα αποπειραθούμε να διερευνήσουμε το ποσοστό χρήσης του ίντερνετ εν έτει 2019 ανά ηλικιακή κατηγορία και να εντοπίσουμε τις εφαρμογές που προτιμούν, αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα του σερφαρίσματος στον διαδικτυακό ιστό θα αναφερθούν στη συνέχεια. 

Πανελλαδικά, 8.394.000 άντρες και γυναίκες χρησιμοποιούν σε καθημερινή βάση το ίντερνετ, με το ηλικιακό βεληνεκές να εκτείνεται από 13 ετών μέχρι και 74 ετών. Αναλυτικότερα, οι άντρες κρατούν τα ηνία της αξιοποίησής του με ποσοστό 82%, αφήνοντας στη δεύτερη θέση τις γυναίκες με ποσοστική διαφορά μόλις 1%. Ας φανταστούμε μια σκάλα και ας συμφωνήσουμε ότι κάθε σκαλί αποτελεί το 10% του συνόλου. Έτσι έχουμε μια κλίμακα με δέκα σκαλιά. Ας τοποθετήσουμε τώρα κάθε ηλικιακή κατηγορία εκεί που της πρέπει αναλογικά με τη διείσδυση στο ίντερνετ και ας εντοπίσουμε ποιος θα σκαρφαλώσει στο βάθρο του «νικητή» ή του νικημένου, όπως θα αναλύσουμε αργότερα. 

«Ηττημένοι» σε αυτό τον αγώνα δρόμου όσοι συγκαταλέγονται στην Τρίτη ηλικία. Άνθρωποι από εξήντα πέντε (65) έως εβδομηντατεσσάρων (74) ετών χρησιμοποιούν το ίντερνετ μόλις κατά 35%. Ακολουθούν με το ίδιο ποσοστό, 64% ανταπόκρισης στην ιντερνετική πρόκληση, όσοι είναι μεταξύ πενήντα πέντε (55) και εξήντα τέσσερα (64), αλλά και στην τρυφερή ηλικιακή κατηγορία, πέντε (5) και έξι (6) ετών. Στην Τρίτη θέση με ποσοστό 76%, εντοπίζονται όσα παιδιά βρίσκονται ανάμεσα στα επτά (7) και εννέα (9), στα πρώτα δηλαδή χρόνια του δημοτικού σχολείου. Έπονται οι ενήλικες ηλικιών σαράντα πέντε (45) μέχρι πενήντα τέσσερα (54), με αυξημένη τιμή στο 83%. Στα χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στα δέκα (10) και δώδεκα (12) έτη, η κατανάλωση αγγίζει το 89%. Το χάλκινο μετάλλιο για τους 35άρηδες της εποχής μας που αξιοποιούν το ίντερνετ κατά 92% και το ασημένιο για όσους βρίσκονται μεταξύ είκοσι πέντε (25) και τριάντα τέσσερα (34), με ποσοστό 97%. Τροπαιοφόροι της κατηγοριοποίησης αυτής, οι έφηβοι ηλικίας δεκατρία (13) με δεκαεπτά (17) και οι ενήλικες μεταξύ δεκαοκτώ (18) και είκοσι τέσσερα (24), με την απόλυτη τιμή του 100%. 

Από τη στιγμή που ο καθένας θα ξεκλειδώσει την οθόνη του κινητού του, εισέρχεται σε έναν κόσμο διαδικτυακό και μη ανταποκρίσιμο στην πραγματικότητα, και δύσκολα επαναφέρεται πλήρως. Σε τι applications, όμως, ξοδεύει τη μέρα του ο μέσος Έλληνας χρήστης; Σύμφωνα με έρευνες, το 62% στην πληθυσμιακή κλίματα των 5.200.000 ασχολείται με τα social media, το 40% σε κλίμακα των 3.360.000 με ηλεκτρονικές αγορές και ένα υπόλοιπο ποσοστό με συνδρομητική τηλεόραση. Για να συγκεκριμενοποιήσουμε τι εννοούμε με τον όρο «ηλεκτρονικές αγορές», διευκρινίζω ότι το e-shopping του Έλληνα καταναλωτή περιλαμβάνει ηλεκτρονικές συσκευές, είδη ένδυσης και υποδήματα, αεροπορικά εισιτήρια, κρατήσεις σε ξενοδοχειακές μονάδες και άλλα συναφή. Το 54% του αντρικού πληθυσμού πραγματοποιεί ηλεκτρονικές αγορές για ασύρματες συσκευές και το 41% του γυναικείου εστιάζει σε είδη ένδυσης και προϊόντα περιποίησης. 

Και τώρα, ας εστιάσουμε στο φλέγον ζήτημα. Τι σκεπτόμαστε όταν ακούμε τον όρο «social media»; Στο πρώτο πράγμα που ανατρέχει σίγουρα το μυαλό μας, είναι το Instagram. Κι αυτό γιατί εν έτει 2019, το «φαίνεσθαι» φαίνεται να καθορίζει και το «είναι» και σαφώς η εικόνα μας διαδραματίζει σπουδαιότερο ρόλο απ’ αυτόν του εσωτερικού μας κόσμου. Ακολουθεί το Facebook, καθώς είναι και το «αρχαιότερο» μέσο που γνώρισε η γενιά των ‘90s. Αν και ξεπεράσαμε τν φρενίτιδα των check-in και του «ανεβάσματος» τραγουδιών, μια καλή φωτογραφία προφίλ είναι πολύ σημαντική για εμάς. Το Viber ίσως και να φαίνεται ξεπερασμένο για τα παιδιά του millennium. Το Snapchat, με τα περίεργα φίλτρα του, φαίνεται πλέον να εξυπηρετεί μόνο φωτογραφικούς σκοπούς και μηδαμινή επικοινωνία πραγματώνεται μέσω αυτού. Οι περισσότεροι από εμάς το κατεβάσαμε το 2016, και αν δεν το έχουμε διαγράψει από το κινητό μας, σίγουρα το διατηρούμε μόνο για τις αναμνήσεις. Το WhatsApp, κατά 85% άγνωστο για τους γεννηθέντες μετά το 2000, οι περισσότεροι το αξιοποιούν για ομαδικές συνομιλίες, αλλά τερματίζει τελευταίο. Το Twitter βίωσε ένδοξες εποχές ωστόσο πλέον μόνο 2 στους 10 φαίνεται να είναι ενεργοί.  Το YouTube ενδεχομένως και να μην περνάει από το μυαλό μας, γιατί έχουμε ταυτίσει τα social με το ανέβασμα φωτογραφιών, αλλά δεν παύει να αποτελεί δίαυλο με τον κόσμο της διαδικτυακής αναζήτησης. Tumblr, LinkedIn, Pinterest, Reddit, Ello, Tinder, Swarm, Medium, Plague και Yik Yak είναι (;) social που πιθανολογώ οι περισσότεροι αγνοούμε. Πλην του Pinterest που γνωρίζει μια άνοδο, κυρίως γιατί επιδεικνύει τις τάσεις, τα υπόλοιπα τουλάχιστον στον Έλληνα «σερφερ» είναι άγνωστα. Μιλώντας με αριθμούς δέκα στους δέκα χρησιμοποιούν καθημερινά το Instagram, εννέα στους δέκα το Facebook – κατά κύριο λόγο το Messenger – και οκτώ στους δέκα το YouTube. 

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνουμε όταν διεισδύουμε στα άδυτα των social media; Στο Instagram, ένα complete scroll για ανανέωση της ροής των posts και των stories. Διπλό tap σε κάθε δημοσίευση που μας αρέσει, γρήγορο πέρασμα μέχρι να εντοπίσουμε το story που μας ενδιαφέρει κι επί τη ευκαιρία, ας ανεβάσουμε κι εμείς ένα. Screen shots και αποθηκεύσεις, γρήγορη ανταλλαγή μηνυμάτων με δυο τρεις φίλους και ξανά scroll για να δούμε ποιοι απάντησαν στο στόρι μας. Στο Facebook τώρα, θα μπούμε για να τσεκάρουμε τις ειδοποιήσεις και τα αιτήματα φιλίας. Πόσα likes πήρε η «φώτο προφίλ», όχι μόνο η δική μας, αλλά και του πρώην ή της πρώην ή οι νυν των πρώην ή αυτοί που μας ενδιαφέρουν. Θα αναζητήσουμε, στις ομάδες που είμαστε εγγεγραμμένοι, τις τελευταίες ενημερώσεις και καρφί για το Messenger. Εκεί, η κατάσταση εξαρτάται και λίγο από το λογισμικό του smartphone που διαθέτει ο καθένας. Στα android μπορείς, ενώ μιλάς στο Messenger, να τρέχεις παράλληλα κι άλλες εφαρμογές, μιας και τα εικονίδια συνομιλίας εμφανίζονται ανεξάρτητα στην οθόνη. Στα ios τώρα, οι χρήστες περιορίζονται σε αυτό, καθώς όσο η εφαρμογή είναι ανοιχτή, δεν μπορεί να συνυπάρξει με κάποια άλλη. Ωστόσο, το Messenger σαν app είναι λιγότερο δεσμευτικό, εφόσον μέχρι να στείλει απάντηση ο χρήστης, μεταπηδάμε σε άλλη εφαρμογή και τούμπαλιν. Το Viber και το WhatsApp καθιστούν τη συνεργατική επικοινωνία εφικτή, μέσω της δυνατότητας που παρέχουν για ομαδικές συνομιλίες. Έτσι, αν είναι ενεργοποιημένη η ρύθμιση για εμφάνιση ηχητικής ειδοποίησης σε περίπτωση λήψης μηνύματος, πολύ απλά ανοίγουμε τις εφαρμογές. Εκεί, όμως, έγκειται και το τέλμα αυτών των δύο. Στο Twitter, ενδεχομένως να εμφανιστεί κάποιος ενεργός δύο με τρεις φορές τη βδομάδα. Εκεί θα θίξει ένα θέμα της επικαιρότητας ή θα τουιτάρει κάτι χιουμοριστικό, καυστικό ή επικριτικό. Σου επιτρέπει, όμως, αν θέλεις να πεις κάτι λόγου χάριν στην Κιμ Kαρντάσιαν ή στον Κώστα Μητσοτάκη, να τουιτάρεις στον τοίχο τους ή να κάνεις mention τους λογαριασμούς τους στο τουίτ σου. Όσον αφορά το YouTube, επαναφέρουμε το ζήτημα των λογισμικών του κινητού κι εντοπίζουμε την ίδια δυσκολία. Μουσική στο κινητό ακούμε συνήθως όταν μετακινούμαστε με τα μέσα ή στο αυτοκίνητο όταν δε μας ικανοποιεί η μουσική πρόταση κάποιου σταθμού. Ας συμφωνήσουμε ότι είναι μια εφαρμογή που ανοίγουμε κατά κύριο λόγο στο σπίτι από τον υπολογιστή. 

Σίγουρα, όταν πιάσουμε το κινητό στα χέρια μας δε σκεπτόμαστε να βάλουμε χρονικό περιορισμό στη χρήση τους. Ποιος από εμάς θα ρυθμίσει χρονόμετρο ή αντίστροφη μέτρηση με συγκεκριμένα λεπτά κατά τα οποία θα παραμείνει ενεργός στα social και θα βγει όταν λήξουν; Φυσικά κανένας μας. Κι αυτός -περίπου- είναι ο μείζων λόγος που ο Έλληνας ξοδεύει περίπου το 1/8 της καθημερινότητάς του προσκολλημένος σε μια οθόνη, εγκλωβισμένος στη διαδικτυακή «πραγματικότητα» που έχει πλάσει. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, οι Έλληνες αφιερώνουμε στο Internet περίπου 3.5 ώρες την ημέρα. Στο ηλικιακό βεληνεκές 18-34 το κοντέρ χτυπάει κόκκινο, με τον μέσο χρήστη να ασχολείται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τέσσερις μέχρι έξι ώρες την ημέρα. Δηλαδή, καταναλώνει το 1/ 4 της ημέρας του στην εικονική ζωή. Για τους ενήλικες μεταξύ 65 και 74, ο δείκτης καταγράφει ελάχιστη αξιοποίηση, της τάξεως των 2 έως και 2.5 ωρών. 

Ενδεχομένως, τα προαναφερθέντα ποσοστά να θεωρούνται αναμενόμενα, καθώς το Ίντερνετ και ιδίως τα social media έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά μας. Η χρήση τους είναι δεδομένη πλέον και οι περισσότεροι από εμάς, στην ερώτηση «γιατί μπαίνεις τόσες ώρες στα social;», θα απαντούσαμε εύλογα πως απλά περνάμε το χρόνο μας. Προς διάψευσή μας, πρόσφατες πανεπιστημιακές έρευνες αποδεικνύουν πως η διείσδυση σε αυτά είναι απότοκο του «technostress». Και τι είναι αυτό; Τechnostress είναι η μάστιγα της σύγχρονης κοινωνίας, είναι το τεχνολογικό άγχος του 21ου αιώνα. Η ταχεία εναλλαγή εφαρμογών προκαλεί αγχώδη διαταραχή στον χρήστη, καθώς εικόνες και ήχοι με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, εμφανίζονται με ροηκότητα στο οπτικό του πεδίο. Προκειμένου να λυτρωθεί από αυτό, ο χρήστης υποσυνείδητα μεταπηδά από τη μία εφαρμογή στην άλλη, επ΄ αόριστον. Κι εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος των social media, η εξάρτηση. 

Προκειμένου να ολοκληρώσουμε το θέμα περί της χρήσης των social, ενδεικτικά θα αναφέρω ορισμένα προβλήματα που απορρέουν από την υπερφίαλη αξιοποίησή τους.

Στις πλείστες των περιπτώσεων, μειώνεται η αντιληπτική ικανότητα του χρήστη και δε δύναται να διαχωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα από την εικονική. Η εκτεταμένη χρήση επιφέρει επιπτώσεις στην υγεία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένας μέσος χρήστης των social βλεφαρίζει μόλις επτά φορές, τη στιγμή που η συνήθης περιοδικότητα της κίνησης είναι είκοσι φορές το λεπτό. Η άλογη διείσδυση αλλοτριώνει την πνευματικότητα και την καθαρότητα της προσωπικότητας. Αυτό ερμηνεύεται μέσω της μειωμένης αποδοτικότητας στον εργασιακό χώρο ή τον σχολικό και την αγελοποίηση μέσω της στείρας μίμησης προτύπων. Σαφώς εμφιλοχωρούν αμέτρητοι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις στο άτομο είναι αναρίθμητες και δυστυχώς, πολλές φορές μη αναστρέψιμες. Ωστόσο, δε θα αναλυθούν στο παρόν άρθρο. 

Θα ολοκληρώσω την πραγματεία αυτή με μια ρήση του Αλβέρτου Αϊνστάιν, «Αν θες να ζήσεις μια ευτυχισμένη ζωή, εξάρτησέ την από έναν στόχο, όχι από ανθρώπους ή αντικείμενα» και θα δώσω τη σκυτάλη στον κάθε αναγνώστη προκειμένου να την ερμηνεύσει.


Φρέρια Παπαθανασίου

Γεννήθηκε στις 26 Μαϊου 1998, στην Αθήνα όπου και διαμένει σήμερα. Είναι φοιτήτρια του τμήματος Κλασικής Φιλολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρακολουθεί συνέδρια, διαλέξεις και ημερίδες που αφορούν το αντικείμενο της. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη λογοτεχνία, την ποίηση, την τέχνη. Την ενδιαφέρουν επίσης τομείς όπως ψυχολογία, κοινωνιολογία και εγκληματολογία αλλά και η έρευνα.