Της Σωτηρίας Γιαννακοπούλου,

Παρά το γεγονός ότι η προγραμματισμένη σύνοδος των G7 στη Γαλλία είχε ως κύρια θεματική της την παγκόσμια οικολογική κρίση, δεδομένης και της ανυπολόγιστης καταστροφής των δασών του Αμαζονίου εξαιτίας των ανεξέλεγκτων πύρινων μετώπων, ο αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ πριν ακόμη ξεκινήσουν οι διαδικασίες του συμβουλίου έθεσε στην ατζέντα, ως πρωτεύον ζήτημα προς διευθέτηση, την επιστροφή της Ρωσίας και την αναβίωση των G8. Η Ρωσία αποτέλεσε μέλος του Συμβουλίου των G8 από το 1997 έως και το 2014, οπότε και αποκλείστηκε έπειτα από τη βίαιη προσάρτηση της Κριμαίας στην επικράτειά της, για την επίτευξη της οποίας χρησιμοποιήθηκαν κάθε άλλο πάρα δημοκρατικά μέσα, που παραβιάζουν άμεσα τα ανθρώπινα δικαιώματα, καταλύοντας την ειρήνη στην περιοχή και ανοίγοντας έτσι ένα νέο κύκλο αντιμαχιών με την Ουκρανία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρωσία ουδέποτε πληρούσε τις προδιαγραφές για τη συμμετοχή της στην εν λόγω οικονομική οργάνωση.

Το 1997, κατά την είσοδό της στην ομάδα με τις ισχυρότερες οικονομίες, η ρώσικη οικονομία ήταν εξαιρετικά εύθραυστη, καθώς είχε προηγηθεί η κατάρρευση όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και του σοσιαλιστικού μοντέλου οικονομίας το οποίο και πρέσβευε, ενώ και κατά την πάροδο του χρόνου δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους της στην οικονομία. Μάλιστα σήμερα το ΑΕΠ της Ρωσίας υστερεί έναντι άλλων οικονομικών δυνάμεων, όπως της Βραζιλίας και της Ινδίας, γεγονός το οποίο προκαλεί αμφιβολίες σχετικά με την σκοπιμότητα επανένταξής της στις δυναμικότερες οικονομίες του πλανήτη. Εκτός από την ισχυρή οικονομία και τα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης που απαιτούνται για την είσοδο των κρατών στην ομάδα των 7, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η πίστη στις δημοκρατικές αξίες από μέρους τους, κάτι για το οποίο η Ρωσία έχει πολλάκις κατηγορηθεί, επιβεβαιώνοντας τους επικριτές της, μέσω των πρακτικών που ακολούθησε στην υπόθεση της Κριμαίας.

Ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις αποφάσισαν να εντάξουν την Ρωσία στην ομάδα τους, παρόλο που δεν κάλυπτε πλήρως τις απαραίτητες προδιαγραφές, ήταν το γεγονός ότι ήθελαν να δώσουν μια ώθηση στην προσπάθειά της για αναδιαμόρφωση, τόσο του οικονομικού της συστήματος όσο και των δημοκρατικών της θεσμών, έτσι ώστε να αναβαθμιστεί η θέση της στο χώρο των αναπτυγμένων κρατών και να επιτευχθεί μία ομαλή μετάβαση στη νέα κατάσταση πραγμάτων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανακλήθηκε αποφασιστικά έπειτα από τις επιθέσεις στην Κριμαία, με τις υπόλοιπες χώρες του οργανισμού να γυρίζουν την πλάτη στη Ρωσία, αποκλείοντάς την από το συμβούλιο και κρατώντας μια αδιάλλακτη στάση ως προς τις θέσεις τους.

Την απόλυτη αυτή στάση έναντι της Ρωσίας φαίνεται ότι ανατρέπει ο Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος όπως δήλωσε: «Είναι πιθανό να καλέσουμε τη Ρωσία να ενταχθεί εκ νέου στην ετήσια σύνοδο των αναπτυγμένων οικονομιών», τονίζοντας πως τα θέματα τα οποία πραγματεύονται οι συνεδριάσεις των G7 αφορούν άμεσα τη Ρωσία, κάτι το οποίο καθιστά ουσιαστική την παρουσία της στο εν λόγω συμβούλιο.

Η στάση των υπόλοιπων χωρών εξακολουθεί να είναι σταθερή, με την Άνγκελα Μέρκελ να αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει κάποια βήματα προόδου από μέρους της Ρωσίας στην Κριμαία, τα οποία βέβαια δεν επέλυσαν το πρόβλημα, ούτε είναι ικανά να παραγράψουν τις προκλήσεις της σε διεθνές επίπεδο, ενώ και ο νέος πρωθυπουργός  Μπόρις Τζόνσον αντιστέκεται στην πρόταση Trump, κατηγορώντας τη Μόσχα για χρήση χημικών όπλων σε βρετανικό έδαφος. Η στάση του Εμανουέλ Μακρόν χαρακτηρίζεται ως διαλλακτική, καθώς αν και δεν δέχεται την επανένταξη της Ρωσίας στους G7, πρότεινε να την προσκαλέσουν στην συνάντησή τους την επόμενη χρονιά ως προσκεκλημένη, με τον Αμερικανό πρόεδρο να χαιρετίζει την εν λόγω πρόταση. Έντονες ενστάσεις στην πρόσκληση της Ρωσίας στη σύνοδο κορυφής του 2020 εξέφρασε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ο οποίος αντιπρότεινε να προσκληθεί η Ουκρανία στην επόμενη συνεδρίαση των G7.

Το μείζον ερώτημα το οποίο προκύπτει από την όλη υπόθεση είναι τα αίτια πίσω από την αλτρουιστική θα λέγαμε διάθεση του Τραμπ έναντι της Ρωσίας, μιας παραδοσιακής αντιαμερικανικής δύναμης. Η απάντηση βρίσκεται στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα. Η Ρωσία και η Κίνα θεωρούνται δύο από τις μεγαλύτερες οικονομικές και όχι μόνο δυνάμεις της υφηλίου, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιδιαιτέρως στενές επαφές, γεγονός που προβληματίζει έντονα την Ουάσινγκτον. Επομένως, ο Τραμπ, μέσω αυτού του διπλωματικού ελιγμού, επιδιώκει να προσελκύσει τη Ρωσία στη συμμαχία των δυτικών δυνάμεων, ούτως ώστε να την απομακρύνει από τον έτερο πόλο έλξης της, την Κίνα. Η Ρωσία από πλευράς της ξεκαθάρισε ότι δεν έχει κάνει κάποια επίσημη κρούση για την επανένταξη της ως μέλος στην ομάδα των ισχυρότερων οικονομικών κρατών, με την υπουργό εξωτερικών της, Μαρία Ζαράχοβα, να δηλώνει ότι δεν έχει δεχθεί συγκεκριμένες προτάσεις από πλευράς των G7, επομένως δεν μπορεί να είναι σίγουρη για τους όρους επιστροφής της Ρωσίας στον Οργανισμό. Η ίδια δηλώνει: «Δύσκολα καταλαβαίνεις ακριβώς περί τίνος πρόκειται αυτή τη στιγμή… Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μεταφερθεί η συζήτηση για το ζήτημα αυτό από τη σφαίρα της δημόσιας ψυχαγωγίας σ’ εκείνη του επαγγελματισμού, αν η Ομάδα των Επτά θέλει να θεωρείται ένα σοβαρό σχήμα».

Η Ρωσία εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στη συγκεκριμένη πρόταση, καθώς όπως έχουν διαμορφωθεί οι διεθνείς σχέσεις δεν έχει να αποκομίσει πλέον ιδιαίτερα οφέλη από την συμμετοχή της στις G7, εν αντιθέσει με τις δυτικές δυνάμεις, τα συμφέροντα των οποίων, όπως αναφέρουν ειδικοί αναλυτές, εξυπηρετούνται σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σχέση με αυτά της Μόσχας. Η τελευταία, μάλιστα, θεωρεί σημαντικότερη τη συμμετοχή της στην ομάδα των G20, καθώς αυτή απαρτίζεται από κράτη τα οποία είναι φιλικά προσκείμενα σε εκείνη, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν και κοινά χαρακτηριστικά. Το γενικότερο συμπέρασμα, το οποίο απορρέει από την εξής υπόθεση δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι η Ρωσία πλέον δεν αναζητά την υποστήριξη της Δύσης, ούτε επιδιώκει την συμμετοχή της στη δυτική συμμαχία, δημιουργώντας σαφώς ανασφάλεια με τις κινήσεις της στα Ευρωπαϊκά κράτη και κυρίως στις ΗΠΑ.


Σωτηρία Γιαννακοπούλου, Υπεύθυνη Marketing

Γεννήθηκε το 1997 στη Δράμα. Από μικρή ηλικία είχε έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, το οποίο έμελλε να καθορίσει και την επιλογή των σπουδών της. Σήμερα είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Έχει δουλέψει ως ασκούμενη στο Υπουργείο Εξωτερικών και σε εταιρεία δημοσκοπήσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις πολιτικών θεσμών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ενδιαφέροντα της αποτελούν οι διεθνείς σχέσεις και η πολιτική ανάλυση με την οποία φιλοδοξεί να ασχοληθεί και  σε μεταπτυχιακό επίπεδο.