Της Μαρίας Βλάχου,

Το τελευταίο χρονικό διάστημα το Συμβούλιο της Επικρατείας (εφεξής «ΣτΕ») επικρίνεται ιδιαίτερα για τις θέσεις που λαμβάνει σε διάφορες υποθέσεις, οι οποίες έρχονται ενώπιόν του. Υπάρχουν, όμως, και φορές, που νιώθοντας έντονη αυτοπεποίθηση, έχει συνεισφέρει δίδοντας ορισμένα μαθήματα, τα οποία μπορεί να έχουν περάσει και απαρατήρητα.

Μία τέτοια περίπτωση είναι και η υπ’αριθμ.470/2018 απόφαση του Τμήματος Γ’ ΣτΕ. Ας ξεκινήσει να ξετυλίγεται ο μίτος της Αριάδνης. Το 2017 βρισκόμαστε στη μέση της προσφυγικής κρίσης. Το ελληνικό κράτος ψάχνει να βρει λύση στη διαβίωση των προσφύγων και των ασυνόδευτων ανήλικων. Το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε πως θα ήταν ωφέλιμο για τα ανήλικα που έχουν βρει καταφύγιο στην ελληνική επικράτεια να θέσει ένα πρόγραμμα σε λειτουργία. Οι ανήλικοι πρόσφυγες θα μπορούσαν να λάβουν την εκπαίδευση που αρμόζει στην ηλικία τους στα κτήρια των δημοσίων σχολείων κατά τις απογευματινές ώρες, ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή τους.

Κατά της πράξης αυτής –και κατά άλλων πράξεων, τις οποίες μπορείτε να βρείτε στην απόφαση που επισυνάπτεται κατωτέρω- ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ. Ως αιτούντες παραστάθηκαν φυσικά πρόσωπα με δύο ιδιότητες: α) ως κάτοικοι της περιοχής και β) ως γονείς μαθητών που παρακολουθούσαν το πρωί μαθήματα στον εν λόγω χώρο. Δεδομένου ότι πρόκειται για προσβολή κανονιστικών πράξεων, χρειάζεται να υφίσταται έννομο συμφέρον, το οποίο θα συνίσταται στην ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των επιπτώσεων και της ιδιότητας του προσώπου.

Εν προκειμένω, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως ως απαράδεκτη θεωρώντας ότι οι αιτούντες δεν έχουν έννομο συμφέρον, διότι «ελλείπει ο απαραίτητος σύνδεσμος μεταξύ της ιδιότητάς τους και του αντικειμένου ρύθμισης των προσβαλλομένων πράξεων, με τις οποίες ουδόλως θίγεται το καθεστώς των μαθητών και τέκνων των αιτούντων που φοιτούν ήδη κατά τις πρωινές ώρες στις σχολικές μονάδες που ορίσθηκαν ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων, τόσο σε νομικό, όσο και σε πραγματικό επίπεδο». Στη συνέχεια, απεφάνθη, ότι «ούτε επηρεάζονται ούτε πολύ περισσότερο θίγονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των αιτούντων και των τέκνων τους, αλλά διατυπώνονται από αυτούς προσωπικές απόψεις και αντιλήψεις, οι οποίες δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, τόσο η αίτηση αυτή, όσο και η ασκηθείσα υπέρ των αιτούντων παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες».

Η περί ης ο λόγος απόφαση αποδεικνύει περίτρανα πως τα νομικά θέματα και οι δικαστικές αποφάσεις συνδέονται άρρηκτα με τα κοινωνικά δρώμενα. Δεν είναι απότοκοι μιας αποστειρωμένης σκέψης. Λαμβάνουν σάρκα και οστά και έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν την καθημερινότητα μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της χώρας –αν όχι όλον τον πληθυσμό.

Τα χωρία που παρατέθηκαν αποδεικνύουν και κάτι ακόμη. Το ΣτΕ μέμφεται τις ξενοφοβικές αντιδράσεις κάποιων μελών της κοινωνίας απέναντι στους πρόσφυγες και ειδικά στους ασυνόδευτους ανήλικους. Δεν αρκούν οι προσωπικές αντιλήψεις για να ακυρωθεί μια πράξη της Διοίκησης. Ναι, το κράτος, στο οποίο βρήκαν καταφύγιο, διαθέτει πενιχρές δομές τόσο για τους γηγενείς, όσο και για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Χρειάζεται, όμως, να σημειωθεί πως οι Έλληνες, που κατοικούν εκτός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, ανέρχονται περίπου στα 5.000.000 και ζουν σε 140 χώρες του κόσμου. Είναι λογικό, λοιπόν, μία κοινωνία, της οποίας ένα συντριπτικά μεγάλο μέρος ζει μακριά από τα σπλάχνα της, να συμπεριφέρεται υποκινούμενη από ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα;


Πηγές

Μαρία Βλάχου

Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος τόσο σε προσομοιώσεις, όσο και σε σεμινάρια και ημερίδες σχετικά με το Δημόσιο, το Ποινικό Δίκαιο και ζητήματα της επικαιρότητας. Η αγάπη της για τα βιβλία την ώθησε στην αρθρογραφία. Στόχος της είναι η αυτοβελτίωση, καθώς πιστεύει ότι μόνο μέσα από την εσωτερική μας καλλιέργεια, μπορούμε να εξελίξουμε την κοινωνία στην οποία ζούμε.