Της Κωνσταντίνας-Μαρίνας Χριστοφή,

Περπατάς και ανασαίνεις βαριά, σχετικά νεκρικά, κοιτάς γύρω κι αναρωτιέσαι τι συμβαίνει σε αυτή την αποπνιχτική ατμόσφαιρα η οποία δεν αλλάζει, ανεξάρτητα από το εάν ο ουρανός λάμπει ή αν είναι συννεφιασμένος. Κοιτάς και να που αντικρίζεις τις ίδιες λευκές μάσκες, μάσκες αγαλματένιες, πρόσωπα, ίσως όχι τόσο ανθρώπινα· πρόσωπα όμοια με εκείνα μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, στατικά, κρυμμένα πίσω από ένα προσωπείο. Αν το μίσος είχε όψη θα ήταν ακριβώς αυτή. Ένα πάθος καλά μεταμφιεσμένο που ελίσσεται δεξιά κι αριστερά και μπερδεύεται με τα αισθήματα, σαν να έπαιζε κρυφτό. Ένα πάθος σχεδόν καθηλωτικό, το οποίο λειτουργεί ως ένα καλά ριζωμένο άχθος. Ένα πάθος με έντονο κι ενεργητικό παλμό, ο οποίος, όμως, μετενσαρκώνεται σε κάτι καταστροφικό.

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ, έλεγε ότι το μίσος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα πολύτιμο λικέρ, ένα δηλητήριο ακριβότερο από εκείνο που σκότωσε το Γοργία, διότι είναι φτιαγμένο από το αίμα μας, την υγεία μας, τον ύπνο μας και από τα δύο τρίτα του έρωτά μας. Σε αυτό το σημείο, η ψυχανάλυση αντιπαραθέτει ότι το μίσος δεν αποτελεί κάτι το οποίο ανήκει στη μακρά λίστα του κακού, παρά ένα παιχνίδι του ασυνειδήτου. Το μίσος δεν είναι όμοιο με τα μεγάλα κι ερμητικά καζάνια που βράζουν στους παιδικούς εφιάλτες, αλλά μία ορμή που κατευθύνεται προς έναν παράγοντα Χ, προς όλους ή και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Επίσης, το μίσος δεν είναι το αντίθετο της αγάπης, παρά η περιφρόνηση κι η υποβάθμισή της. Μέσα στο δίπολο του μίσους και της αγάπης, λοιπόν, το μίσος τρέφεται και διαφοροποιείται από την τελευταία. 

Έχοντας παραγκωνίσει ορισμένες παρερμηνείες αυτής της έννοιας, θεωρώ ότι ήρθε η στιγμή για την αποκάλυψη της πραγματικής του ανατομίας. Το μίσος, αρχικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ένα πάθος. Είναι μια εσωτερική σήψη που εντοπίζεται τόσο στο άτομο, όσο και σε μια ευρύτερη κοινωνία. Είναι ένα άλμα από τη γνώση στην άγνοια, μισείς όταν γενικεύεις, όταν δηλαδή δε γνωρίζεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του ρατσιστή, ο οποίος καταχρηστικά γενικεύει την ταυτότητα του αλλόθρησκου ή του αλλοεθνή. Μισεί, με άλλα λόγια, την ευρύτερη ομάδα των προαναφερθέντων, χωρίς να γνωρίζει με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά, τα ελλείμματα, τα λάθη του καθένα ξεχωριστά. Μισεί γενικά κι απροσδιόριστα. Επίσης, είναι ένα μικρό πεισματάρικο παιδί, το οποίο δεν υποχωρεί σε επιχειρήματα. Το μίσος απολαμβάνει τη ζωτικότητά του από τον παραλογισμό του «αξίζει κάτι να καταστραφεί», και υποτάσσεται στην ανηθικότητα, την απερισκεψία και την υπεροψία. Είναι αρκετά ερμητικό, κι από ψυχική κατάσταση δύναται να μετουσιωθεί σε βία και καταστροφή, η οποία, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στη σφαίρα του ασυνείδητου. Εκτός των άλλων, το μίσος λαμβάνει μορφή υβριδίου, καθώς αρκετές φορές λαθραία τρυπώνει στα μονοπάτια της θλίψης, της ζήλιας και του φόβου.

Όσον αφορά το φόβο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η αντανάκλαση του μίσους. Σε μία τραμπάλα μεταξύ του ομοίου και του διαφορετικού, το μίσος δεν τρέμει το διαφορετικό παρά το όμοιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των Εβραίων και των Γερμανών. Ο ναζιστικός Γερμανός δεν αισθάνεται αποστροφή προς κάποιον ανόμοιο,, παρά επιλέγει να αμαυρώσει και να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον Εβραίο πολίτη, ο οποίος βάσει χαρακτηριστικών θα μπορούσε να είναι, σε ένα υποθετικό σενάριο, Γερμανός στρατιώτης, καθώς φυσιογνωμικά δεν εντοπίζονται διακριτές διαφοροποιήσεις. 

Σε αυτό το σημείο, δε θα μπορούσα παρά να κάνω μία σύντομη αναφορά στον πατέρα της ψυχανάλυσης· Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Φρόυντ πρέσβευε ότι το μίσος είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση και καλλιεργείται από τις πρώτες κιόλας πνοές του όντος. Με άλλα λόγια, είναι μια ήρεμη δύναμη η οποία βρίσκεται σε ύφεση κι απλά αναμένει κάποιον να κουρδίσει τη συγκεκριμένη χορδή. Μία άλλη θεώρηση, υπαγορεύει ότι στο μίσος ανακαλύπτει κανείς το «είναι», μια αντανάκλαση ή μάλλον μία ψευδαίσθηση της ταυτότητάς του. Προκειμένου να γίνει η συγκεκριμένη αντίληψη πιο απτή, ας λάβουμε ως παράδειγμα τις τρομοκρατικές οργανώσεις· μισώ, δηλαδή, ορισμένες εκφάνσεις της ανθρωπότητας, τις καταστρέφω και αυτοκαθορίζομαι ως μέλος μιας Χ οργάνωσης και αυτή είναι η ταυτότητά μου. Αν ρωτήσετε τη γνώμη μου, υπό τη διόπτρα της λογικής, αυτό θα χαρακτηριζόταν τουλάχιστον παράλογο. Στο μίσος, όμως, βρίσκει, άραγε, έδαφος η λογική;

Η απάντηση είναι άμεση και ρητή. Όχι, το μίσος δεν έχει λογική, διότι είναι ένα πάθος. Ένα πάθος έντονο κι ερμητικό, το οποίο επιδημικά απλώνεται μέσα στο ανθρώπινο είναι και κλέβει επιδέξια κάθε ζωτικότητα. Το μίσος νεκρώνει, διότι αδρανοποιεί κάθε έκφανση αλτρουισμού, επιείκειας και αυτοπεριορισμού. Το μίσος είναι ένα τυφλό τέρας, το οποίο μεγαλώνει μέσα μας σε ανυποψίαστο χρόνο. Όταν, λοιπόν, κοιτάμε στον καθρέπτη του μίσους δεν μπορούμε παρά να αντικρίσουμε την πιο διαβρωμένη εκδοχή του εαυτού μας.


Κωνσταντίνα-Μαρίνα Χριστοφή

Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος της Νομικής, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο τομέας που την ενδιαφέρει αρκετά όσον αφορά στη νομική, είναι εκείνος του ναυτικού δικαίου, ωστόσο την αγγίζουν έντονα και ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Σε ένα έξω-νομικό πλαίσιο, λατρεύει ιδιαίτερα τη συγγραφή, τη λογοτεχνία και την τέχνη. Τέλος, προσπαθεί να δραστηριοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο εθελοντικά καθώς υποστηρίζει έντονα τις αρχές της φιλανθρωπίας και ανιδιοτέλειας.