2.2 C
Athens
Τρίτη, 25 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαMillennials, μια γενιά αθεράπευτων περφεξιονιστών

Millennials, μια γενιά αθεράπευτων περφεξιονιστών


Της Μαρίας Κουτσανδριά,

Πρόκειται για εκείνη την ομάδα ανθρώπων, των γνωστών και ως generation Y, οι οποίοι εμφανίζονται χρονολογικά ανάμεσα στο 1980 και τα μέσα των 90’s, χαρακτηριζόμενοι και ως «τα παιδιά της χιλιετίας». Μπορεί εύκολα να σκιαγραφήσει κανείς το πορτρέτο τους με μια γρήγορη αναζήτηση στο Google, όπως και να αντιληφθεί τη βαρύνουσα σημασία της high-tech φύσης τους για τον κόσμο των επιχειρήσεων και της εναπόθεσης του δικού τους στίγματος στο εργασιακό περιβάλλον.

Οι Millennials, είναι άτομα με όραμα και ευφάνταστες ιδέες. Άτομα με ηγετικές ικανότητες τα οποία δεν αρκούνται στο να αποτελούν ένα απλό γρανάζι μιας απρόσωπης εταιρείας, αλλά επιδιώκουν την απασχόλησή τους σε μία θέση «με σκοπό»,  η οποία θα νοηματοδοτεί τους στόχους, τη μανιώδη εμμονή τους να επιζητούν το τέλειο, μέχρι και την ίδια τους την ύπαρξη. Διακατέχονται από αυτονομία, προσαρμοστικότητα και μια βαθιά πεποίθηση ότι θα σπάσουν τα δεσμά στο δυτικό κόσμο τόσο σε ανθρωπιστικό, όσο και σε κοινωνικό, και οικονομικό επίπεδο, δρώντας δυναμικά, με νέο χαρακτήρα και αυτοπεποίθηση, εμπιστευόμενοι τις γνώσεις ως κινητήριο δύναμή τους.

Στον αντίποδα, η βαρύγδουπη ονομασία που αποδίδεται στους Millennials ως «η γενιά του εγώ» έρχεται να αποδώσει ευχερέστερα το ανικανοποίητο και τον εγωισμό ενός ποσοτικοποιημένου εαυτού, χαμένου και ενίοτε περιπλανώμενου στη σφαίρα αναζήτησης της τελειότητας, που τίποτα περισσότερο από ένα κοινωνικό κατασκεύασμα δε συνιστά. Απορροφημένοι στον κόσμο της τεχνολογίας, της εικόνας, της επιφάνειας, της αυτοπροβολής, θεωρούν τους εαυτούς τους δικαιούχους σε μια ζωή στην οποία το ναρκισσιστικά ντυμένο εγώ τους δεν έχει συνεισφέρει κάτι ουσιαστικό. Κι αυτό, γιατί η τελειομανία-αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης των Millennials- ουκ ολίγες φορές αποτελεί συνώνυμο της ημιτέλειας.

Τι συνιστά, όμως, στην πραγματικότητα, τον θεμέλιο λίθο της τελειομανίας; Βασική προβληματική, κατ’ εμέ, της γενιάς των λεγόμενων Millennials, δε θα μπορούσε να είναι άλλη από τις αποτυχημένες στρατηγικές ανατροφής, σύμφωνα με τις οποίες χιλιάδες παιδιά πίστεψαν πως μπορούσαν να έχουν ό,τι θέλουν, γιατί απλώς το ήθελαν. Έπαιρναν ό,τι επιθυμούσαν, ενώ την ίδια στιγμή οι γονείς τους, τους μυούσαν στο σκεπτικό πως είναι ξεχωριστοί, πως κανείς δεν είναι σαν κι αυτούς. Τους δίδαξαν τη μοναδικότητα, όπως και την τέχνη του να είναι πλασματικά υπερήφανοι, πλασματικά ευτυχισμένοι. Κατακτούσαν τίτλους, μετάλλια, επαίνους, επαφιόμενοι σε ευνοϊκές συγκυρίες υποκινούμενες από γονικούς υπερπροστατευτισμούς και παρεμβάσεις, διαθέτοντας φυσικά πλήρη συνείδηση όλων των εξωτερικών πλεονεκτημάτων, με αποτέλεσμα να βιώνουν αναπόφευκτα αισθήματα κατωτερότητας εν συγκρίσει με άλλους χαρισματικότερους, εξυπνότερους, ικανότερους συνομηλίκους τους, για την ύπαρξη των οποίων ποτέ δεν ενημερώθηκαν, χάριν ενίσχυσης ενός υπερτροφικού εγώ. Και όλα αυτά μέχρι να αναζητήσουν την τύχη τους στον πραγματικό κόσμο, να διαψευσθούν οι προσδοκίες τους, όπως και η εσφαλμένη αυτοεκτίμησή τους, η οποία αποδεικνύεται ένα «τίμιο λάθος».

Η οδυνηρή αποτίμηση αυτού του – κατά βάση ναρκισσιστικού – σχεδίου διαπαιδαγώγησης, συνίσταται εν τέλει στην ανατροφή μιας ολόκληρης γενιάς με χαμηλότερη πεποίθηση στον εαυτό της από τις προηγούμενες, όχι υπό ευθύνη της, απλά και μόνο επειδή της μοιράστηκε «κακό χαρτί».

Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημα, ποιο είναι το απότοκο των ως άνω καταστρεπτικών και ανεξέλεγκτων προσδοκιών που θέτει το οικείο περιβάλλον του νέου για τον ίδιο, δε χρήζει ιδιαίτερης σκέψης και μας οδηγεί στη συνδυαστική εξέταση της υπερβολικής ενασχόλησής του με τα social media. Με άλλα λόγια, στρέφεται προς μία εικονική πραγματικότητα, εκείνη της επιζήτησης φήμης και αποδοχής από άτομα που δε γνωρίζει ουσιαστικά, ικανά ωστόσο να θρέψουν, έστω και προσωρινά, το αίσθημα του ανικανοποίητου, το αίσθημα που ακούει στη φράση «δεν είμαι αρκετός». Τίποτα, ωστόσο, δε σταματά εδώ, καθώς όταν δε λάβει την προσοχή που εθιστικώς και μανιωδώς αποζητά, καθίσταται έμμεσα υπόλογος στους διαδικτυακούς κριτές του, εκείνους που δεν κατάφερε να κεντρίσει, εντυπωσιάσει, «κερδίσει», διότι η φωτογραφία που μόλις ανέβασε στο Instagram δε συγκέντρωσε τον προσδοκώμενο αριθμό likes. Το αποτέλεσμα; Ένας φαύλος κύκλος να διαιωνίζεται.

Σε κάθε περίπτωση, η γενιά αυτή ασκεί τεράστια επιρροή στο σήμερα, αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα για τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει μακροπρόθεσμα, οφείλοντας παράλληλα να ανακτήσει τη χαμένη της αυτοπεποίθηση…


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Κουτσανδριά
Γεννηθείσα στην Αθήνα, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τα ενδιαφέροντά της κινούνται στο χώρο των ξένων γλωσσών (είναι γνώστης γερμανικών και άπταιστων αγγλικών), του εθελοντισμού, προσφάτως της αρθρογραφίας, όπως και της παρακολούθησης καλοκαιρινών νομικών μαθημάτων, των λεγόμενων summer law schools, η οποία έχει εξελιχθεί σε ετήσια αγαπημένη συνήθεια. Αυτό το διάστημα εργάζεται ως αεροσυνοδός σε γνωστή ελληνική αεροπορική εταιρεία.