Του Άγγελου Μεταλλίδη,

Περίοδος 1870-1913

Η αρχή του μακεδονικού ζητήματος μπορεί να τοποθετηθεί στο μακρινό 1870. Είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε η βουλγαρική εξαρχία και έπειτα από μερικά χρόνια, ακολούθησε η συγκρότηση του βουλγαρικού κράτους το 1878. Ένας από τους κυρίους λόγους της διαμάχης μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας κατά τη περίοδο αυτή, είναι η αδυναμία να βρεθεί μια συμφωνία για τα όρια της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Σύνηθες φαινόμενο το κάθε μέρος να ονομάζει ως Μακεδονία την περιοχή στην οποία είχε βλέψεις ή να προσπαθεί να ενσωματώσει στα όρια της δικιάς του Μακεδονίας τα εδάφη που αυτό επιθυμούσε, δηλαδή περιοχές στις οποίες το δικό του πληθυσμιακό στοιχείο υπερτερούσε. Το ελληνικό κράτος, όπως άλλωστε είναι φυσικό, όταν έκανε αναφορά στη γεωγραφική Μακεδονία εννοούσε την ιστορική Μακεδονία, η οποία αντιστοιχεί στην έκταση που παρέδωσε ο Φίλιππος στον Μέγα Αλέξανδρο, δηλαδή η περιοχή από τον Νέστο ως την Πίνδο και από βόρεια των Σκοπίων ως τον Πηνειό. Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία δε συμφωνούσε με αυτή την οριοθέτηση και όριζε δημιουργικά με τον δικό της τρόπο τη Μακεδονία. Έτσι, λοιπόν, όταν το βουλγαρικό κράτος έκανε αναφορά στον όρο Μακεδονία, αυτός περιελάβανε περιοχές στις οποίες υπήρχε έντονο το βουλγαρικό στοιχείο ή περιοχές στις οποίες είχε εδαφικές βλέψεις, όπως η Χαλκιδική, η Πιερία και η Ημαθία. Ένας πρώτος ορισμός για το ποιες περιοχές ανήκουν στη γεωγραφική Μακεδονία άρχισε να γίνεται διεθνώς αποδεκτός στις αρχές του 20ου αιώνα. Ως γεωγραφική Μακεδονία, ορίστηκε ο χώρος που καλύπτεται από τις περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας – η οποία είναι και το μεγαλύτερο μέρος της ιστορικής Μακεδονίας – της Μακεδονίας του Πιρίν (Βουλγαρία) και η περιοχή που βρίσκεται σήμερα η ΠΓΔΜ. Το διάστημα 1904-1908, όπως και την περίοδο των βαλκανικών πολέμων, μέσω της προπαγάνδας με την ίδρυση σχολείων σε μακεδονικά εδάφη, το βουλγαρικό κράτος προσπάθησε να δημιουργήσει βουλγαρική συνείδηση στους κατοίκους της περιοχής. Ο κύριος φορέας προπαγάνδας ήταν η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση.

Περίοδος 1913-1991

Η πολιτική της Ελλάδας να μην διεκδικήσει τον μακεδονικό χώρο αποκλειστικά για τον εαυτό της, αλλά να προσπαθήσει να κρατήσει τις ισορροπίες στον βαλκανικό χώρο, φάνηκε ακόμα πιο έντονα μετά την περίοδο των βαλκανικών πολέμων. Τότε, η περιοχή της Μακεδονίας μοιράζεται σε τρία κράτη (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία). Η εξέλιξη αυτή άφησε ικανοποιημένη την Ελλάδα, καθώς της εξασφάλισε στρατηγικά σημεία όπως η Θεσσαλονίκη και το λιμάνι της Καβάλας. Αν και το ελληνικό κράτος θεωρούσε τα σύνορα στον μακεδονικό χώρο οριστικά, όλο και πιο συχνά, μετά το 1913, οι βαλκανικοί γείτονες της είχαν βλέψεις πάνω στην ελληνική Μακεδονία (Βουλγαρία, Σερβία, Γιουγκοσλαβία). Η πρώτη παραβίαση των συνόρων έγινε το διάστημα 1916-1918, ενώ το 1941- 1944 το βουλγαρικό κομουνιστικό καθεστώς αρνήθηκε να εκκενώσει την ελληνική ανατολική Μακεδονία. Το 1946, διεκδίκησε τη δυτική Θράκη. Η Σερβία/Γιουγκοσλαβία, κατά την εποχή του μεσοπολέμου, διεκδίκησε την κυριαρχία στη σερβική ζωή του λιμένα Θεσσαλονίκης. Το 1941, η φιλογερμανική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας βοήθησε τους Γερμανούς στην πολεμική επίθεση εναντίων της Ελλάδας, ζητώντας ως αντάλλαγμα την Θεσσαλονίκη. Το 1946, στη διάσκεψη ειρήνης του Παρισιού, εμφανίστηκε για πρώτη φορά η ιδέα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κράτους, το οποίο θα ονομαζόταν «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ουσιαστικά, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Γιουγκοσλαβία πρόβαλε τις διεκδικήσεις της πάνω στον ελληνικό χώρο. Παρότι οι βαλκανικές δυνάμεις δεν άνοιγαν φανερά το μακεδονικό ζήτημα, αυτό έδειχνε να κρύβεται σε κάθε πολεμική εκστρατεία, όπως ο Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία προσπαθούσαν να συμμετέχουν σε αυτές τις πολεμικές αναμετρήσεις, με τέτοιο τρόπο ώστε μελλοντικά να τους εξασφάλιζαν εδαφικά οφέλη. Τις διεκδικήσεις της Ελλάδας θα προβάλει την εποχή αυτή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, και με αυτές τις διακηρύξεις θα πορεύεται η χώρα για αρκετά χρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, έγινε ακόμα πιο φανερή η τάση που είχε ξεκινήσει με τη διάσκεψη ειρήνης στο Παρίσι, η πίστη σε ένα «εθνικό μακεδονισμό» από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος εξ ορισμού αποσκοπούσε στην κατάκτηση του συνόλου της γεωγραφικής Μακεδονίας. Η ατμόσφαιρα οξύνθηκε ακόμα περισσότερο όταν το 1991, ένα μέρος της Γιουγκοσλαβίας έγινε ανεξάρτητο κράτος και μέσω του ονόματος που αυτό πρόκρινε για τον εαυτό του (δημοκρατία της Μακεδονίας), φάνηκε ότι είχε τις αξιώσεις να προβάλει ως μνηστήρας της ευρύτερης περιοχής. Η Ελλάδα, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασε, φοβούμενη ότι το όνομα αυτό θα μπορούσε να δώσει το δικαίωμα στους γείτονές της να διεκδικήσουν μακεδονική μειονότητα, και στη χειρότερη περίπτωση να διεκδικήσουν ελληνικά εδάφη. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταλήξουν σε ένα αποδεκτό όνομα οδήγησε στην Ενδιάμεση Συμφωνία, που αναγνώριζε το νέο κράτος ως «Πρώην Γιουγκοσλαβία Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Περίοδος 1991 έως σήμερα

Από το 1991 και για αρκετές δεκαετίες, οι δύο χώρες δε θα καταφέρουν να βρούν ένα κοινά αποδεκτό όνομα για το κράτος των Σκοπίων. Από το 1991 έως το 2018, οι διαπραγματεύσεις ήταν συνεχείς με τις εκάστοτε κυβερνήσεις να αδυνατούν να έρθουν σε συμφωνία. Το ζήτημα πήγαινε από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, χωρίς κάποια ουσιαστική εξέλιξη, και τη χώρα της ΠΓΔΜ να μην μπορεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Η λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας πραγματοποιήθηκε το 2018, έπειτα από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, με την οποία η άλλοτε ΠΓΔΜ αναγνωρίζεται με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία».


Βιβλιογραφία
  • Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό, Συρίγος Άγγελος-Χατζηβασιλείου Ευάνθης, 2018
  • Οδός Πρεσπών, Μέρτος Ι.Ν, 2019
  • Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, Κωστής Κώστας, 2018
  • Η ενοποίησης της Ελλάδας 1770 – 1923, Ντάκιν Ντάγκλας, 1961

Άγγελος Μεταλλίδης

Είμαι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Γεννήθηκα στις 12 Φεβρουαρίου 1998 και μεγάλωσα στην Καλαμαριά του νομού Θεσσαλονίκης. Τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα εντάσσονται στο χώρο της πολιτικής ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους και στην διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών και ιδεολογιών της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας.