Της Ελένης Σιαπικούδη,

Η συμφωνία των Πρεσπών συνομολογήθηκε στις 12 Ιουνίου 2018 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου 2019. Σκοπός της εν λόγω συμφωνίας ήταν πρωτίστως η διευθέτηση του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία μετονομάστηκε σε Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, και κατ’ επέκταση η εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεών της με την Ελλάδα. Η αντιπαράθεση των δυο κρατών διήρκεσε 27 σχεδόν χρόνια με διάφορες διακυμάνσεις. Πιο σημαντική εξέλιξη τα χρόνια αυτά ήταν η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, η οποία άφηνε έξω τη διευθέτηση του ονοματολογικού. Παράλληλα, αυτό που παρατηρήθηκε ήταν μια στασιμότητα ή καλύτερα μια έλλειψη ενδιαφέροντος για την εξεύρεση λύσης.

Τελικά, η ευκαιρία δόθηκε με την αλλαγή της κυβέρνησης αρχικά στην Ελλάδα και έπειτα στη Βόρεια Μακεδονία. Το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε και η προώθηση του ζητήματος από τους δυο πρωθυπουργούς, Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάεφ, έδωσε ώθηση στις εξελίξεις, παρά το πλήθος αντιδράσεων. Σκεπτόμενος κανείς, μπορεί να εντοπίσει τα πλεονεκτήματα αλλά και τις ελλείψεις της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ωστόσο, οι σκέψεις αυτές πιθανότατα υπόκεινται σε διαφοροποιήσεις, στο βαθμό που κάποιος κατοικεί στη μία ή στην άλλη πλευρά των συνόρων. Σε κάθε περίπτωση, διαφορετικά επιδρούν οι αλλαγές στις εκάστοτε συνειδήσεις. Αυτό, όμως, που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι πλέον μια πραγματικότητα, ένα κομμάτι των διμερών σχέσεων των δύο κρατών, που έχει θεσπιστεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και αποτελεί πλέον μια δέσμευση για τις δυο χώρες.

Ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία ήρθαν αντιμέτωποι οι «εμπνευστές» της συμφωνίας ήταν ο σημαντικός αριθμός αγαλμάτων και μνημείων που τοποθετήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην πόλη των Σκοπίων από την κυβέρνηση του Νίκολα Γκρούεφσκι. Το πρόγραμμα «Skopje 2014», όπως ονομάστηκε, είχε σκοπό την αναδιαμόρφωση βασικών κτηριακών υποδομών στην πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, με την παράλληλη ανοικοδόμηση αγαλμάτων, μνημείων και γλυπτών στο κέντρο της πόλης. Ειδικότερα, η υλοποίηση του προγράμματος αυτού ήταν αρκετά πολυδάπανη, καθώς βάσει διαφόρων μελετών ο προϋπολογισμός από 80 εκατομμύρια υπολογίζεται ότι ανήλθε σε 628 εκατομμύρια. Η κατάσταση αυτή άρχισε να ανησυχεί τους κατοίκους της γειτονικής χώρας, διότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με δραστικές αλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πέρα από το κόστος και τις κατηγορίες για διαφθορά, πλήθος πολιτών και μέλη Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων υποστήριζαν ότι τα έργα αυτά προωθούν εθνικιστικά μηνύματα και πολιτικές, που εκτός των άλλων περιελάμβαναν και επεμβάσεις στον αστικό σχεδιασμό της πόλης.

Από την ελληνική πλευρά, οι μεγαλύτερες αντιδράσεις επήλθαν για την ανύψωση του αγάλματος του Μεγάλου Αλέξανδρου, ως έφιππου στο κέντρο των Σκοπίων. Η εικόνα αυτή, που προβαλλόταν πολλές φορές από τα Μέσα Ενημέρωσης, επηρέαζε την ελληνική κοινή γνώμη για τους βόρειους γείτονές μας και δε βοηθούσε στην εξομάλυνση των σχέσεων. Έτσι, λοιπόν, το ζήτημα αυτό δε θα μπορούσε να παραλειφθεί από τις διαπραγματεύσεις και την τελική συμφωνία. Ρητά αναφέρεται στο Άρθρο 8 παρ. 1: «Εάν οιοδήποτε από τα Μέρη πιστεύει ότι ένα η περισσότερα σύμβολα, τα οποία συνιστούν μέρος της ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς του, χρησιμοποιείται από το άλλο Μέρος θα θέσει υπ’ όψιν του άλλου Μέρους τη χρήση την οποία επικαλείται, και το άλλο Μέρος θα προβεί στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες, για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα και να διασφαλίσει το σεβασμό στην προαναφερόμενη κληρονομιά». Στη συνέχεια του Άρθρου 8 παρ. 2 δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο ζήτημα αυτό, και τονίζεται ότι «Εντός έξι μηνών από τη θέση σε ισχύ της παρούσης Συμφωνίας, το Δεύτερο Μέρος θα επανεξετάσει το καθεστώς των μνημείων, δημόσιων κτηρίων και υποδομών στην επικράτειά του, και στο μέτρο που αυτά αναφέρονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην αρχαία ελληνική ιστορία και πολιτισμό που συνιστούν αναπόσπαστο συστατικό της ιστορικής, ή πολιτιστικής κληρονομιάς του Πρώτου Μέρους…».

Υπό το πρίσμα αυτό, τοποθετήθηκε νέα πινακίδα τόσο στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όσο και στα αγάλματα του Φίλιππου του Β’ αλλά και της Ολυμπιάδας. Συγκεκριμένα, στην επιγραφή αναφέρεται πλέον «Προς τιμήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ιστορικού προσώπου που ανήκει στην αρχαία ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό, καθώς και στην παγκόσμια πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά. Παρουσιάζεται ως έφιππος πολεμιστής». Σε μια ανάλογη πράξη, με βάση τη Συμφωνία, η Βόρεια Μακεδονία οφείλει να αφαιρέσει σύμβολα με τον ήλιο της Βεργίνας από τα δημόσια κτήρια.

Ωστόσο, πόσο εύκολα δέχονται οι πολίτες της γειτονικής χώρας τις αλλαγές αυτές; Όσο οι αρχές προωθούν τις εν λόγω πολιτικές, ορισμένοι πολίτες προβάλλουν τις αντιδράσεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο βανδαλισμός της συγκεκριμένης πινακίδας την προηγούμενη εβδομάδα. Οι εξελίξεις είναι άμεσες και οι αντιδράσεις, σε πολλές περιπτώσεις, είναι προβλέψιμες και αναμενόμενες. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα στην πορεία, πόσο εύκολα θα εφαρμοστεί και από τα δυο μέρη η αμφιλεγόμενη Συμφωνία και ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στις διμερείς σχέσεις των κρατών.


Ελένη Σιαπικούδη

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1996. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο αγγλόφωνο πρόγραμμα Politics and Economics of Contemporary Eastern and Southeastern Europe του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συνέδρια πολιτικής, ιστορίας και διεθνών σχέσεων.