Της Κατερίνας Μπικιώτη,

Γυναίκα. Γι’ αυτήν έχει ειπωθεί ότι είναι το ασθενές φύλο, σε μια προσπάθεια διαχωρισμού από τον ρωμαλέο άντρα. Κι όντως, έως μερικές δεκαετίες πριν, αντιμετωπιζόταν ως το φύλο που μειονεκτεί. Ήταν κλεισμένη στο σπίτι, ασχολούνταν αποκλειστικά με την ανατροφή των παιδιών της και το καθάρισμα του σπιτιού, με βασική της μέριμνα να ευχαριστήσει τον σύζυγό της, προσφέροντας ένα ζεστό πιάτο φαγητό και ένα καθαρό περιβάλλον για να ξεκουραστεί. Παράλληλα, έπρεπε να δημιουργεί ένα ευχάριστο κλίμα, προκειμένου να αποφορτίσει τον άντρα της από τα άγχη και τις σκοτούρες. Η ίδια εξάλλου, δεν είχε κανένα παράπονο από την καθημερινότητά της, δε δικαιούταν, ίσως, να έχει. Όταν, αργότερα, βγήκε από το σπίτι, εργάστηκε – ως επί των πλείστον – στις βιοτεχνίες και στην καθαριότητα σπιτιών μεγάλων κυριών. Στην επαρχία, η αδύναμη γυναίκα συμμετείχε ενεργά στις αγροτικές εργασίες. Κινούνταν με γοργό βηματισμό και με τεταμένη την προσοχή, μην τύχει και δώσει το παραμικρό δικαίωμα για σχολιασμό. Έπρεπε να κάνει τη δουλειά της και να επιστρέψει γρήγορα, ώστε να τακτοποιήσει το σπιτικό της.

Και σήμερα, αυτό το καταπιεσμένο για χρόνια πλάσμα, κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Κατέρριψε τα κοινωνικά στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Προέβη στο μεγάλο βήμα. Άνοιξε την πόρτα που την κρατούσε για χρόνια απομονωμένη. Έπειτα, ακολούθησαν κι άλλες πόρτες μεγαθηρίων, που με σθένος κατάφερε να ανοίξει. Έτσι, τελείωσε το σχολείο και φοίτησε σε πανεπιστήμια. Άρθρωσε το δικό της λόγο και διαμόρφωσε εμπεριστατωμένη γνώμη με επιχειρήματα. Η κοινωνία μας αιφνιδιάστηκε. Αρχικά, αντιμετώπισε με δυσπιστία αυτήν την προοπτική. Οι γυναίκες πάλεψαν δυναμικά, για να καταστήσουν σαφές ότι η παρουσία τους στους χώρους του επαγγελματικού βίου, στην επιστήμη, στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν είναι παροδική και τυχαία, αλλά, κάθε άλλο, τους ανήκει. Η φωνή τους,  λοιπόν, όχι μόνο πρέπει να ακούγεται για λόγους ισότητας και ισονομίας, αλλά μας ωφελεί όλους σε αυτήν την κοινωνία, να αφουγκραζόμαστε την άποψή τους. Γιατί η δική τους οπτική στα πράγματα, συνδυάζει αρμονικά τον ορθολογισμό και τον ρομαντισμό, καταλήγοντας σε συμπεράσματα που μόνο με διεισδυτική ματιά, με σύνεση και ευαισθησία μπορεί κανείς να αντιληφθεί.

Ωστόσο, το μέγα τέρας των στερεοτύπων δεν αδρανοποιείται μονομιάς και με την πάροδο των χρόνων, μας φέρνει απέναντι σε νέες προκαταλήψεις. Στις μέρες μας, λοιπόν, η κοινωνία μας αμφιταλαντεύεται αναφορικά με τη δυνατότητα της γυναίκας να συνδυάζει τον επαγγελματικό και προσωπικό της βίο, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες και των δύο επιπέδων. Πολλές φορές, έχουμε ακούσει να επιτάσσουν σε νεαρές κοπέλες να επιλέξουν ανάμεσα στον τίτλο της «γυναίκας καριέρας» ή της «γυναίκας για σπίτι». Για να μην αδικήσουμε και όσους προκρίνουν το σχετικό ερώτημα, η καθημερινότητα μιας γυναίκας που επιθυμεί να πορευτεί στη ζωή της με την δική της οικογένεια και να διαγράψει την επαγγελματική της σταδιοδρομία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εύκολη. Είναι γεμάτη προκλήσεις τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει, και εκπλήξεις που γεμίζουν την ημέρα της. Όμως, αυτή είναι εκεί όρθια κι ετοιμοπόλεμη, προετοιμασμένη να σταθμίσει τους παράγοντες και να πάρει τη σωστή απόφαση για κάθε ζήτημα που προκύπτει. Κι αν καμιά φορά κοπιάζει, άνθρωπος είναι κι αυτή. Πρέπει να της αναγνωρίσουμε ένα δικαίωμα ανάπαυλας, να πάρει τον χρόνο της, να σκεφτεί, να ξαποστάσει και να επανέλθει με γεμάτες μπαταρίες, έτοιμη να ανταποκριθεί σε όλα. Τα παραδείγματα γυναικών που καταφέρνουν να ορθοποδήσουν μέσα σε μία τέτοια καθημερινότητα, να διοχετεύσουν την ενέργειά τους στο επάγγελμα που έχουν επιλέξει και με επιτυχία να υπηρετήσουν και στην οικογένεια που με αγάπη και στοργή ανατρέφουν αφθονούν, επιτρέποντάς μας να τις παρακολουθούμε με περίσσιο θαυμασμό.

Καταλήγοντας, έχοντας λάβει σοβαρά υπόψιν τα φωτεινά παραδείγματα γυναικών που βραβεύονται για τη συνεισφορά τους στην επιστήμη, την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία, την κοινωνική εξέλιξη, αλλά και των αφανών ηρώων της βιοπάλης που τα κατορθώματά τους δεν κεντρίζουν τα φώτα της δημοσιότητας και τα μοναδικά βραβεία που λαμβάνουν είναι η ανέλιξη στην δουλειά τους και η αγκαλιά των παιδιών τους, θα πρότεινα η κοινωνία μας να απέχει από το να θέτει τέτοια θεμελιώδη διλήμματα σε ενεργά μέλη της. Είναι σημαντικό, να μην τα υποχρεώνει να υιοθετήσουν έναν τίτλο που η κοινωνία έθεσε, καταφρονώντας την όρεξη κάθε μίας από αυτές να διατυπώσει τον δικό της. Αυτόν που εκφράζει την ίδια και αρμόζει καλύτερα στα θέλω της. Στη ζωή που κυλάει μπροστά της και αν μη τι άλλο, της ανήκει.


Κατερίνα Μπικιώτη
Γεννημένη το 1997 στην Λάρισα διανύει το 4ο έτος των σπουδών της στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ. Βασικά ενδιαφέροντα της, είναι η αντιμετώπιση του νομοθέτη και της δικαιοσύνης απέναντι σε ποικίλα θέματα και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γνώμονας στην πορεία της, η εμπέδωση των αξιών της ζωής.