Της Δέσποινας Παρασκευοπούλου,

Ήταν βράδυ Σαββάτου, πριν από πολλά χρόνια, όταν συνειδητοποίησα ότι ολόκληρες οικογένειες σιτίζονται από όλα αυτά που εσύ μπορεί να θεωρείς άγευστα και άχρηστα. Ένας άνθρωπος έψαχνε στα σκουπίδια. Νομίζω ντράπηκε όταν με είδε. Κρατούσα φαγητό μαζί μου. Ντράπηκα κι εγώ. Πήρα το βλέμμα μου από πάνω του. Αμηχανία. Προχώρησα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.

Σίγουρα, όταν μερικές δεκαετίες πριν γιορτάζαμε την είσοδό μας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δε φανταζόμασταν το μέλλον της χώρας κάπως έτσι. Αρκετά χρόνια αργότερα, και μετά την ένταξή μας στη Νομισματική Ένωση που θα έκανε τους Έλληνες πολίτες ισάξιους των Ευρωπαίων, φαίνεται πως τα χρήματα που μας λείπουν είναι κρυμμένα μέσα στους κάδους των σκουπιδιών.

Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς, πώς δεκάδες άνθρωποι καθημερινά – Έλληνες, αλλά και αλλοδαποί – με καροτσάκια των σουπερμάρκετ ή ό,τι άλλο διαθέτει ρόδες και αποθηκευτικό χώρο, παίρνουν τους δρόμους και ψάχνουν από κάδο σε κάδο, ανάμεσα σε σωρούς σκουπίδια, για να βρούνε μεταλλικά αντικείμενα ή ό,τι άλλο χρήσιμο, που στη συνέχεια θα πουλήσουν με αντάλλαγμα λίγα ευρώ. Με κρύο ή ζέστη, μέρα ή νύχτα, ακόμα και νωρίς τα ξημερώματα, στις δύο με τρεις το πρωί, οι παρατηρητικοί θα δούνε αυτούς τους ανθρώπους να ψάχνουν, σχεδόν χωμένοι μέσα στους κάδους, τα υλικά που θα ανταλλάξουν με χρήματα. Κι αν αυτός ο τρόπος διαχωρισμού των ανακυκλώσιμων πολύτιμων υλικών είναι, σχετικά, νέα μόδα, αυτό συμβαίνει γιατί, πλέον, στις χωματερές γίνεται σχεδόν το αδιαχώρητο, με δεκάδες ανθρώπους να ψάχνουν στις σωρούς των σκουπιδιών με κίνδυνο της ζωής τους, αφού πολλοί έχουν παρασυρθεί, κατά λάθος, από τα μηχανήματα που δουλεύουν εκεί.

Πρόκειται για μια θλιβερή εικόνα, δυστυχώς, ιδιαίτερα γνώριμη στην Ελλάδα την τελευταία 10ετία. Τα σκουπίδια του γείτονα, ίσως και να είναι ο δικός τους «θησαυρός». Παιδιά ψάχνουν εκεί με τους γονείς τους το μεσημεριανό τους φαγητό, ηλικιωμένοι ψάχνουν αργά το βράδυ, γιατί η αξιοπρέπεια, τους οδηγεί στη ντροπή. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι οι μόνες που θα έπρεπε να ντρέπονται, είναι η κοινωνία και η Δημοκρατία μας. Αν η φτώχεια είναι η χειρότερη μορφή βίας, όπως είπε ο Γκάντι, τότε, καθημερινά, υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας, γύρω μας, δίπλα μας ή στο πιο κάτω στενό που «βιάζονται» από την έλλειψη φαγητού και ρουχισμού.

Είμαι μέρος μιας αιμορραγούσας κοινωνίας, που ανέχεται την κραυγαλέα ανισότητα, την πείνα και την ανημποριά, την ίδια στιγμή που άλλοι τόσοι στην τηλεόραση εκθειάζουν με κάθε τρόπο την άνετη και πολυτελή ζωή τους. Η κοινωνία μας έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Η ανθρωπότητα μας έχει αποτύχει και οι δικαιολογίες σταματούν την ώρα, ακριβώς, που ένα παιδί ψάχνει στα σκουπίδια και νιώθει ευγνωμοσύνη όταν τρώει αποφάγια.

Καληνύχτα Ελλάδα…

Αφιερωμένο σε αυτούς που παλεύουν μόνοι τους, κάθε μέρα, για αυτά που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένα.


Δέσποινα Παρασκευοπούλου

Γεννήθηκε και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση. Έχει ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό της στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τις Δημόσιες Πολιτικές, συμμετέχοντας παράλληλα σε πολλά συνέδρια και ημερίδες. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό γιατί πιστεύει ότι όσο περισσότερο δίνουμε τόσο περισσότερο έχουμε, όσο περισσότερο αγαπάμε τόσο περισσότερο μας αγαπούν.