Της Μαριλίζας Τεμπλαλέξη,

Όταν γίνεται αναφορά στην ενετοκρατία στην Κρήτη, κατ’ ουσίαν νοείται το χρονικό, όπου η Κρήτη τελούσε υπό την κυριαρχία του ενετικού στοιχείου. Χρονικά, τοποθετείται από την περίοδο ενός έτους μετά την Δ’ Σταυροφορία, έως και την κατάληψη της νήσου από τους Οθωμανούς το 1715. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, οι Βενετοί είχαν κατακτήσει τα πιο σημαντικά εδάφη, ωστόσο, κάποιες περιοχές τελούσαν υπό τον έλεγχο των Γενοβέζων. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των Γαλετούζων που κυριάρχησαν στη Μυτιλήνη, η εταιρεία εμπορικού χαρακτήρα Mahona στη Χίο και οι ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννη στη Ρόδο (Ιωαννίτες).

Για τους Βένετους, εύλογα δύναται να συναχθούν οι παράγοντες για τους οποίους η νήσος αποτελούσε κομβικής σημασίας εδαφική κατάκτηση. Η σημασία αυτή εντονοποιήθηκε, αφού απώλεσαν τις περιοχές της Εύβοιας το 1470, καθώς και της Κορώνης και Μεθώνης το 1500. Εκτός αυτού, τόσο η θέση του νησιού σε ένα εξαιρετικά στρατηγικό σημείο, αφού συνιστά πέρασμα για την νοτιοανατολική Ευρώπη, τη νοτιοδυτική Ασία και το βόρειο τμήμα της Αφρικής, όσο και το γεγονός ότι αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή αγροτικών προϊόντων του Βενετικού πληθυσμού.

Ένας εκ των πιο σημαινόντων απειλητικών δρώντων για τη Βενετική αυθυπαρξία, υπήρξε ο οθωμανικός παράγοντας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε εξαιρετικά κοντά στην κατάκτηση του νησιού, με τρανταχτό παράδειγμα την επεκτατική επίθεση εναντίον του ανατολικού μέρους της Κρήτης, εν διαρκεία 1453-1538. Άμεση απόρροια της κίνησης αυτής, η ολική λεηλασία χωριών της Σητείας.

Βέβαια, οι πιο αξιοσημείωτες εδαφικές «πληγές» της νήσου προήλθαν από τον Χαϊρεντίν πασά, ή ,αλλιώς, Μπαρμπαρόσα και την ακατεύναστη προσπάθειά του να κατακτήσει τα Χανιά και το Ηράκλειο, στα πλαίσια του Γ’ Ενετοτουρκικού πολέμου (1537-41). Πιο συγκεκριμένα, στην προσπάθεια για την κατάκτηση των Χανίων, το φρούριο του Αποκορώνου κατεδαφίστηκε και το χωριό Κεραμιά λεηλατήθηκε ολοσχερώς. Μετά τη δεύτερη προσπάθεια κατάκτησης του Ηρακλείου, που κρίθηκε ανεπιτυχής, προέβη και σε περαιτέρω λεηλασίες, με την καταστροφή και του φρουρίου του Μιραμπέλλου, της Σητείας, του Παλαιόκαστρου, της Ιεράπετρας και του Σελίνου. Ωστόσο, έως και τον μεγάλο πόλεμο, του οποίου τα γεγονότα διαδραματίστηκαν από το 1645-1669, η τουρκική προκλητικότητα είχε αμβλυνθεί αξιοσημείωτα.

H λατινική επικυριαρχία στην Κρήτη είναι συνυφασμένη με τη σταδιακή πτώση και την τελική εξάλειψη της φεουδαρχικής τάξης, όπως και την αντικατάσταση αυτής με τους, ευγενικής καταγωγής, κρητικούς, μέρος των οποίων συναποτελείτο, επίσης, από Eνετούς ευγενείς. Θεμελιώδους σημασίας παράγοντες αποτέλεσαν τόσο ότι κάποια από τις υφιστάμενα και μεγάλα σε έκταση εδαφικά τμήματα είτε κατατεμαχίστηκαν σε μικρότερα είτε μεταβιβάστηκαν. Η ανωτέρω αιτία, σε συνδυασμό με την κακή οικονομική κατάσταση της πλειονότητας των φεουδαρχών οδήγησε στην βαθμιαία παρακμή του φεουδαρχικού συνόλου.

Κάνοντας μία αναφορά στο διοικητικό μέρος, στην κορυφή της ιεραρχικής κλίμακας ήταν τοποθετημένος ο δούκας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για θέματα πολιτικής φύσεως του νησιού, μέχρι και το 1550 περίπου. Η αρμοδιότητά του εκτεινόταν στην περιοχή του Χάνδακα (Ηράκλειο). Για τις υπόλοιπες περιοχές, υπεύθυνοι είχαν τεθεί οι ρέκτορες, που είχαν και στρατιωτική εξουσία. Ο λεγόμενος καπιτάνος, κατείχε τον τίτλο του γενικού στρατιωτικού διοικητή του Χάνδακα. Πιο συγκεκριμένα, στην περιοχή των Σφακίων είχε οριστεί ο προβλεπτής, του οποίου το εύρος της εξουσίας ήταν άμεσα εξαρτώμενο από τις αποφάσεις του προβλεπτή.

Αν και, στην αρχή, ο ρόλος των Ελλήνων στους διοικητικούς μηχανισμούς δεν ήταν ιδιαίτερα αισθητός, προοδευτικά, εντάχθηκαν ενεργά στη λήψη αποφάσεων και ανέλαβαν πρωτεύοντες ρόλους διαχείρισης αυτών. Αυτός ήταν και ένας αποτελεσματικός τρόπος εξεύρεσης λύσης στο πρόβλημα της έλλειψης επαρκούς αριθμού μισθοφόρων (ή εναλλακτικά ικανοί), εξ ου και ο λόγος που η ηλικιακή κλίμακα υποχρεωτικής άσκησης της ανάλογης θητείας τέθηκε από τα 18 έως τα 50 έτη.

Από το 1550, κυρίως, και έπειτα, επικράτησε ο θεσμός του γενικού προβλεπτή, με απώτερο σκοπό να αντιμετωπιστούν οι διάφορες αναταραχές που προέρχονταν, τόσο εκ των έσω, με εξεγέρσεις χωρικών και αστών, όσο και εκ των εξωτερικών απειλών, κυρίως από τον οθωμανικό παράγοντα.

*Στη συνέχεια του άρθρου θα ακολουθήσει εκτενής περιγραφή της ενετικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή των Επτανήσων.


Βιβλιογραφία
  • Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Ιστορία- Πολιτισμός

Μαριλίζα Τεμπλαλέξη

Γεννηθείσα το 1998 στην Αθήνα, σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Έχει παρευρεθεί σε σημαντικό αριθμό συνεδρίων, που αφορούν το αντικείμενο σπουδών της. Στο OffLine Post συνεισφέρει αρθρογραφώντας στην κατηγορία της Ιστορίας.