Ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας: Στρατηγικές και Προκλήσεις

28

Του Μηνά Στραβοπόδη,

Μετά την δεκαετία της αμερικανικής κυριαρχίας στο διεθνές σύστημα (1991-2001), την επονομαζόμενη Pax Americana στα πρότυπα της Pax Romana, δηλαδή ως την μοναδική μεγάλη δύναμη η οποία μπορεί να προβάλει ισχύ πλανητικά και να ασκήσει έντονο παρεμβατισμό σε τρίτα κράτη, το μονοπολικό σύστημα σταδιακά αλλάζει. Επέρχεται, λοιπόν, σταδιακά μια συστημική αλλαγή, δηλαδή η κατανομή ισχύος και οι ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται και ο άλλοτε μοναδικός πόλος του συστήματος (ΗΠΑ), δεν είναι πλέον ο μοναδικός, καθώς αναδύονται νέες δυνάμεις, οι οποίες παρουσιάζουν έντονους ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι πολλές φορές ξεπερνούν τους ρυθμούς των ΗΠΑ (π.χ. Κίνα, Ινδία).

Οι βασικές αιτίες για αυτήν την συστημική αλλαγή, όπου το διεθνές σύστημα από μονοπολικό τείνει να γίνει πολυπολικό, είναι δύο. Το 2001 αποτελεί σταθμό για την αλλαγή αυτή. Πρώτον, το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, έβαλε τέλος στο αφήγημα των ΗΠΑ ότι είναι άτρωτες και πως οι δύο ωκεανοί αποτελούν φυσικό οχυρό που ο αντίπαλος δεν μπορεί να υπερκεράσει και να επιτύχει επίθεση σε αυτές. Το χτύπημα αυτό, αμφισβήτησε εμπράκτως την ηγεμονία των ΗΠΑ, καθώς μια επίθεση εντός των συνόρων τους από έναν μη κρατικό δρώντα έπληξε το κύρος και το γόητρο τους και παράλληλα έθεσε τέλος στην περίοδο της Pax Americana. Το κύρος και το γόητρο των ΗΠΑ έπληξαν επίσης και οι αποτυχημένες επεμβάσεις κυρίως σε Αφγανιστάν (2001) και Ιράκ (2003), καθώς παρουσίασαν σημάδια αδυναμίας. Δεύτερον, την ίδια περίοδο σημειώνονται έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης σε κάποιες από τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και η Βραζιλία (τα κράτη BRICS πλην της Νότιας Αφρικής). Αυτοί οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης δημιουργούν νέους περιφερειακούς πόλους ισχύος, οι οποίοι, ναι μεν, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν σημαντικά την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, αλλά αποτελούν σημαντικοί περιφερειακοί παίκτες, οι οποίοι διεκδικούν αρχικά ηγεμονία στην εκάστοτε περιφέρειά τους. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα μεταβάλλεται σε αναδυόμενο πολυπολικό.

Όσον αφορά στην Κίνα, οι ρυθμοί ανάπτυξής που παρουσιάζει ήδη από το 1979 έως και σήμερα αγγίζουν το 10% κατά μέσο όρο αύξηση του ΑΕΠ της ετησίως, γεγονός που αποδεικνύει την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, η οποία αυτή τη στιγμή είναι η νούμερο 2 οικονομική δύναμη, με τάση όμως να ξεπεράσει τις ΗΠΑ, που αποτελούν το νούμερο 1. Συγκεκριμένα, για το 2018 οι ΗΠΑ έχουν περίπου 19 τρις $, ενώ η Κίνα περίπου 12 τρις $.

Εξαιτίας, λοιπόν, των ανοδικών τάσεων της Κίνας, η οποία εάν συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς, πολύ σύντομα θα ξεπεράσει, τουλάχιστον οικονομικά, τις ΗΠΑ, οι ΗΠΑ αρχίζουν και λαμβάνουν μέτρα για να ανακοπεί η ξέφρενη πορεία της Κίνας. Η στρατηγική των ΗΠΑ είναι πολυδιάστατη καθώς επιχειρεί να θέσει φραγμό, τόσο στην οικονομική, εμπορική και τεχνολογική ανάπτυξη της Κίνας, όσο στην διπλωματική της επιρροή, αλλά και στον στρατιωτικό τομέα. Βασικός, λοιπόν, σκοπός των ΗΠΑ είναι η παρεμπόδιση της Κίνας να καταστεί αυτή το νούμερο 1 στο διεθνές σύστημα, ακόμα και αν αυτό αφορά μόνο τον οικονομικό τομέα. Υπενθυμίζεται ότι κάθε φορά που το νούμερο 1 απειλούνταν από το νούμερο 2 ο παρεμποδιστικός πόλεμος ήταν η βασική επιλογή του νούμερο 1. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι, τόσο ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, όπου η Σπάρτη κήρυξε τον πόλεμο στην Αθήνα, όσο και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου η Βρετανία (και η Αντάντ γενικότερα) κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία του Γουλιέλμου.

Επειδή, όμως, στον 21ο αιώνα η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει δημιουργήσει όπλα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν μαζικές καταστροφές πολύ μεγαλύτερες από αυτές που γνώρισε η ανθρωπότητα ακόμα και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως τα πυρηνικά όπλα, η επιλογή της διενέργειας ενός παρεμποδιστικού πολέμου, με την συμβατική έννοια, μοιάζει περισσότερο ουτοπική από ότι στο παρελθόν. Για τον λόγο αυτό, οι ΗΠΑ κάνει χρήση άλλων μεθόδων για την ανακοπή της Κίνας.

Όσον αφορά στον οικονομικό τομέα η κυβέρνηση Trump εγκαινίασε μια περίοδο υψηλών δασμών στα κινεζικά προϊόντα. Πιο συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2018 επέβαλε 60δις $ δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές, στις οποίες η Κίνα λίγο αργότερα απάντησε με επιβολή δασμών στις αμερικανικές εισαγωγές. Λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 2018 ο Trump αύξησε τους δασμούς στα 200δις $. Πίσω από αυτό το σκεπτικό κρύβεται η προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν στον εμπορικό τομέα την Κίνα, όπου αυτό κατά συνέπεια θα επηρεάσει την οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας. Επί της ουσίας, λοιπόν, πρόκειται για έναν εμπορικό πόλεμο, ο οποίος έχει ως βασικό σκοπό την πρόκληση οικονομικής φθοράς στον βασικότερο ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν ζημιώνεται και η αμερικανική οικονομία από αυτήν την στρατηγική. Επειδή, όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση τα σχετικά οφέλη είναι αυτά που έχουν σημασία και όχι τα απόλυτα, η κυβέρνηση Trump θα συνεχίζει αυτή την πρακτική όσο το κόστος στην αμερικανική οικονομία είναι μικρότερο από αυτό που προκαλείται στην κινεζική μέσω των δασμών.

Αναφορικά με τον τεχνολογικό τομέα, η Κίνα έχει συνειδητοποιήσει πως εάν επιθυμεί να γίνει το νούμερο 1, δεν φτάνει μόνο η οικονομική ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό επενδύει πολύ μεγάλα ποσά στην Έρευνα και την Ανάπτυξη (Ε&Α), ούτως ώστε να φτάσει στο επίπεδο των ΗΠΑ και στον τεχνολογικό τομέα. Η Κίνα οφείλει να είναι ανταγωνιστική στις τεχνολογίες αιχμής, όπως για παράδειγμα στην ρομποτική και στις τηλεπικοινωνίες 5ης γενιάς. Έτσι, πρόσφατα οι ΗΠΑ ξεκίνησαν προσπάθειες να περιορίσουν την δραστηριότητα της Huawei, η οποία αποτελεί μια άκρως επιτυχημένη εταιρεία τηλεπικοινωνιών, που σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έφτασε στην δεύτερη θέση πίσω μόνο από τον αμερικανικό κολοσσό της Apple. Επειδή, λοιπόν, και σε αυτόν τον τομέα αμφισβητείται έντονα η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ από μια κινεζική πολυεθνική επιλέχθηκε η μέθοδος του «τεχνολογικού πολέμου». Το σαμποτάζ που προσπάθησαν να κάνουν οι ΗΠΑ στην κινεζική εταιρεία περιορίστηκε και η ένταση μειώθηκε, ωστόσο ακόμα και σήμερα συνεχίζονται οι μαζικές απολύσεις εργαζομένων της Huawei σε υποκαταστήματα στης αμερικανική επικράτεια. Ο τεχνολογικός αυτός πόλεμος που έχει κηρυχθεί μεταξύ των δύο μερών περνά τα σύνορα των συμβατικών μεθόδων και αγγίζει ακόμα και τα όρια του κυβερνοχώρου, μέσω διάφορων κυβερνο-επιθέσεων που ανταλλάσσουν τα δύο κράτη.

Στον διπλωματικό τομέα, η Κίνα έχει εγκαινιάσει ήδη από το 2013 ένα γιγαντιαίο project με σκοπό την οικονομική και πολιτική επιρροή της σε κράτη τόσο της περιφέρειάς της αλλά και άλλων ηπείρων. Πρόκειται για το Belt and Road Initiative (BRI), το οποίο πολύ το έχουν ονομάσει ως το κινέζικο Σχέδιο Marshall. Το εγχείρημα αυτό αποτελείται από δύο σκέλη: α) το Belt που πρόκειται για την δημιουργία ενός χερσαίου δρόμου που θα ξεκινά από την Κίνα και θα καταλήγει στις αγορές τις Ευρώπης, διασχίζοντας μεγάλο αριθμό κρατών, με βασικό σκοπό, την διαμετακόμιση και προώθηση των κινεζικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, ένας ακόμη σκοπός της Κίνας είναι η άσκηση πολιτικής και οικονομικής επιρροής στα σημεία που θα διασχίζει ο χερσαίος αυτός δρόμος, καθώς πρόκειται για τοποθεσίες στρατηγικής σημασίας, προσεκτικά επιλεγμένες από την Κίνα, και β)  το Road που πρόκειται για μία θαλάσσια οδό η οποία θα ξεκινά από τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό, θα διασχίζει την Αραβική και τη Μεσόγειο θάλασσα προτού καταλήξει στα ευρωπαϊκά λιμάνια και από εκεί στις ευρωπαϊκές αγορές. Επίσης, σκοπός είναι η πολιτική και η οικονομική επιρροή σε λιμάνια ύψιστης στρατηγικής σημασίας.

Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ προσπαθούν να ματαιώσουν κάθε μεμονωμένη κίνηση και ενέργεια της Κίνας που έχει σκοπό την εκπλήρωση του έργου αυτού. Πιο συγκεκριμένα, σε κάθε ένα από αυτά τα στρατηγικά σημεία, τα οποία έως και σήμερα ασκείται επιρροή από τις ΗΠΑ, προσπαθούν να ματαιώσουν τις κινεζικές επενδύσεις παρουσιάζοντας την Κίνα σαν ανταγωνιστή και όχι ως συνεργάτη των κρατών αυτών. Ωστόσο, το οικονομικό όφελος των ενδιάμεσων αυτών κρατών είναι τόσο υψηλό, που καμία αμερικανική προειδοποίηση ή ακόμα και απειλή σε αυτά τα κράτη δεν θα τα οδηγήσει στην ματαίωση των ενεργειών αυτών. Πέραν όμως από αυτό, οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τις αποφάσεις όλων των κρατών καθώς με  κάποια από τα κράτη που υπάγονται στο εγχείρημα αυτό έχει τεταμένες έως και εχθρικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα το Ιράν. Έτσι, λοιπόν, οι ΗΠΑ προσπαθούν μέσω αυτής της διπλωματικής πίεσης να περιορίσουν ή ακόμα και να ματαιώσουν το φιλόδοξο σχέδιο του BRI. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής είναι περιορισμένη και ορισμένες φορές ανύπαρκτη. Παρόλα αυτά, το κομμάτι της διπλωματίας αποτελεί μόνο ένα μέρος της πολυδιάστατης στρατηγικής που εφαρμόζουν οι ΗΠΑ για τον περιορισμό της Κίνας.

Τέλος, όσον αφορά στον στρατιωτικό τομέα και σε αυτήν την περίπτωση οι ΗΠΑ προσπαθούν να περιορίσουν την Κίνα, μέσω κάποιων στρατηγικών κινήσεων που διενεργούν περικυκλώνοντάς την. Είναι αλήθεια ότι στην περιφέρεια της Ασίας, η Κίνα αποτελεί τον πλέον ανταγωνιστικό εν δυνάμει περιφερειακό ηγεμόνα στην περιοχή, ωστόσο η ύπαρξη σημαντικών κρατών με υπολογίσιμη ισχύς στην ίδια περιφέρεια, όπως η Ιαπωνία, η Ρωσία και η Ινδία, καθιστά την αξίωσή της να καταστεί περιφερειακός ηγεμόνας ιδιαίτερα δύσκολη, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η οποία το 1898 κατέστη περιφερειακός ηγεμόνας του δυτικού ημισφαιρίου, μετά την νίκη τους επί των αποικιοκρατικών δυνάμεων της Βρετανίας και της Ισπανίας και παραμένει έως και σήμερα χωρίς να υπάρχει κάποια άλλη υπολογίσιμη δύναμη.

Οι ΗΠΑ προέβησαν σε κάποιες στρατηγικές κινήσεις για την εξισορρόπηση της Κίνας στην περιοχή. Συγκεκριμένα, πριν κάποια χρόνια προώθησαν την επαναστρατικοποίηση της Ιαπωνίας για πρώτη φορά μετά τον Β’ Π.Π. Επιπλέον, σταμάτησαν να κρατούν ίσες αποστάσεις από την σύγκρουση μεταξύ Ινδίας-Πακιστάν, ιδίως μετά την ενθουσιώδη αντίδραση του δεύτερου στα σχέδια του BRI στο Πακιστάν. Οι ΗΠΑ στράφηκαν, λοιπόν, ξεκάθαρα προς την Ινδία, καθώς αυτή αποτελεί την μοναδική δύναμη που μπορεί να εξισορροπήσει την Κίνα, διότι η λανθάνουσα ισχύς της (πληθυσμός και επικράτεια) προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό αυτή της Κίνας. Η λανθάνουσα ισχύς είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα κράτος για να αποκτήσει πραγματική ισχύς (στρατιωτική, πολιτική, οικονομική). Για τον λόγο αυτό, τα δύο αυτά κράτη διαθέτουν μια πολύ καλή συνεργασία, όπου πολλές φορές οι ΗΠΑ παρέχουν εξοπλισμό στην Ινδία, παρά το γεγονός του ότι η Ινδία είναι μέλος των BRICS. Σημαντικό να αναφερθεί πως κάθε κράτος ακολουθεί δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά στην συμπεριφορά του. Για παράδειγμα, η Ινδία συνεργάζεται στον οικονομικό τομέα με την Κίνα και τα υπόλοιπα κράτη BRICS, ωστόσο αυτή η οικονομική άνοδος της Κίνας προκαλεί φόβο και ανασφάλεια στην Ινδία με αποτέλεσμα να στρέφεται στις ΗΠΑ για εξοπλισμό, ούτως ώστε να μπορέσει να την εξισορροπήσει. Επιπρόσθετα, μία ακόμη στρατηγική κίνηση των ΗΠΑ είναι η στενές σχέσεις με τις Φιλιππίνες και την υποστήριξη των θέσεων τους σε όλες τις διαφορές των Φιλιππίνων με την Κίνα στην Νότια Σινική θάλασσα. Κλείνοντας, στο κείμενο του National Security Strategy των ΗΠΑ του 2017, αρχίζει και η Αυστραλία να αποκτά γεωπολιτική και γεωστρατηγική αξία, καθώς για την εξισορρόπηση της Κίνας αυτή θα αποτελέσει το στρατηγικό βάθος. Οπότε φαίνεται πως οι ΗΠΑ εντάσσουν σταδιακά σε αυτό το «παιχνίδι» ανταγωνισμού στην Ασία και την Αυστραλία.

Εν κατακλείδι, παρατηρείται πως η πολυδιάστατη αυτή στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα έχει κάποια αποτελέσματα, ωστόσο αυτά προς το παρόν είναι περιορισμένα. Βέβαια, η στρατηγική αυτή των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τον σταδιακό κορεσμό της κινεζικής οικονομίας, οδηγούν σε ελαφρώς μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, ωστόσο αυτοί, ακόμη, είναι υψηλότεροι από τους ρυθμούς ανάπτυξης των ΗΠΑ. Ο φόβος των ΗΠΑ για την μη διατήρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας στο οικονομικό επίπεδο είναι σίγουρα υπαρκτός και εάν η Κίνα συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς θα είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί αυτή η ανακατανομή ισχύος. Ωστόσο, ακόμα και αυτό να συμβεί, δεν σημαίνει πως οι ΗΠΑ θα είναι πλέον το νούμερο 2 του κόσμου, καθώς το χάσμα που υπάρχει στην στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ με αυτήν της Κίνας είναι τεράστιο και στην παρούσα φάση αγεφύρωτο.

Οπότε, καταληκτικά, το διεθνές σύστημα σε ένα πρώτο επίπεδο παραμένει μονοπολικό, διότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν ανταγωνιστή στον στρατιωτικό τομέα, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο το σύστημα είναι πολυπολικό, καθώς σε πιο «ήπιους» τομείς όπως αυτός της οικονομίας υπάρχουν αρκετοί ανταγωνιστές. Το μέλλον θα δείξει εάν η στρατηγική της Κίνας κυρίως με το BRI είναι ικανή να ανατρέψει τις ισορροπίες ή εάν η πολυδιάστατη στρατηγική των ΗΠΑ θα αποδειχθεί επιτυχής διατηρώντας το υφιστάμενο status quo.


Μηνάς Στραβοπόδης

Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο και είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά με άριστα. Έχει υπάρξει αρθρογράφος στην Huffington Post Greece και έχει δημοσιεύσει και κάποια κείμενα στο Antenna News. Είναι πολύγλωσσος, καθώς ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Γερμανικά. Έχει συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα Erasmus+ στις Βρυξέλλες και σε αρκετά συνέδρια προσομοίωσης. Επίσης, έχει υπάρξει ομιλητής σε συνέδρια του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα που άπτονται των διεθνών σχέσεων, της διεθνούς ασφάλειας, της Μέσης Ανατολής, των διεθνών οικονομικών και της πολιτικής φιλοσοφίας. Η φράση Carpe Diem ασκεί καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται και πράττει.

Προηγούμενο άρθροΜπορεί η μόδα να γίνει πράσινη;
Επόμενο άρθρο1η Αυγούστου
Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο και είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά με άριστα. Έχει υπάρξει αρθρογράφος στην Huffington Post Greece και έχει δημοσιεύσει και κάποια κείμενα στο Antenna News. Είναι πολύγλωσσος, καθώς ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Γερμανικά. Έχει συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα Erasmus+ στις Βρυξέλλες και σε αρκετά συνέδρια προσομοίωσης. Επίσης, έχει υπάρξει ομιλητής σε συνέδρια του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα που άπτονται των διεθνών σχέσεων, της διεθνούς ασφάλειας, της Μέσης Ανατολής, των διεθνών οικονομικών και της πολιτικής φιλοσοφίας. Η φράση Carpe Diem ασκεί καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται και πράττει.