Της Αγγελικής Γκιουλμπαλόγλου,

Σαν σήμερα πέρασε ένας χρόνος από τη φονική πυρκαγιά που ξέσπασε στην Πεντέλη και κατέληξε στον οικισμό του Νέου Βουτζά και στην περιοχή του Ματιού με εκατοντάδες θύματα και τεράστιες δασικές εκτάσεις αφανισμένες. Ποιος να το φαντάζονταν ότι εκείνο το ήσυχο μεσημέρι της 23ης Ιουλίου του 2018 που το Μάτι έσφιζε από ζωή μέσα σε λίγες μόνο ώρες θα τυλίγονταν στις φλόγες και θα χάνονταν τόσος κόσμος εγκλωβισμένος και αβοήθητος στις παραλίες, στα στενά και στα σπίτια του Ματιού και του Νέου Βουτζά. Σε λίγες μόνο ώρες το Μάτι και ο Νέος Βουτζάς δεν θα ήταν ποτέ ξανά τα ίδια καλοκαιρινά θέρετρα, αλλά ακόμα περισσότερο οι ζωές των ανθρώπων δεν θα ήταν ποτέ ξανά οι ίδιες, όσων μπόρεσαν φυσικά να επιζήσουν από την πολύνεκρη τραγωδία.

Όλα ξεκίνησαν από την πυρκαγιά στην Πεντέλη, που αξίζει να σημειωθεί ότι η ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το θέμα ήταν ανεπαρκής καθώς όλη η προσοχή είχε στραφεί στην πυρκαγιά που διαδραματίζονταν στην Κινέτα. Η τηλεόραση αναμετέδιδε ασταμάτητα πλάνα από το πύρινο μέτωπο στην Κινέτα μέχρι και νωρίς το απόγευμα με ολιγόλεπτα διαλείμματα για την πορεία της πυρκαγιάς στην Πεντέλη. Γρήγορα η φωτιά επεκτάθηκε και στο Νέο Βουτζά. Ωστόσο δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία αφού σχεδόν κάθε χρόνο και αν όχι κάθε χρόνο, χρόνο παρά χρόνο καίγεται ένα μικρό κομμάτι του Νέου Βουτζά αλλά συνήθως το προλαβαίνουν εγκαίρως και δεν θρηνούμε θύματα ευτυχώς, αλλά βλάστηση. Έλα όμως που αυτή τη φορά υποτίμησαν τον καιρό καθώς ήταν απασχολημένοι με τη φωτιά στο άλλο μέτωπο.

Κάποιες ώρες μετά γίνεται έγκλιση από την πυροσβεστική για εκκένωση των σπιτιών στον Νέο Βουτζά, ακόμη κανείς δεν έχει υπολογίσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ως κάτοικος του Νέου Βουτζά σας διαβεβαιώνω ότι έχουμε κληθεί δεκάδες φορές να περάσουμε από τέτοιες διαδικασίες και για αυτό το λόγο αρκετοί ήταν εκείνοι που αψήφησαν το μέγεθος του κινδύνου. Οι λιγοστοί πυροσβέστες που είχαν σταλεί στην αρχή, έδωσαν μάχη για να βγάλουν τον κόσμο από τα σπίτια τους. Η πλειοψηφία των κατοίκων αγνοούσε επιδεικτικά τις οδηγίες των πυροσβεστικών δυνάμεων. Όσοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους κατευθύνθηκαν στις εξόδους του Νέου Βουτζά που οδηγούν στην Λ. Μαραθώνος. Εκεί βρίσκονταν αστυνόμευση και τροχονόμοι που κατεύθυναν τον κόσμο ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, στο Μάτι. Αν κρίνω από τις οδηγίες που έδιναν στους οδηγούς προβαίνω στο συμπέρασμα ότι οι αρμόδιοι για την κυκλοφορία στους δρόμους δεν ήταν εντόπιοι ώστε να γνωρίζουν ότι ο κεντρικός που οδηγεί στο Μάτι έχει πάντα κυκλοφοριακό πρόβλημα τους καλοκαιρινούς μήνες. Πόσο μάλλον που εκείνη τη μέρα πέρα από τους μόνιμους κατοίκους, το Ματι φιλοξενούσε πλήθος τουριστών και μέσα σε όλα θα κατέβαιναν και οι κάτοικοι του Νέου Βουτζά ως σανίδα σωτηρίας… που να ήξεραν! Χωρίς να θέλω να δώσω ελαφρυντικά στις αρμόδιες αρχές όσες φορές διέτρεχε κίνδυνο ο Νέος Βουτζάς από τις πυρκαγιές δεν υπήρχε καμία απολύτως απειλή για το Μάτι. Αυτό γιατί η Μαραθώνος θεωρείται αντιπυρική ζώνη αλλά και γιατί το Μάτι δεν διαθέτει τόση μεγάλη βλάστηση όπως ο Νέος Βουτζάς αλλά ως επί το πλείστον αποτελείται από εξοχικές κατοικίες.

Η φωτιά πλέον είναι ανεξέλεγκτη και οι πυροσβέστες μάταια προσπαθούν να τη σταματήσουν, με ραγδαία ταχύτητα διασχίζει τη Λ. Μαραθώνος και κατευθύνεται στο Μάτι. Εκεί η λέξη χάος είναι μικρή για να περιγράψει αυτό που επικρατεί. Οι οδηγοί είναι εγκλωβισμένοι στα αυτοκίνητά τους εδώ και ώρα και η φωτιά τους προλαβαίνει πριν προλάβουν να υπερασπιστούν τη ζωή τους. Άλλοι τρέχουν μα στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τη φωτιά τραυματίζονται και πεθαίνουν ακαριαία. Άνθρωποι που αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους για να σώσουν την περιουσία τους ή γιατί πίστεψαν ότι θα ήταν πιο ασφαλείς πεθαίνουν από αναθυμιάσεις ενώ άλλοι βρίσκουν μαρτυρικό θάνατο φλεγόμενοι λίγο πριν φτάσουν στη θάλασσα αλλά και μέσα σε αυτή. Οικογένειες έχουν χωριστεί μεταξύ τους ξέροντας ότι μπορεί να μην ξανασυναντηθούν. Όσοι γνώριζαν χωροταξικά το Μάτι σπεύδουν να βοηθήσουν το πλήθος να κατευθυνθεί προς την παραλία κάποιοι από αυτούς χωρίς ιδιαίτερη τύχη, αφού τους προλαβαίνουν τα φλεγόμενα αντικείμενα και η φωτιά. Η κατάσταση στο λιμάνι και στη παραλία του Ματιού δεν είναι καλύτερη. Οι άνθρωποι στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, μαζί με όσα μπόρεσαν να διασώσουν από τα υπάρχοντα τους αναμένουν το λιμενικό σώμα της Ραφήνας σε ένα περιβάλλον γεμάτο καπνούς. Όλη η κατάσταση θυμίζει τις εικόνες που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο με τους Σύριους πρόσφυγες καθώς ξεριζώνονταν από τον τόπο τους αναζητώντας εκείνη τη σωτήρια λέμβο που θα τους άλλαζε τη ζωή. Οι σκέψεις μου δεν περιορίστηκαν εκεί, σκέφτηκα ότι έμοιαζε και με σκηνές από ταινίες θρίλερ με τίτλο «πόσοι μπορούν να επιζήσουν από τον πύρινο εφιάλτη; Μήπως είσαι ο επόμενος;». Το λιμενικό σώμα της Ραφήνας αδυνατεί να περισυλλέξει το πλήθος κόσμου που βρίσκεται στη θάλασσα και έτσι αναλαμβάνουν την κατάσταση οι ψαράδες και οι ιδιώτες με σκάφοι.

Οι επόμενες μέρες. Η ασυνεννοησία των αρχών συνεχίζεται. Μικρές εστίες φωτιάς υπάρχουν ακόμα σε όλο το Νέο Βουτζά που καίνε και τα τελευταία αποκαΐδια. Αποτεφρωμένα πτώματα υπάρχουν στους δρόμους και μέσα στα καμένα αυτοκίνητα, δυο μέρες μετά την καταστροφή, παρόλο που έχει επιτραπεί η πρόσβαση των κατοίκων του Νέου Βουτζά και του Ματιού. Ο μόνος δρόμος που παραμένει κλειστός για μια βδομάδα μετά την τραγωδία είναι ο δρόμος που οδηγεί στο οικόπεδο που έγινε ομαδικός τάφος για είκοσιέξι ανθρώπους. Ωστόσο στρατός υπάρχει για να φυλάει τα σπίτια γιατί δεν έφτανε αυτό που ζήσαμε, είχαμε και τις ομάδες ληστών που λεηλατούσαν τα μισοκαμένα σπίτια. Ο στρατός βοήθησε και με το παραπάνω και στη σίτιση των πληγέντων. Το σημαντικότερο ρόλο όμως στη σίτιση, στην ένδυση, στη συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης, στην ψυχολογική υποστήριξη και σε πολλά ακόμα έπαιξε το δίκτυο των εθελοντών που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το τρομερό πλήγμα. Το δίκτυο αυτό αποτελούνταν από ανθρώπους από όλο τον κόσμο κυριολεκτικά. Η μεγαλύτερη βάση του δικτύου βρίσκονταν στην Αμερικάνικη Βάση στην περιοχή της Νέας Μάκρης και ακολούθησαν το Μάτι, ο Νέος Βουτζάς και η Ραφήνα. Φυσικά υπήρχαν αμέτρητες βάσεις αλλά οι γνωστότερες και αυτές που επωμίστηκαν το βάρος αυτού του μεγάλου έργου ήταν οι προαναφερθείσες. Οι εθελοντές έκαναν πραγματικά τα πάντα. Μαγείρευαν, διένεμαν φαγητό στους πυρόπληκτους, μετέφεραν και σύλλεγαν είδη πρώτης ανάγκης, ασχολούνταν με τις χορηγίες, ενημέρωναν τον κόσμο που έστελνε πράγματα τι βρίσκεται σε έλλειψη και αντίστοιχα τι σε αφθονία άλλοι άνοιξαν τα σπίτια τους και φιλοξένησαν θύματα της πυρκαγιάς. Ακόμη γιατροί όλων των ειδικοτήτων (παθολόγοι, δερματολόγοι, παιδίατροι, κτηνίατροι) καθώς και άνθρωποι από τον κόσμο της ψυχικής υγείας πρόσφεραν ακούραστοι τις υπηρεσίες τους. Ειδικότερα το δίκτυο των ατόμων που ασχολήθηκε με την ψυχική υγεία των πολιτών ήταν το μεγαλύτερο.

Σε κάτι τέτοιες στιγμές η προσφορά, η αλληλοβοήθεια και η ανθρωπιά που υπάρχουν ακόμη και σήμερα, και ας πιστεύουν μερικοί πως έχουν χαθεί, είναι αυτά που δίνουν κουράγιο και δύναμη στους πληγέντες για να ξεκινήσουν τη ζωή τους ξανά από το μηδέν. Μπορεί ο πόνος και η θλίψη να μην έχει καταλαγιάσει αλλά είναι σημαντικό να μη σταματήσει η προσφορά μας εδώ στον ένα χρόνο, αφού κάποιοι μετά την 23η Ιουλίου έμειναν μια για πάντα μόνοι τους και αυτό δεν αλλάζει. Αυτό όμως που μπορεί να αλλάξει είναι τα μικρά μηνύματα αγάπης που λαμβάνουν μια στο τόσο από απλές καθημερινές πράξεις αλληλεγγύης.

Κωστής Παλαμάς - Δωδεκάλογος του Γύφτου - Λόγος ΣΤ

Κι ασπρογάλλιαζε κι η αυγή,

και γυρνούσα στρατοκόπος,

και είδα σύναξη πυκνή˙

κι έξω από τη χώρα ήταν ο τόπος

κάψαλο, και σαν απαρνητής

κάθε πράσινου τριγύρω του˙ πλατύς

όχτος κόκκινος, κι απάνω του

ξάναβε φωτιά, και γύρω της

ρασοφόροι, καλογέροι, χριστιανοί

τήνε θρέφαν, και το ρύθμιζε το βήμα τους

μια τρομάρα, μια ηδονή.

Κι έκαιγε η φωτιά τα μαυροχάραχτα

φύλλα και χαρτιά,

κι ήταν σαν κορμιά και σα χεράκια,

και σαν πρόσωπα, και μες απ’ τους καπνούς

με τις φλόγες, με τις σπίθες

κάποια πνέματα πετούσαν προς τα ύψη,

και ζευγαρωτό το πέταμά τους

με τους ορθρινούς κορυδαλλούς.

 

Και παράμερα μιαν άλλη συντροφιά

στέκονταν, κι από το στάσιμό της

δείχνεται ακατάδεχτη μια σκέψη

και μια θλίψη ευγενικιά.

Και τους γνώρισα˙ ήταν οι Πολύθεοι

κι οι χριστιανομάχοι κι οι εθνικοί,

κι οι φιλόσοφοι, του ονείρου οι κυνηγοί,

στη λατρεία των αγύριστων Ελλήνων

οι γονατιστοί.

Τη φωτιά την αντικρίζανε

σαν ιερό βωμό,

σα να παραφύλαγαν τα λείψανά της

να τα συμμαζώξουνε για το ναό.


Αγγελική Γκιουλμπαλόγλου

Γεννήθηκε και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι κοινωνικός επιστήμονας και εκπαιδευτής ενηλίκων. Από το 2012 ασχολείται ενεργά με την ειδική αγωγή. Δουλεύει με παιδιά με ειδικές ιδιαιτερότητες. Έχει παραστεί σε δεκάδες σεμινάρια και συνέδρια με θέμα την ειδική αγωγή. Στον ελεύθερο της χρόνο χορεύει, ταξιδεύει και προσφέρει εθελοντική εργασία.