Της Τάνιας Βράνου,

Λένε ότι «οι άνθρωποι γίνονται όμορφοι όταν μιλούν γι αυτά που αγαπούν». Νιώθουν μια απέραντη γαλήνη. Λάμπουν τα μάτια τους και ξελαφρώνει η ψυχή τους. Η αλήθεια είναι ότι κλείνω 11 μήνες περίπου, ως συντάκτρια της σελίδας και μέσα από τα άρθρα μου άλλοτε έδειχνα τη χαρά μου, άλλοτε το θυμό μου, άλλοτε τη δυσαρέσκειά μου, άλλοτε τους προβληματισμούς μου. Πάντα έγραφα με μια ιδιαίτερη όρεξη να εκφράσω τις σκέψεις μου και να τις μοιραστώ με τους υπόλοιπους, γιατί αυτή είναι η χαρά του αρθρογράφου. Αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, όμως, γράφοντας αυτό το κείμενο, νιώθω μία απέραντη θλίψη. Απ’ τη μία θέλω να το παρατήσω, ν’ αναβάλω την ολοκλήρωσή του κι απ’ την άλλη, αισθάνομαι ότι είναι καθήκον μου να γράψω γι’ αυτή τη τραγωδία που έπληξε τη χώρα μας, το περσινό καλοκαίρι.

Βλέπετε, δεν είναι εύκολο να ανατρέχεις σ’ εκείνο το θανατηφόρο συμβάν, που κόστισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους. Μέσα από τα βίντεο και τις μαρτυρίες που ξαναβλέπεις, ξαναζείς τα γεγονότα. Ξανακλαις, ξαναπονάς, ξαναπενθείς. Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους μήνες που αρθρογραφώ δεν έχω πιάσει κι αφήσει τόσες φορές ένα άρθρο. Δεν μου ήταν ποτέ ξανά τόσο δύσκολο να ξεκινήσω να γράφω. Γιατί; Γιατί εκείνο το απόγευμα της 23ης Ιουλίου και τα επόμενα λεπτά, ώρες, μέρες που ακολούθησαν, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Δεν θα τα ξεπεράσω ποτέ.

Είμαι σίγουρη ότι πολλοί άνθρωποι νιώθουν το ίδιο ακριβώς συναίσθημα. Πόσο εύκολα μπορείς να ξεπεράσεις μια τέτοια πολύνεκρη τραγωδία που είτε βίωσες από κοντά, είτε μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Την έζησες γιατί πόνεσες, θρήνησες, θύμωσες. Δεν έχει σημασία αν δεν είχες κάποιο δικό σου αγαπημένο πρόσωπο, που έφτασε στο θάνατο. Δεν έχει σημασία αν δεν ήσουν παρών. Ήταν σαν να είσαι εκεί. Ήταν λες κι όλοι αυτοί που βρίσκονταν εκεί, ήταν δικοί σου άνθρωποι. Η μάνα σου, ο πατέρας σου, τα παιδιά σου. Έκλαψες για τους ανθρώπους που χάθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Για τα παιδιά, για τους γονείς, τους ηλικιωμένους. Και μετά; Μετά ήρθε ο θυμός και είπες «ήταν παιδιά γαμώτο», ήταν ανήμποροι παππούδες, που δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.

Δάκρυσες για εκείνους που χάθηκαν κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Για τους γονείς που κάηκαν μαζί με τα παιδιά τους. Για τα παιδιά και τα βρέφη που πνίγηκαν απ’ τους καπνούς  στην αγκαλιά των μανάδων τους. Για τους ηλικιωμένους που δεν εγκατέλειψαν ο ένας τον άλλον κι ήταν μαζί ως το τέλος. Βίωσες ο ίδιος την αγωνία των γονιών που έψαχναν να βρουν απεγνωσμένα τα παιδιά τους. Είδες στα μάτια τους τη λαχτάρα των συγγενών να βρούνε τους ανθρώπους τους. Έπιανες το κεφάλι σου που ήταν έτοιμο να σπάσει, όταν άκουγες ότι ένας ακόμη τραυματίας υπέκυψε στα τραύματά του, ή όταν μάθαινες ότι κάποιος αγνοούμενος βρέθηκε απανθρακωμένος. Και μετά σκεφτόσουν πόσο μαρτυρικός κι απάνθρωπος ήταν αυτός ο θάνατος.

Είσαι συγκλονισμένος απ’ τα γεγονότα και μένεις με τα δάκρυα στα μάτια. Για τους γονείς που έχουν πια άδειες αγκαλιές, για τα παιδιά που δεν έχουν, πλέον, πλάι τους γονείς τους, για εκείνους που δεν κατάφεραν να φύγουν απ’ τα σπίτια τους, για εκείνους που τους άκουσες να συνομιλούν με άλλους και να ζητούν βοήθεια,  για τους ανθρώπους που καίγονταν δίπλα σε άλλους ανθρώπους εγκλωβισμένοι μέσα στ’ αμάξια τους, για εκείνους που τους έβλεπες ν’ αγκαλιάζονται μεταξύ τους και να μοιράζονται τον πόνο τους. Είναι εκείνη η ριμάδα η στιγμή, που πρέπει να εξοικειωθείς με αυτόν το τραγικό θάνατο.

Ποιος υπολόγιζε άραγε, ότι μέσα σε λίγες ώρες θα χαθούν τόσοι άνθρωποι και τόσες περιουσίες; Ποιος υπολόγιζε ότι ακόμη και δύο μήνες αργότερα, θα θρηνούμε νεκρούς. Όχι ένας, όχι δύο αλλά εκατόν δύο νεκροί σημειώθηκαν στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Μια φωτιά που βγήκε εκτός ελέγχου, ένας καιρός που ήταν σύμμαχός της, άνθρωποι να προσπαθούσαν να σωθούν, άνθρωποι εγκλωβισμένοι και μετά άνθρωποι να καίγονται, κι άλλοι άνθρωποι να αγωνιούν για τους δικούς τους κι άλλοι να θρηνούν, κι άλλοι να κάνουν υπέρμαχες προσπάθειες για να σώσουν όσους μπορούν. Ο τραγικός επίλογος έτσι γράφτηκε, με 102 νεκρούς και με εσένα να σκέφτεσαι πόσο τυχερός ή και πόσο άτυχος μπορεί να είσαι. Πώς μέσα σε μερικά λεπτά μπορεί να βρεθείς στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή.


Τάνια Βράνου

Γεννημένη το 1993 στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτη της σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Προσφάτως πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια ενηλίκων στον ΕΟΠΠΕΠ. Οι κύριες ασχολίες της τα τελευταία χρόνια είναι η μουσική αγωγή, ο εθελοντισμός και η εμψύχωση, κυρίως σε προγράμματα παιδαγωγικού χαρακτήρα, ενώ προσφάτως και επί της ευκαιρίας προστέθηκε η αρθρογραφία και η συμμετοχή σε ραδιοφωνική εκπομπή. Αρθρογραφεί στην κατηγορία των κοινωνικών θεμάτων, του OffLine Post.