Tου Μίνωα Ράπτη,

Έχει περάσει πλέον ένα έλλογο χρονικό διάστημα από τις εθνικές κάλπες της 7ης Ιουλίου ώστε να απομακρυνθούμε όλοι από συναισθηματισμούς και να αναγνώσουμε με νηφαλιότητα και απόσταση την έκφραση των Ελλήνων πολιτών, όπως αυτή αποτυπώθηκε βάσει του αποτελέσματος.

Ένα συμπέρασμα που βγήκε σχεδόν ομοφώνως ήταν εκείνο της μη στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ. Η απόδοση του τέως κυβερνητικού κόμματος ήταν τέτοια στις Ευρωεκλογές που προετοίμασε το έδαφος για μια ήττα μεγάλου βεληνεκούς που θα έδινε εντύπωση διάλυσης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη με την Προοδευτική Συμμαχία να συγκεντρώνει ένα ποσοστό κοντά στο 32%, ποσοστό που αποτελεί το μεγαλύτερο που έχει λάβει Αξιωματική Αντιπολίτευση στη χώρα από το 2009, καθιερώνοντας τον Αλέξη Τσίπρα, την εκλογή του οποίου πολλοί βιάστηκαν να ερμηνεύσουν ως κυβερνητικό βραχνά-σύμπτωμα της κοινωνικοπολιτικοοικονομικής κρίσης, σε βασικό όργανο του κυβερνητικού παιχνιδιού και παράλληλα κυρίαρχο παίκτη στην ευρύτερη (κεντρο)Αριστερά και την περίφημη Δημοκρατική Παράταξη.

Φυσικά και στον αντίποδα, η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλαβαν το μεγαλύτερο ποσοστό που έχει λάβει κυβερνών κόμμα επίσης από το 2009 (πάνω από 39%) και σχηματίστηκε η πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση στη χώρα από το 2011. Το αποτέλεσμα των δύο κομμάτων (καθώς και η σχεδόν επαναφορά στα νούμερα του 2009) σε συνδυασμό με την έξοδο της ακραίας Χρυσής Αυγής από τη Βουλή σηματοδότησαν την περίφημη επαναφορά στην κανονικότητα, με έντονο διπολισμό, βασική διαιρετική τομή την ιδεολογία και τα εκάστοτε mainstream θέματα συζήτησης που προκύπτουν απ’ αυτήν (ασφαλιστικό, κοινωνικό κράτος, δημόσια παιδεία κλπ).

Με αυτήν την εκλογική “κανονικότητα”, φαίνεται η πεποίθηση των Ελλήνων πολιτών πως το χειρότερο μέρος της κρίσης έχει μείνει πια πίσω (γι’ αυτό και έπαψαν να φαντάζουν αναγκαίες οι ακραίες φωνές όπως αυτή της Χρυσής Αυγής) καθώς και η βαθιά επιθυμία τους να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην οικονομική αλλά και πολιτική σταθερότητα.

Η στρατηγική ήττα λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην επήλθε, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν είχαμε στρατηγική νίκη για τη Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία είναι το κυρίαρχο σε ισχύ κόμμα για τα επόμενα χρόνια ό,τι κι αν συμβεί. Σε αυτήν την περίοδο ο Πρωθυπουργός και η ΝΔ έχουν τα εξής δεδομένα:

  • Αυτοδύναμη κυβέρνηση, με σχετικώς άνετη πλειοψηφία.
  • Διαχείριση της δεύτερης φάσης (και ολοκλήρωσης) της Συνταγματικής Αναθεώρησης
  • Επιλογή του επόμενου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος
  • Επιλογή του επόμενου Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Επιλογή του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας
  • Επιλογή των επόμενων ανώτατων δικαστικών (μετά την μη-υπογραφή Παυλόπουλου)
  • 12 στους 13 Περιφερειάρχες να προέρχονται από το κόμμα
  • Ισχυρότερες δυνάμεις από όλα τα κόμματα στους Δήμους
  • Ισχυρότερη εκπροσώπηση από όλα τα κόμματα στο Ευρωκοινοβούλιο
  • Καμία εκλογική αναμέτρηση άλλου τύπου (Αυτοδιοίκηση, Ευρωεκλογές) σε ορίζοντα τετραετίας να την “ενοχλεί”
  • Εκκλησία εκ προοιμίου φίλα προσκείμενη στον χώρο

Δεν υπάρχει τίποτα, κανένας θεσμός, καμία λειτουργία του κράτους που να μπορεί να αποτρέψει τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη από το να ξετυλίξουν το κυβερνητικό τους πρόγραμμα και να δράσουν μάλιστα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα από καμία άλλη Κυβέρνηση τα πρόσφατα χρόνια.

Αυτή η πραγματικότητα, πέραν του ότι είναι μια νίκη γιγαντιαίων διαστάσεων είναι και μια αντίστοιχου μεγέθους ευθύνη, πρώτα απ’ όλα απέναντι στους πολίτες αλλά και την ίδια τη χώρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κυριολεκτικά μπροστά του όλα τα μέσα για την διακυβέρνηση της χώρας και μακροπρόθεσμα την επανεκλογή του σε αυτήν. Η διακυβέρνηση λοιπόν, είναι δική του για να τη χάσει.


Μίνωας Ράπτης

Γεννημένος και μεγαλωμένος από το 1998 στην Αθήνα, προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης στην Κομοτηνή, στην κατεύθυνση της Πολιτικής Επιστήμης.