Του Χρήστου Μπέντσου,

Η έκφραση «ολλανδική ασθένεια» χρησιμοποιείται για να περιγράψει συμπτώματα που πάντα πλήττουν χώρες οι οποίες, για να πλουτίσουν εύκολα και γρήγορα, εξαντλούν ένα φυσικό κεφάλαιο που τους έκανε δώρο η φύση. Όμως μπορεί μια χώρα με πλούσιο ορυκτό πλούτο να αυτοκαταστραφεί;

Το 1959, στο Groningen της Ολλανδίας, ανακαλύφθηκε ένα τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου ικανό να δώσει τεράστια ώθηση στην ολλανδική οικονομία. Ωστόσο, η Ολλανδία δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του ξαφνικού πλουτισμού. Το 1979, 20 χρόνια μετά, οι Ολλανδοί αντιμετώπισαν για πρώτη φορά προβλήματα ανεργίας και μείωσης εισοδημάτων.

Γιατί συνέβη αυτό; Όσο μία χώρα κάνει εξαγωγές, τόσο το νόμισμά της ανατιμάται και τότε οι συναλλαγές σε φυσικό αέριο γίνονταν σε φιορίνια (ολλανδικό νόμισμα). Λόγω της υψηλής ζήτησης του εθνικού νομίσματος η ισοτιμία ανέβηκε, με αρνητικές συνέπειες για την ολλανδική βιομηχανία, η οποία έβλεπε τις εξαγωγές της να πέφτουν. Αντίθετα, οι εισαγωγές γίνονταν φθηνότερες. Το αποτέλεσμα ήταν οι Ολλανδικές εταιρείες να δυσκολεύονται να εξάγουν, ενώ έχαναν και τους εγχώριους πελάτες τους. Χιλιάδες εταιρείες δεν άντεξαν τον ανταγωνισμό και έκλεισαν ή απέλυσαν εργαζομένους.

Ωστόσο, η ύπαρξη πλουτοπαραγωγικών πηγών πρέπει να συνοδεύεται ταυτόχρονα και από διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό, ασθενείς θεσμούς και πελατειακό πολιτικό σύστημα ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για την «ολλανδική ασθένεια». Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που έχουν πληγεί χώρες όπως η Αλγερία, η Σαουδική Αραβία, η Βενεζουέλα και η Ρωσία εν αντιθέσει με την Νορβηγία. Η Νορβηγία πέραν του ότι έθεσε υπό έλεγχο τις δημόσιες δαπάνες της, δημιούργησε επενδυτικά ταμεία που με τους πόρους από το πετρέλαιο χρηματοδοτούν δράσεις για τις επόμενες γενιές.

Η Ελλάδα έχει κι αυτή περάσει την «ολλανδική ασθένεια». Η περίπτωση του τουρισμού αποτελεί ένα παράδειγμα. Επί δεκαετίες, η χώρα μας στηρίχθηκε στον τουρισμό, αγνοώντας τους άλλους τομείς της οικονομίας. Ο τουρισμός, σήμερα, καλείται να συνεχίσει την ανοδική πορεία του σε ένα εξόχως ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ωστόσο, η φετινή χρονιά, με βάση τα νούμερα, φαίνεται να έχει χαθεί.

Ο κίνδυνος αυτός ελλοχεύει και στον τομέα του ορυκτού πλούτου. Ωστόσο, το πρόβλημα, αυτή τη φορά, έγκειται στην ανισόρροπη ανάπτυξη, όπως και στην περίπτωση του τουρισμού. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), στο 1ο εξάμηνο του 2019 η προσφορά πετρελαίου υπερέβη τη ζήτηση κατά 0,9 εκατ. Βαρέλια την ημέρα. Αυτό το πλεόνασμα έρχεται να προστεθεί στα αυξημένα πετρελαϊκά αποθέματα του 2018. Η υπερπροσφορά σε συνδυασμό με τις περιβαλλοντικές πολιτικές για καθαρή ενέργεια, την ανάπτυξη του υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δημιουργεί πτωτικές τάσεις για την τιμή του πετρελαίου μακροπρόθεσμα στις διεθνείς αγορές.

Αν επικεντρωθούμε στην περίπτωση της Ελλάδας, η διαδικασία εξόρυξης θα είναι χρονοβόρα, ενώ το κόστος εξόρυξης τα πρώτα χρόνια θα είναι υψηλό. Επίσης, θα πρέπει να προστεθεί και το περιβαλλοντικό κόστος το οποίο βαίνει αυξανόμενο. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα κινδυνεύει να αξιοποιεί τους υδρογονάνθρακες σε μια εποχή πτώσης των τιμών και με αυξημένο κόστος.


Χρήστος Μπέντσος

Απόφοιτος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ, μεταπτυχιακός φοιτητής στο MSc Energy and Finance στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας και υπότροφος του Ιδρύματος Καρέλια. Πολιτικά χαρακτηρίζεται φιλελεύθερος και ευρωπαϊστής. Είναι μέλος του Finance Club, της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων και του Ομίλου Ροταράκτ Θεσσαλονίκης. Υπήρξε μέλος του συλλόγου φοιτητών κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών και class representative στο μεταπτυχιακό.