Του Γιώργου Κίτη,

«Γιατί να ψηφίσω, αφού όλοι τα ίδια θα κάνουν», «για όλα αποφασίζει η τρόικα, όποιος και να βγει δεν μπορεί να αλλάξει κάτι» είναι μερικές από τις φράσεις που εν μέρει δικαίως ακούγονται από τον μέσο Έλληνα. Αντικατοπτρίζουν τόσο την απογοήτευση του κόσμου για τις πρακτικές του πολιτικού στερεώματος όσο και τα μειωμένα περιθώρια άσκησης πολιτικής από την εκάστοτε κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι από συστάσεώς του, το ελληνικό κράτος δεν κατόρθωσε σε καμία περίοδο να κινείται σε καθεστώς πλήρους αυτονομίας, αφού το δέσμευαν πρώτα πρώτα ήδη οι δανειακές του δεσμεύσεις από την εποχή του απελευθερωτικού αγώνα του 1821. Η είσοδος στην Ε.Ε. μειώνει (με θετικό βέβαια πρόσημο κατά την άποψη του γράφοντος) ακόμα περισσότερο την ευχέρεια του Έλληνα νομοθέτη, αφού το δίκαιο της Ε.Ε. δεσμεύει όλες τις εξουσίες. Το μεγάλο όμως πλήγμα στην δυνατότητα λήψης αποφάσεων επήλθε με την είσοδο της χώρας στην εποχή των μνημονίων. Οι δεσμεύσεις προς πάσα κατεύθυνση και η επιτήρηση από τα όργανα (θεσμοί, τρόικα, ΔΝΤ) των δανειοδοτών άσκησαν ασφυκτική πίεση στη νομοπαρασκευαστική δυνατότητα, αναγκάζοντας τη χώρα να ακολουθεί συχνά έξωθεν επιβαλλόμενες επιταγές. Κάποιοι το λένε με το βαρύγδουπο «περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας».

Η εμπέδωση στο λαό της λογικής «όποιος και να βγει δεν μπορεί να κάνει τίποτα» είναι από τους μεγαλύτερους κινδύνους που καραδοκούν για τη δημοκρατία. Οδηγεί σε μειωμένα ποσοστά συμμετοχής και σε μια αδιαφορία που μόνο να βλάψει μπορεί την κοινωνία. Τα περιθώρια άσκησης πολιτικής είναι ακόμα εδώ. Είναι εδώ στο επίπεδο της φορολογικής πολιτικής, στο επίπεδο της κρατικής διαμόρφωσης, στο πεδίο των δικαιωμάτων. Σε αυτό, στο πεδίο των ανθρώπινων δικαιωμάτων ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε όλο το παιχνίδι του. Με αποφασιστικά, όχι όμως και τολμηρά βήματα, η απερχόμενη κυβέρνηση, ακόμα και με τους ΑΝΕΛ μέσα στο σχήμα, εναρμόνισε σε μεγάλο βαθμό τη χώρα σε επίπεδο δικαιωμάτων με τα δυτικά πρότυπα, φέρνοντας για παράδειγμα το σύμφωνο συμβίωσης. Έκανε αναγκαίες τομές προσπαθώντας παράλληλα με αυτές να προσεγγίσει ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες αλλά και να εδραιωθεί στον προοδευτικό χώρο ως το κόμμα που φέρνει τις αλλαγές και παρέχει δικαιώματα, τα οποία μπορεί ο καθένας απευθείας να επικαλεστεί. Επικοινωνιακά, η προώθηση της ατζέντας των ελευθεριών ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ κάτι παραπάνω από βοηθητική, ήταν σχεδόν σωτήρια. «Μπορεί να μην κατάφερε να βελτιώσει την οικονομία, ούτε να αυξήσει τις συντάξεις αλλά οι άνθρωποι, και ιδίως οι κοινωνικά καταπιεσμένοι πήραν τα δικαιώματα που τους αξίζουν, αντιμετωπιζόμενοι με όρους ισότητας». Στη φράση αυτή, στο «τουλάχιστον» αυτό βασίστηκε στις 7 Ιουλίου ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι των ψηφοφόρων.

Με βάση τα περιθώρια άσκησης πολιτική και την πολιτική βούληση θα αρχίσει να απαντάται το ερώτημα τι μπορεί να υλοποιήσει η Νέα Δημοκρατία από όσα υποσχέθηκε προεκλογικά. Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων θα προκαλέσουν ισχυρές αντιδράσεις αλλά σε κάθε περίπτωση –αν διενεργηθούν- θα αποτελούν βαθιές τομές στην πολιτική ιστορία της χώρας. Ριζικές αλλαγές που είναι στα χέρια της κυβέρνησης σήμερα, μέσω της πλειοψηφίας της στο κοινοβούλιο. Να λοιπόν που οι κυβερνήσεις έχουν την ευχέρεια να πράττουν, να αποφασίζουν. Ο λαός με την ψήφο του έδωσε την εντολή για αυτή την πολιτική, που εάν ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε στην εξουσία δε θα ακολουθούσε.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ζήτημα της διαχείρισης του κράτους. Ο πρωθυπουργός φαίνεται να επιθυμεί ένα μικρότερο, πιο ευέλικτο κράτος με γρήγορα αντανακλαστικά στα αιτήματα των πολιτών. Ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Κ. Πιερρακάκης έκανε στις δηλώσεις του λόγο για «ανένδοτο αγώνα κατά της γραφειοκρατίας». Αυτό σημαίνει ότι προτίθεται να παλέψει στον αγώνα αυτό μέχρι τελικής πτώσεως. Το τέρας όμως της γραφειοκρατίας όπως και ο κρατισμός είναι βαθιά εμπεδωμένα στην ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούνται μεγάλες αλλαγές με βαρύ πολιτικό κόστος που δεν ξέρω αν ο νέος υπουργός και συνολικά η νέα κυβέρνηση είναι έτοιμη να υποστεί. Μάλλον πιο εφικτός αλλά και εξαιρετικά εκσυγχρονιστικός και «ευρωπαϊκός» στόχος είναι αυτός της ψηφιοποίησης του κράτους και των υπηρεσιών. Η διαπροσωπική επαφή είναι φυσικά ένα θετικό πράγμα, όχι όμως και όταν αυτή συνδέεται με τεράστιες ουρές και επισκέψεις επί επισκέψεων στα εκάστοτε αρμόδια ΚΕΠ και ΔΟΥ. Μεταρρυθμίσεις τύπου «διαύγεια» και ελαχιστοποίηση των διαδικασιών που απαιτούν αυτοπρόσωπη παρουσία είναι αυτά που καλό θα ήταν να αποτελέσουν προτεραιότητα για ένα πιο ευέλικτο, αποτελεσματικό αλλά και λιγότερο «κουραστικό» για τον πολίτη κράτος.


Γιώργος Κίτης

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Από το 2017 σπουδάζει στη Νομική Σχολή Αθηνών, παρακολουθώντας ταυτόχρονα εκδηλώσεις και συνέδρια του πολιτικού και νομικού χώρου. Συμμετέχει σε εκπαιδευτικές προσομοιώσεις ευρωπαϊκών και παγκόσμιων θεσμών και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νέων Νομικών (ELSA). Από τον Απρίλιο του 2019 αποτελεί μέλος του τμήματος επικοινωνίας στο OffLine Post.