Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Οι βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 ανήκουν  στην ιστορία, με τη νέα κυβέρνηση της χώρας να υφίσταται ήδη. Το αποτέλεσμα της κάλπης μπορεί να χαρακτηριστεί λογικό κι αναμενόμενο.

Ένας κομβικός παράγων που υποτιμάται, σκοπίμως ή μη, είναι η αποχή, η μεγαλύτερη στη Μεταπολιτευτική ιστορία της Ελλάδας. Τα αίτια μπορούν να αναζητηθούν στις συνθήκες τις εκλογικής αναμέτρησης: διεξήχθη λίγες εβδομάδες μετά τις τετραπλές κάλπες των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, το αποτέλεσμα ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένο ενώ πρωτόγνωρο ήταν και το γεγονός της διεξαγωγής  το μήνα Ιούλιο, κάτι που είχε να συμβεί  από τον 19ο αιώνα. Το γεγονός ότι ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος επέλεξε να μην ασκήσει  το δικαίωμά του, υπονομεύει ουσιαστικά τα όποια ‘’επικοινωνιακά’’ συμπεράσματα  επί του αποτελέσματος, που θέλουν όλα τα κόμματα λίγο-πολύ κερδισμένα. Το υψηλό ποσοστό αποχής συνεπάγεται προσέλευση στην κάλπη κυρίως των ‘’σκληρών’’ ψηφοφόρων, αυτών που ήταν αποφασισμένοι σε κάθε περίπτωση να ψηφίσουν το κόμμα τους και οι οποίοι ήταν ευκολότερο να κινητοποιηθούν ακόμη κι εν μέσω πρωτόγνωρων αντικειμενικών  συνθηκών. Κατά συνέπεια,  απαιτείται σοβαρή κι ενδελεχής εξέταση όλων των παραμέτρων του αποτελέσματος προκειμένου να ερμηνευθεί αυτό ορθά καθώς και μεγαλύτερη συστολή εκ μέρους των κομματικών επιτελείων…

Είναι γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιστώνεται προσωπικά την επαναφορά της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση και βλέπει τη στρατηγική του να δικαιώνεται: κέρδισε σε διάστημα 40 ημερών  καθαρά κι άνετα τον ‘’άχαστο’’ Τσίπρα σε τέσσερις κάλπες (Δημοτικές – Περιφερειακές – Ευρωπαϊκές – Βουλευτικές) και επιπλέον είναι ο πρώτος αυτοδύναμος Πρωθυπουργός μετά από 10 χρόνια. Το εύρος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας  του επιτρέπει την υλοποίηση των προγραμματικών του δεσμεύσεων υπό συνθήκες κυβερνητικής σταθερότητας σε ορίζοντα τετραετίας.  Επίσης, οι προσδοκίες του ελληνικού λαού σε σχέση με αυτές που είχε δημιουργήσει η έξαλλη  προεκλογική καμπάνια του Τσίπρα το 2015 είναι αρκετά μικρότερες. Συγκρότησε μία κυβέρνηση η οποία ναι μεν κινήθηκε στο άξονα της διατήρησης εσωκομματικών ισορροπιών φέρει όμως και την προσωπική του σφραγίδα: υπουργοποίησε εκπροσώπους των ‘’τζακιών’’ της Δεξιάς αλλά παράλληλα έστειλε  κι ένα σαφές μήνυμα σε αυτά μη διστάζοντας να αφήσει εκτός κυβερνητικού σχήματος την Όλγα Κεφαλογιάννη όταν η ίδια απαίτησε να αναλάβει ένα πιο διευρυμένο χαρτοφυλάκιο από αυτό που της προτάθηκε.  ‘’Πάρκαρε’’ τον Βορίδη στο Αγροτικής Ανάπτυξης αλλά παράλληλα  εισήγαγε ένα  μοντέλο που βασίζεται στην συμμετοχή αρκετών εξωκοινοβουλευτικών τεχνοκρατών εγνωσμένης αξίας σε κάθε υπουργείο. Σημαντική είναι και η αξιοποίηση στελεχών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ που επίσης έχουν διακριθεί στους τομείς τους όπως ο Χρυσοχοίδης και  η Μενδώνη. Το πρόβλημα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει έγκειται κυρίως στην απουσία ιδεολογικοπολιτικής κυριαρχίας. Έχει βεβαίως την εκλογική νομιμοποίηση επί του προγράμματος που έθεσε στην κρίση του ελληνικού λαού πλην όμως στην  κοινωνία κυριαρχούν ακόμη στερεότυπα που είναι δύσκολο να καμφθούν. Η ίδια η ΝΔ παραμένει ένα παλαιό, δεξιό, βαθιά συντηρητικό κόμμα που δεν έχει αποβάλλει τη λογική της λαφυραγώγησης του κράτους. Πολλά θα κριθούν επομένως από τη βούληση και την ικανότητά του να ‘’σπάσει αυγά’’ αλλά και από το πώς  θα επικοινωνήσει αυτές του τις ενέργειες. Ζήτημα κομβικό επίσης είναι και το κατά πόσο θα διερευνήσει τα σκάνδαλα της περιόδου Τσίπρα.

Ο τελευταίος από τη μεριά του, κατάφερε να κερδίσει επικοινωνιακούς πόντους παρά το γεγονός ότι ηττήθηκε καθαρά. Η διαφορά δεν ξέφυγε σε διψήφιο ποσοστό ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ξεπέρασε το 30%. Καλείται να τρέξει δύο παράλληλες στρατηγικές: αφενός μετατόπιση προς το Κέντρο αφετέρου σκληρή αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη. Και οι δύο προσπάθειες παρουσιάζουν δυσκολίες και παγίδες. Όχι τόσο ως προς τις εσωκομματικές αντιδράσεις- άλλωστε σοβαρή αμφισβήτηση στο πρόσωπο του Τσίπρα ουδέποτε υπήρξε και η αποφυγή των χειροτέρων στην τελευταία κάλπη ενισχύει έτι περαιτέρω τη θέση του. Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι η μία στρατηγική εν πολλοίς αναιρεί την άλλη: για να μετακινηθεί προς το Κέντρο του πολιτικού φάσματος απαιτείται σοβαρή αντιπολίτευση χωρίς τα αίσχη του παρελθόντος. Το θέμα όμως είναι  ότι ο Τσίπρας δεν γνωρίζει άλλου είδους αντιπολίτευση πλην του ακραίου λαϊκισμού και του πεζοδρομιακού ακτιβισμού. Αν παρόλα αυτά επιλέξει να κινηθεί πιο θεσμικά θα παίξει στο γήπεδο που γνωρίζει πιο καλά ο Μητσοτάκης. Την ίδια στιγμή πλην του ΚΚΕ θα έχει κι εξ αριστερών πίεση με την είσοδο στη Βουλή του κόμματος Βαρουφάκη, ενός προσώπου που έχει ταυτισθεί με την πάλαι ποτέ ‘’ηρωική διαπραγμάτευση’’ και φαίνεται πως γνωρίζει πολλά για του σκελετούς εκείνης της περιόδου που βρίσκονται στην ντουλάπα του ΣΥΡΙΖΑ. Ήδη την πρώτη εβδομάδα η νέα Αξιωματική Αντιπολίτευση επέλεξε να κάνει κριτική με επιχειρήματα που μόνο θυμηδία προκαλούσαν: λίγες γυναίκες στην κυβέρνηση, κομματικοποίηση ΕΡΤ(!), τιμωρία (sic) της Πάτρας με την ακύρωση ίδρυσης τέταρτης Νομικής Σχολής. Ένα άλλο μειονέκτημα επίσης εντοπίζεται στην ίδια τη δομή του ΣΥΡΙΖΑ: Κόμμα ακραία αρχηγοκεντρικό, με τα κεντρικά όργανά του σε ρόλο διεκπεραιωτικό  και την οργάνωση της βάσης σε μηδενικό επίπεδο. Αυτό το σύστημα συντηρούταν έως πρόσφατα δια της νομής της εξουσίας η διατήρηση της οποία έσπρωχνε τις εντάσεις κάτω από το χαλί, λειτουργούσε σαν μαγνήτης και επίσης εξασφάλιζε την προνομιακή συνομιλία με τη ‘’διαπλοκή’’. Η εξίσωση, δίχως άλλο, είναι περίπλοκη…

Το ΠΑΣΟΚ (γιατί κατ΄ουσίαν δεν υπάρχει ΚΙΝΑΛ ως ένα συμμαχικό, πολυκομματικό σχήμα), βρίσκεται αντιμέτωπο με μία νέα δίνη. Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν καλό και πλέον η Γεννηματά βάλλεται ευθέως μιας και οι κομβικές επιλογές της την προηγούμενη τετραετία δεν οδήγησαν ούτε σε ένα ”ντέρμπι για τρεις” ούτε σε διψήφιο ποσοστό ούτε στην αποτροπή της ”δεξιάς παλινόρθωσης”. Η απόσυρση του  ΠΑΣΟΚ, η επιλογή συνεργατών και συμμάχων, η ανερμάτιστη πολιτική γραμμή, η αποπομπή Βενιζέλου ένα μήνα πριν τις εκλογές και πολλά ακόμη είναι σίγουρο ότι θα τεθούν επί τάπητος. Ταυτόχρονα αναμένεται καταιγιστική επίθεση από τον Τσίπρα προκειμένου να σαρώσει τον χώρο και στοχευμένες επιχειρήσεις από τον Μητσοτάκη με στόχο στελέχη του πάλαι ποτέ ‘’εκσυγχρονιστικού’’ μπλοκ. Το ΠΑΣΟΚ ίσως αποτελεί το μεγαλύτερο αίνιγμα της επόμενης ημέρας.

Το ΚΚΕ παρέμεινε σταθερό, ενώ Βελόπουλος και Βαρουφάκης εισήλθε τελικά άνετα στη Βουλή με ό,τι σημαίνει αυτό για την ”επιστροφή στην κανονικότητα’‘ με τον άνθρωπο που αλληλογραφεί με τον Χριστό και τον άνθρωπο που σε έξι μήνες πρόλαβε να κάνει ζημιά 100 δις και να οδηγήσει τη χώρα με το ένα πόδι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευρώ. Μένει να φανεί κατά πόσο ο Βελόπουλος μπορεί να πιέσει εκ δεξιών τη ΝΔ τη στιγμή που ήδη στο κόμμα του επικρατεί χάος και πώς θα κινηθεί ο Βαρουφάκης σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη θητεία του ως υπουργός οικονομικών του Τσίπρα στην περίπτωση που ξεκινήσει μία διαδικασία διερεύνησης της περιόδου που οδήγησε στο τρίτο και σκληρότερο Μνημόνιο.

Στα θετικά της αναμέτρησης φυσικά και η αποτυχία της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής να εισέλθει στη Βουλή, με τις δικαστικές εξελίξεις αν αναμένονται με ενδιαφέρον.

Συμπερασματικά, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα φαίνεται ότι εισερχόμεθα σε μία περίοδο κυβερνητικής σταθερότητας, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δείχνει τη διάθεση να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις πολλές εκ των οποίων είναι ιδεολογικά φορτισμένες, επομένως συνεπάγονται σύγκρουση. Θα δοκιμαστούν οι αντοχές του, η ικανότητα του Τσίπρα να ισορροπήσει μεταξύ των νέων προκλήσεων καθώς και το ένστικτο επιβίωσης του ΠΑΣΟΚ. Το πολιτικό εκκρεμές ταλαντώνεται…


Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.