Της Συμέλας Θεοδοσιάδου,

Ανέκαθεν, η ημερομηνία διεξαγωγής των γενικών βουλευτικών εκλογών βρισκόταν στην πολιτική και συνταγματική επικαιρότητα της χώρας καθώς με το πέρας της εκλογικής διαδικασίας εκλέγονται από το λαό οι αντιπρόσωποί του στο ελληνικό Κοινοβούλιο.

Από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, η ανάδειξη της νέας Κυβέρνησης είναι πλειοψηφική. Με αφορμή τις εκλογές της Κυριακής σκοπός του παρόντος άρθρου θα είναι η επεξήγηση των διαφόρων κυβερνητικών σχηματισμών που προβλέπονται κατά το ελληνικό Σύνταγμα (εφεξής “Σ”) και με βάση τους οποίους μια κυβέρνηση μπορεί να είναι: πλειοψηφική, μειοψηφική ή εκλογική.

Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή που το πρώτο κόμμα στις βουλευτικές εκλογές θα εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτικών εδρών, δηλαδή του 50% συν 1 του συνόλου των βουλευτικών εδρών (ήτοι 151 έδρες). Σύμφωνα με το άρθρο 37§2 Σ που συνιστά την πλειοψηφική εκδοχή της ανάδειξης της Κυβέρνησης: «Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Bουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.» Η εξασφάλιση της πλειοψηφίας των εδρών στη Βουλή συνεπάγεται και την διασφάλιση της ψήφου εμπιστοσύνης από τη Βουλή στην Κυβέρνηση, αμέσως μετά το διορισμό της δεύτερης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φέρει την δεσμία αρμοδιότητα να διορίσει τον Πρωθυπουργό, αφού πληροφορηθεί το αποτέλεσμα θεσμικά και επίσημα από την Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή. Μόλις γίνει η προαναφερθείσα ενέργεια, ακολουθεί η ορκωμοσία του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης στη συνέχεια, ώστε έχοντας την δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής – κατά το άρθρο 84§2 και §6 Σ – να ξεκινήσει η θητεία τους.

Στην περίπτωση που κανένα κόμμα δεν εξασφαλίσει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τότε σύμφωνα με το άρθρο 37§2 εδ. β’ Σ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταρχήν δεν διορίζει κανέναν πολιτικό αρχηγό κόμματος ως Πρωθυπουργό της χώρας. Εντούτοις, παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Kυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Εαν δεν τελεσφορήσει η πρώτη δοθείσα διερευνητική εντολή προς το πρώτο σε δύναμη εδρών κόμμα, τότε ακολουθεί μία σειρά διερευνητικών εντολών προς το δεύτερο -και αν ούτε πάλι τελεσφορήσει- και τρίτο ακολούθως κόμμα. Κάθε μία διερευνητική εντολή διαρκεί 3 ημέρες. Όπως συνάγεται ερμηνευτικά από το γράμμα του άρθρου 37§3 εδ. α-β’ Σ οι παρεχόμενες διερευνητικές εντολές είναι 3 ενώ δύνανται να είναι και 4 σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των τριών πρώτων σε κοινοβουλευτική δύναμη κομμάτων. Και σε αυτήν την περίπτωση, τέλος, η δεδηλωμένη εμπιστοσύνη από το βουλευτικό σώμα προς τον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνηση ρυθμίζεται από το άρθρο 84§2 και §6 Σ.

Η τελευταία περίπτωση είναι αυτή του σχηματισμού εκλογικής Κυβέρνησης δυνάμει του άρθρου 37§3 εδ. γ’ Σ. Εφόσον, δηλαδή, καμία διερευνητική εντολή δεν τελεσφορήσει και κανένα κόμμα δεν κατέχει την απόλυτη κοινοβουλευτική δύναμη και άρα τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση, καθίσταται υποχρεωτική η προσφυγή σε κάλπες, δηλαδή η διενέργεια εκ νέου εκλογών. Με άλλα λόγια η Βουλή διαλύεται λόγω αδυναμίας ανάδειξης Κυβερνητικού σώματος. Ωστόσο πρέπει να υπάρξει μία Κυβέρνηση που θα αναλάβει πρωτίστως τη διενέργεια και διεξαγωγή νέων εκλογών. Αυτή η Κυβέρνηση μπορεί να είναι είτε οικουμενική, δηλαδή να σχηματιστεί από τη σύμπραξη και συναίνεση όλων των κομμάτων που εξασφάλισαν το ελάχιστο απαραίτητο ποσοστό για την είσοδό τους στη Βουλή, είτε ως έσχατο καταφύγιο υπηρεσιακή, δηλαδή μίας Κυβερνητικής σύνθεσης υπό Πρωθυπουργό τον Πρόεδρο ενός εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας (ήτοι τα: Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) που να απολαμβάνει όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής. Μάλιστα, στην υπηρεσιακή Κυβέρνηση πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’εξαίρεση του 89§4 Σ ένας δικαστικός λειτουργός συμμετέχει στην Κυβέρνηση. Τέλος, η εκλογική Κυβέρνηση, δεν ζητά ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς έχει ως πρωταρχική αρμοδιότητα την διενέργεια νέων εκλογών και τη διεκπεραίωση των πολύ επειγουσών τρεχουσών υποθέσεων.

Καθίσταται εμφανές, συλλήβδην, ότι το Σύνταγμα μεριμνά όσο το δυνατόν πιο λεπτομερειακά και με σαφήνεια στον σχηματισμό της Κυβέρνησης, προκειμένου η χώρα να μην βρεθεί σε περίοδο πολιτικών δυσχερειών ακυβέρνητη. Για το λόγο αυτό, το άρθρο 37 Σ προβλέπει αναλυτικά σειρά διερευνητικών εντολών και διευκολύνει το σχηματισμό συμμαχικών Κυβερνήσεων προβλέποντας ως ύστατη επιλογή την υπηρεσιακή Κυβέρνηση.


Πηγές


Συμέλα Θεοδοσιάδου
Γεννηθείσα το 1996, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες, κατέχει άριστη γνώση της αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο. Μέσα από την αρθρογραφία, ευελπιστεί ότι θα κατανοήσει, διευρύνει κι ερευνήσει περαιτέρω το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο, ανάμεσα στις ασχολίες της, ξεχωρίζει τη δραστηριοποίησή της ως ενεργού μέλους φοιτητικού πολιτιστικού συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει στο εγχείρημα του OffLine Post αρθρογραφώντας κυρίως με νομικό άξονα.