39.3 C
Athens
Σάββατο, 31 Ιουλίου, 2021
ΑρχικήΟικονομίαΕυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: ο ρόλος της και η διαχείριση της κρίσης

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: ο ρόλος της και η διαχείριση της κρίσης


Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Ένας από τους βασικότερους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της ΟΝΕ, είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πόσο καλά, όμως, γνωρίζουμε πώς λειτουργεί και με τι ασχολείται;

Η ΕΚΤ είναι η κεντρική τράπεζα για το ευρώ και διαχειρίζεται την πολιτική της νομισματικής ένωσης. Αποτελείται από τις Κεντρικές Τράπεζες των 19 κρατών της ΕΕ που έχουν ως νόμισμά τους το ευρώ. Tα γραφεία της βρίσκονται στην Φρανκφούρτη, ενώ μέχρι πρότινος πρόεδρός της ήταν ο Ιταλός Μάριο Ντράγκι. Μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές και τη λήξη της θητείας του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όρισε νέα κεντρική τραπεζίτη της Ευρώπης την γνωστή μας, Κριστίν Λαγκάρντ -γενική διευθύντρια του ΔΝΤ-, που είχε καίρια συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα. Ως θεσμός, η ΕΚΤ χαρακτηρίζεται από πολιτική, νομική, λειτουργική και χρηματοοικονομική ανεξαρτησία τόσο από τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και από τα μέλη της Ένωσης. Κύριο όργανο λήψης αποφάσεων είναι το διοικητικό συμβούλιο που αποτελείται από τους διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών των μελών της ευρωζώνης και μια εξαμελή εκτελεστική επιτροπή, η οποία ασχολείται και με την εφαρμογή των ασκούμενων πολιτικών.

Έχοντας δημιουργηθεί με πρότυπο την γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank), πρωταρχικός στόχος της, βάσει και του καταστατικού της, είναι η εξασφάλιση σταθερών τιμών στην Ευρωζώνη, με την διατήρηση του πληθωρισμού, σε σταθερό επίπεδο, κάτω από 2%. Συγχρόνως, οφείλει να υποστηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές της Ένωσης που συντελούν στην εκπλήρωση των στόχων της, καθώς και στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Οι βασικές αρμοδιότητές της δηλαδή, τουλάχιστον ως προς το εσωτερικό, είναι ο καθορισμός της νομισματικής πολιτικής και η διαχείριση των επιτοκίων, η έκδοση των χαρτονομισμάτων του ευρώ, καθώς και η επίβλεψη των συστημικών τραπεζών των κρατών-μελών και εν γένει η παροχή συμβουλών σε αυτά, πάνω σε -σχετικά με το ρόλο της- ζητήματα. Εξωτερικά, οφείλει να προωθεί την διεθνή συνεργασία και να διαχειρίζεται το ξένο συνάλλαγμα και τις λειτουργίες του πανευρωπαϊκά.

Τα πρώτα χρόνια, το εγχείρημα, λοιπόν, της νομισματικής ένωσης έδειχνε να λειτουργεί καλά, παρά τα όποια προβλήματα, και η ΕΚΤ είχε τον έλεγχο των πραγμάτων. Όμως, στα μόλις, δέκα έτη από την δημιουργία της ξεσπά η μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση του 2008. Οι ευρωπαϊκές αρχές δεν ήταν έτοιμες για μια κρίση τέτοιου μεγέθους. Οι ασταθείς οικονομίες του νότου, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα, η Κύπρος και λιγότερο η Ιταλία, παρουσίασαν σημάδια κατάρρευσης τόσο τραπεζικά όσο και αναφορικά με τη διαχείριση του χρέους τους, ενώ ακόμα και η πιο σταθερή Ιρλανδία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, με το τραπεζικό της σύστημα να διαλύεται. Οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί, συνεπώς, μαζί με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναζήτησαν διέξοδο από την πρωτοφανή χρηματοπιστωτική κρίση.

Αρχικά, στο ξέσπασμα της κρίσης προέβησαν σε επαναξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας ορισμένων κρατών-μελών, κάτι που οδήγησε τελικά στην υποβάθμιση πιστοληπτικής ικανότητας και στην αύξηση των επιτοκίων για τις χώρες αυτές, επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω την κατάσταση. Ο πανικός στις αγορές επεκτάθηκε εξαιτίας και της αδυναμίας της ΕΚΤ να παρέμβει άμεσα στις αγορές κρατικών ομολόγων. Αυτό οφείλεται, πρώτον, στην αδυναμία της να αγοράσει τότε κρατικά ομόλογα πρωτογενώς, λόγω του νομικού της πλαισίου. Κατά αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση ενός προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing, QE), όπως συνέβη σε Αγγλία και ΗΠΑ την κατάλληλη στιγμή για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Δεύτερον, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η απόφασή της να θέσει το ελάχιστο όριο αξιολόγησης στο BBB-, ώστε ένα κρατικό ομόλογο να μπορεί να γίνει δεκτό ως εγγύηση (collateral) από την ίδια. Αυτό σήμαινε ότι αν οι Οίκοι Αξιολόγησης έριχναν κατακόρυφα την αξιολόγηση των ομολόγων κράτους-μέλους, κάτω από το παραπάνω όριο, πολλές τράπεζες δεν θα είχαν επαρκείς εγγυήσεις και θα έχαναν τη δυνατότητα ανάκτησης της ρευστότητάς τους, μέσω των μηχανισμών αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.

Αντιμέτωπος, λοιπόν, με αυτούς τους περιορισμούς, ο τότε πρόεδρος της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ, δεν πήρε άμεσα δραστικά μέτρα για την ανάσχεση της κρίσης. Σε ένα βαθμό, η πρώτη κίνηση που έκανε ήταν ένα πρόγραμμα επιλεκτικής αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, το 2010, προκειμένου να αποφευχθεί απλά η μετάδοση της ελληνικής, κυρίως, κρίσης σε άλλες οικονομίες. Η στόχευσή του ήταν κυρίως στα Ιταλικά και Ισπανικά ομόλογα που ήταν επίφοβα, εκείνη την εποχή, δεδομένης και της βαρύτητά τους για την Ευρωζώνη. Μέχρι τον Ιούνιο του 2012, είχε δαπανηθεί πόσο 212 δισ. ευρώ.

Η βασική μορφή παρέμβασης, για τη διαχείριση της κρίσης, ήταν η δημιουργία και συμμετοχή της ΕΚΤ στα ταμεία στήριξης (EFSF- Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ESM- Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) που δημιουργήθηκαν για την χρηματοδότηση των χωρών που αντιμετώπισαν τις σοβαρότερες χρηματοοικονομικές δυσχέρειες και πέρασαν από το σκόπελο της υπογραφής και εφαρμογής προγραμμάτων διάσωσης, καθώς και η παρουσία της, ως σημαίνοντα θεσμού, σε όλες τις σχετικές διαπραγματεύσεις και αξιολογήσεις, όπως είδαμε και στην ελληνική περίπτωση. Αντικειμενικά, η ΕΚΤ, στο πρώτο διάστημα της κρίσης, κρίθηκε κατώτερη των περιστάσεων και ανέτοιμη να διαχειριστεί όσα συνέβησαν τόσο σε επίπεδο νομικού πλαισίου όσο και σε επίπεδο τεχνογνωσίας. Πολύ χρήσιμη αποδείχθηκε η βοήθεια και η τεχνογνωσία που προσέφερε το ΔΝΤ στις τότε κρίσιμες στιγμές.

Προς το τέλος, πια, κατάφερε να βρει μια σταθερότητα στη λειτουργία της και πλέον καλύτερα οργανωμένη και πιο έμπειρη, προέβη σε κάποιες αναγκαίες κινήσεις. Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του 2015 ήταν σε απόλυτα σωστή κατεύθυνση, αφού προσέφερε φρέσκο χρήμα στην αγορά και οδήγησε στην αποκλιμάκωση των ομολόγων των ευρωπαϊκών κρατών, σηματοδοτώντας την αλλαγή σελίδας για την ευρωπαϊκή οικονομία μετά από χρόνια ύφεσης και κρίσης. Εξαιτίας, ωστόσο, της δικής μας πολιτικής περιπέτειας στην Ελλάδα, η χώρα μας δεν κατάφερε να ενταχθεί στο πακέτο της ποσοτικής χαλάρωσης και απώλεσε μια σημαντική ευκαιρία αλλαγής πορείας…

Εν έτει 2019, η Ευρωζώνη έχει πλέον σταθεροποιηθεί. Η ανάπτυξη, έστω και μικρή, έχει επιστρέψει. Το πρώτο τρίμηνο του έτους έκλεισε με ανάπτυξη 0,4%, ενώ το ΑΕΠ σε επίπεδο νομισματικής ένωσης βρίσκεται σε υψηλό δεκαετίας. Σε αντίστοιχη πορεία βρίσκεται και η ανεργία, η οποία καταγράφηκε στο 7,5% τον Απρίλιο. Έχουμε αφήσει πίσω μας την εφιαλτική κρίση που συντάραξε  ολόκληρη την ήπειρο. Βέβαια, οι αυξανόμενες εντάσεις στο διεθνές εμπόριο και η ευρύτερη ανασφάλεια εξακολουθούν να δημιουργούν ανησυχία στις αγορές. Για αυτό το λόγο, ο πρώην, πλέον, πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, είχε δηλώσει έτοιμος να ξεκινήσει νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ώστε να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και να απορροφηθούν οι κραδασμοί από τις όποιες διεθνείς εξελίξεις. Μένει να δούμε πως θα διαχειριστεί την κατάσταση η νέα πρόεδρος Λαγκάρντ και πως η σιδηρά κυρία του ΔΝΤ θα ρυθμίσει τον χάρτη της νομισματικής ένωσης την επόμενη μέρα…


Μανώλης Ανδριγιαννάκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post έφερε την ιδιότητα του Αρχισυντάκτη Οικονομικών κατά το διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2020.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ