20 C
Athens
Σάββατο, 25 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΗ ανατομία μιας ήττας

Η ανατομία μιας ήττας


του Μίνωα Ράπτη,

9,5%. Ένα ποσοστό διαφοράς που δεν περίμεναν ούτε οι αισιόδοξοι της Πειραιώς. Ακόμη και οι δημοσκόποι τις τελευταίες μέρες έκλειναν την ψαλίδα. Αυτός που όμως σίγουρα δεν την περίμενε ήταν ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, ο οποίος είχε πείσει και τον Πρωθυπουργό ότι στη χειρότερη η διαφορά θα είναι μεταξύ 3-5%. Μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει έκτοτε για το τι πήγε λάθος. Δεν φαίνεται να υπήρξε ένα μεγάλο λάθος της Κυβέρνησης, αλλά να είναι ένα πολυπαραγοντικό κακό αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα που μάλλον θα επαναληφθεί στις εθνικές κάλπες, στον δρόμο για τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε την πορεία του με ηττοπάθεια και εσωστρέφεια.

Όμως, τις πταίει;

Κυβερνητικοί χειρισμοί

Λίγο έπαιξε το ρόλο του το σκάφος. Ελάσσονος πολιτικής σημασίας ζήτημα, το οποίο όμως σίγουρα δεν βοήθησε το προφίλ του πρωθυπουργού (ο οποίος ήταν και παραμένει το δυνατό χαρτί ενός κατακερματισμένου κομματικού μηχανισμού που στις εκλογές της αυτοδιοίκησης με το ζόρι κατάφερε να περάσει το 10% και δεν εξέλεξε τελικά ούτε έναν Περιφερειάρχη).

Λίγο έπαιξε το ρόλο του ο Πολάκης. Ασχέτως του ποιος είχε δίκιο κι άδικο, ήταν ένα επικοινωνιακό σφάλμα μεγατόνων η διαχείριση της κατάστασης, όπως αποδείχθηκε.

Στρατηγικό σφάλμα η “αδιάκριτηυπουργοποίηση στελεχών του ΠΑΣΟΚ (Μωραΐτης και Τόλκας) καθώς και του Θανάση Θεοχαρόπουλου της ΔΗΜΑΡ, οι οποίοι μέχρι προσφάτως κατακρεουργούσαν δημοσίως τον ΣΥΡΙΖΑ. Όπως παρατήρησαν και παράγοντες του κόμματος, το “άνοιγμα” προς το Κέντρο και το προοδευτικό προσκλητήριο θα μπορούσε να έχει γίνει πάνω σε μια προγραμματική βάση και να μη συνοδεύεται με άκομψες υπουργοποιήσεις συναλλαγματικού χαρακτήρα.

Πολλοί κάνουν λόγο και για την αλαζονεία που επέδειξε ο πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα. Προχώρησε σε υποτιμητικά σχόλια για τον αντίπαλό του (η λαϊκή ρήση “ποτέ μην υποτιμάς τον αντίπαλο” δεν έχει ειπωθεί τυχαία) ενώ αρνητική υποδοχή είχε και ο έντονος λαϊκισμός που χαρακτήρισε τον λόγο του. Ενδέχεται να ήταν λάθος ακόμα και η ίδια η χορήγηση της 13ης σύνταξης, με τον τρόπο τουλάχιστον που έγινε.

Όφειλε είτε να μην δώσει κανένα προεκλογικό “δωράκι”, συνομιλώντας ειλικρινά με τους πολίτες για το τι έχει πετύχει η οικονομία και το τι μπορεί να αποδώσει αυτή, είτε να δώσει την παροχή βαφτίζοντας την αυτό που πραγματικά είναι (όχι 13η σύνταξη, αλλά κάτι σαν 13η σύνταξη), είτε δίνοντας την κανονικά και ολοκληρωμένα, καθώς οι περισσότεροι συνταξιούχοι όταν έφτασαν στην τράπεζα δεν βρήκαν μια σύνταξη, αλλά ένα πετσοκομμένο από εισφορές και κρατήσεις επίδομα, κάτι που μπορεί να λειτούργησε και αντίστροφα στην ψυχολογία τους, εφόσον τους είχε γεννηθεί (από την ίδια την κυβέρνηση) η προσδοκία. Από αυτό φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας δεν υποτίμησε μόνο τον αντίπαλο, αλλά και τους ίδιους τους πολίτες και τη νοημοσύνη τους.

Οι επιτυχίες της Αντιπολίτευσης

Σημαντικές επικοινωνιακές επιτυχίες σημείωσε και το κόμμα της αντιπολίτευσης σε ορισμένες από τις επιθέσεις του απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Με υπομονή και επιμονή έπεισαν μεγάλη μερίδα του κόσμου ότι η κυβέρνηση έχει τη διάθεση παρέμβασης στη δικαιοσύνη σε ό,τι έχει να κάνει με το σκάνδαλο Novartis (προσπάθεια που συνεχίστηκε με το θέμα διορισμού των δικαστικών), με κραυγές για την ύπαρξη σκανδάλου Πετσίτη, ενώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το ντοκιμαντέρ για το Μάτι, μέσα απ’το οποίο απεδείχθη πως οι κυβερνητικοί παράγοντες και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας γνώριζαν για την ύπαρξη νεκρών πολύ νωρίτερα απ’ ότι είπαν.

Ισχυρά αντιπολιτευτικά χαρτιά στα χέρια της ΝΔ υπήρξαν επίσης η παιδεία και η ασφάλεια. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, η αντιπολίτευση χειρίστηκε πολύ έξυπνα επικοινωνιακά μια ήδη υπάρχουσα προκατάληψη για την αριστερά και τις κακές της σχέσεις με τα σώματα ασφαλείας και τη δημόσια τάξη. Η συνεχής τηλεοπτική μετάδοση της αυξημένης εγκληματικότητας στα Εξάρχεια, οι συνεχείς άδειες στον Κουφοντίνα αλλά και η έξαρση της μετανάστευσης έσπειραν αίσθημα ανασφάλειας και αγανάκτησης με την κατάσταση σε μεγάλη μερίδα των πολιτών.

Ακόμη και η εγκληματικότητα στα Πανεπιστήμια λόγω του ασύλου έρχεται πολύ συχνά στην επικαιρότητα και αποτελεί φαινόμενο που η κυβέρνηση αδυνατεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, ενώ η πλήρης απαξίωση και ουσιαστικά κατάργηση της τεχνολογικής εκπαίδευσης στη χώρα εξαγρίωσε -δικαίως- πολλούς νέους φοιτητές και εργαζόμενους.

Τα στελέχη στα μετόπισθεν

Δυνατά χαρτιά όπως η Έφη Αχτσιόγλου και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος έμειναν πρακτικώς ανεκμετάλλευτα, ενώ οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές καθ’όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου διοργάνωναν μεταξύ τους εκδηλώσεις – συζητήσεις, ένα μέσο που αποτελεί μια συντηρητική προσέγγιση της πολιτικής και αξιοποιείται παραδοσιακά από τη δεξιά, όχι την αριστερά, και στην καλύτερη συνόδευαν κάπου τον πρωθυπουργό κατά την περιοδεία του.

Αυτή η παντελής άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ απ’ όταν επανεξελέγη τον Σεπτέμβρη του 2015 να δομήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την κοινωνία και να οργανωθεί μαζικά σε τοπικό επίπεδο δημιουργώντας ένα ζωντανό κύτταρο στήριξης, του στοίχισε πολύ εκλογικά και δεν τον προστάτεψε από μεγάλα κύματα βουβής αγανάκτησης συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων, με αποτέλεσμα αυτή να αποτυπωθεί στην κάλπη, είτε με μετακίνηση προς άλλα ψηφοδέλτια, είτε με έντονη αποχή από αυτήν.

Ενδεικτικά, τεράστιο κομμάτι της βουβής αγανάκτησης προέρχεται από τους μετριοπαθείς πολίτες της μεσαίας τάξης που αισθάνθηκαν στο πετσί τους την υπερφορολόγηση της αναδιανεμητικής πολιτικής που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αναδιανομή κεφαλαίου η οποία φυσικά λειτούργησε πυροσβεστικά στις ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες και τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, όχι όμως σε βάρος των μεγαλοκεφαλαιούχων όπως θα ήθελε η παραδοσιακή σοσιαλιστική θεώρηση, αλλά σε βάρος των μικρομεσαίων.

Αυτή η μερίδα του κόσμου αποτελεί πρόσφορο έδαφος για να ηγεμονεύσει το πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού, η λογική δηλαδή του “δουλεύω εγώ για να ζουν αυτοί οι τεμπέληδες μέσα απ’ τους φόρους μου”. Λογική η οποία και σαφώς κυριάρχησε σε μεγάλη μερίδα κοινωνικών ομάδων, που παρότι βρίσκονται εκ προοιμίου πλησιέστερα στην αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ, αισθάνθηκαν κατά πλειοψηφία ότι η Νέα Δημοκρατία εκφράζει καλύτερα τα αιτήματά τους για χαμηλότερη φορολόγηση και κατ’ επέκταση τα οικονομικά τους συμφέροντα. Συμπέρασμα ολοφάνερο εάν αναλογιστούμε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην κάλπη στήριξαν περισσότερο τη ΝΔ παρά τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και με την προοπτική αναγκαστικών αποχωρήσεων από το δημόσιο να παραμένει υπαρκτή σε μια κυβέρνηση της ΝΔ.

Οι εκλογικές αυτές απώλειες θα μπορούσαν να έχουν αντικατασταθεί σε έναν βαθμό από κεντρώους ψηφοφόρους, των οποίων την ψήφο καθορίζουν πιο συναισθηματικά ζητήματα, γεγονός που μπορεί να τους έφερε και πιο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 σε μια “ρομαντική” προσπάθεια κατά του Μνημονίου. Αυτοί οι ψηφοφόροι, δεν ήταν πια εδώ για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Μπορεί τελικά η ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών να μην ήταν το διακύβευμα των εκλογών, ούτε η βασική διαιρετική τομή στις κοινωνικές τάξεις. Φρόντισε όμως να κάνει ζημιά στην εκλογική επίδοση του κυβερνώντος κόμματος σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είχε αντισταθμίσει άλλες εκλογικές πληγές.

Χωρίς να μπούμε στη διαδικασία να εξετάσουμε τα πώς και γιατί της Συμφωνίας, ένα είναι σίγουρο και το είχαμε αναφέρει από τότε: απ’ τη στιγμή που η Συμφωνία ήρθε προς υπογραφή, κύρωση και εφαρμογή, η κυβέρνηση αλλά και το κόμμα όφειλαν να ξοδέψουν χρόνο, κόπο και χρήμα στο να ενημερωθούν σωστά οι πολίτες. Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Περίμεναν ότι οι πολίτες θα αναζητήσουν να βρουν μόνοι τους σε μαζικό βαθμό τις σωστές πληροφορίες για ένα έντονα συναισθηματικό για το έθνος ζήτημα, ενώ παράλληλα αγνοούσαν αφ’ υψηλού τα συλλαλητήρια υπονοώντας πως σε αυτά συμμετέχουν μόνο ακροδεξιοί και ψεκασμένοι. Ιδού τα αποτελέσματα.

Έτερη βαθιά πληγή για τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί η ψήφος των νέων. Οι νέοι ψηφοφόροι των ηλικιών 17-21 που πήγαν πρώτη φορά στις κάλπες γύρισαν την πλάτη τους στο κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς και έβγαλαν πρώτη τη συντηρητική ΝΔ.

Τι έγινε; Το 1998 γέννησε η Ελλάδα την πρώτη γενιά συντηρητικών νέων; Σαφώς και όχι. Ο άκομψος και πολλές φορές ηγεμονικός τρόπος όμως που αντιμετώπισε  η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία και τη διαχείριση αυτής έδωσε σε μια ολόκληρη φουρνιά νέων την εικόνα ότι ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η εξουσία, το κράτος, το σύστημα. Γιατί ας μην ξεχνάμε, μιλάμε για τις γενιές παιδιών που θυμούνται σε όλη τους την εφηβική ηλικία να βρίσκεται η Ριζοσπαστική αριστερά στη διακυβέρνηση. Είναι πέρα για πέρα φυσικό να θεωρούν ότι η αντισυστημικότητα της ψήφου βρίσκεται στην αντιπολιτευόμενη όλα αυτά τα χρόνια ΝΔ και όχι σε ένα κόμμα που ασκεί τόσα χρόνια την εξουσία. Δεν αναφέρουμε καν την μαζική οργάνωση της Νέας Δημοκρατίας σε επίπεδο νεολαίας, ειδικά σε σχέση με την σχεδόν ανύπαρκτη αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενίσχυσε την αντίληψη αυτή η κρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, η καρτελοποίησή του δηλαδή – με όρους πολιτικής επιστήμης – , μια έννοια που μπορεί ορολογικά να μην είναι γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά που γίνεται αντιληπτή σαν συμπεριφορά και ιδιοσυγκρασία. Όπως σχολιάστηκε και κάπου στο διαδίκτυο, μια νομενκλατούρα 100 κομματικών στελεχών που κάνουν αναλύσεις, δε μπορεί να είναι αρκετή όταν δεν έχεις κομματική οργάνωση στη βάση. Και η συνέχιση διορισμών συγγενών και φίλων καθώς και οι παχυλοί μισθοί σε μετακλητούς σίγουρα δεν κάνουν μια 70χρονη γιαγιά να σκεφτεί “Αυτοί καρτελοποιήθηκαν”, αλλά την κάνει σίγουρα να σκεφτεί “δες τους αλήτες, αρχίσανε κι αυτοί να τρώνε”.

Φαίνεται πως έπειτα απ’ τις πρόσφατες συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων, στον ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν να αντιλαμβάνονται το συγκεκριμένο σφάλμα και ξεκίνησαν τώρα να μιλάνε για “διάλογο με την κοινωνία” ενόψει εθνικών εκλογών. Εάν ήταν κάτι που είχε λεχθεί πριν 2 χρόνια ίσως τα προσδοκώμενα αποτελέσματα των εκλογών να ήταν και πιο θετικά για την κυβέρνηση, καθώς τώρα μοιάζει να είναιtoo little, too late”.

Μια καταφυγή απελπισίας κι όχι μια συνειδητή στρατηγική και σχεδιασμένη επιλογή. Και αυτή είναι η πραγματική πληγή του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Ότι κατακλύζεται από άπειρα και πολλές φορές ατάλαντα σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής στελέχη. Άτομα που λειτουργούν με ιδεοληψίες, που δεν ξέρουν πως να διαχειριστούν καταστάσεις, που δεν ερμηνεύουν σωστά τα σημεία των καιρών. Και σε μια τέτοια καμπή των πραγμάτων, όσο επικοινωνιακό χάρισμα και να έχει ο Τσίπρας, δεν μπορεί να είναι αρκετό.

Ο παράγοντας Κανάλια

Οι τηλεοπτικές εκπομπές της ιδιωτικής τηλεόρασης που κάθε μέρα ανελλιπώς ασκούν αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ μέσα από τον μανδύα της αντικειμενικής ειδησεογραφίας, κάποτε οδηγούσαν τον κόσμο αντανακλαστικά και λόγω αντίδρασης απευθείας στην αγκαλιά του. Κορυφαίο παράδειγμα αυτού, το Δημοψήφισμα του 2015.

Είχε ήδη από πριν δημιουργηθεί η προσδοκία στους ψηφοφόρους του ότι θα έρθει στην εξουσία, θα βάλει σε τάξη τις ατασθαλίες του μιντιακού καθεστώτος και θα επιβάλλει την αντικειμενικότητα (στο βαθμό που αυτή είναι εφικτό να ρυθμίζεται από όργανα όπως το ΕΣΡ).

Το γεγονός ότι η Κυβέρνηση τους άφησε (ορισμένους εξ αυτών) να διαδίδουν fake news, να αναπαράγουν εξόφθαλμα προπαγανδιστικές θέσεις και να του επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία, είτε έχει δίκιο, είτε έχει άδικο, είναι αυτό που του κόστισε τον αγώνα και σε αυτό το μέτωπο. “Αφού τους άφησε, ας λουστεί τα αποτελέσματα”. Μια φράση που αποδίδει όλο το συναίσθημα ενός μέσου τηλεθεατή ειδήσεων που πριν 4 χρόνια έκανε λόγο για παπαγαλάκια και “αλήτες, ρουφιάνους, δημοσιογράφους”.

Αφέθηκε δε η ρητορική του λεγόμενου οικονομικού φιλελευθερισμού, επί της ουσίας αναπάντητη τα τελευταία χρόνια στη δημόσια σφαίρα συζήτησης. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επέδειξαν ανεπανάληπτη ανεπάρκεια να υπερασπιστούν την αναδιανεμητική πολιτική που ακολουθήθηκε και να την επικοινωνήσουν σωστά στους πολίτες. Στην ανεπάρκειά τους αυτή, ήρθε να προστεθεί μια ακατανόητη γραμμή για εμπάργκο εναντίον συγκεκριμένου τηλεοπτικού σταθμού, που το μόνο που κατάφερε είναι ήταν να αφήσει τα στελέχη της αντιπολίτευσης να μονοπωλούν με τα επιχειρήματά τους τη δημόσια συζήτηση, χωρίς κανείς ποτέ να παρουσιάζει αντίλογο και αντεπιχειρήματα. Αυτή η ρητορική του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου έγινε κυρίαρχη και ηγεμόνευσε στη συνείδηση των πολιτών.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να είδε 50 ευρώ αύξηση στον μισθό του, αλλά έχοντας παρακολουθήσει τόσες πρωινές εκπομπές, είναι πλέον πεπεισμένος ότι αν δεν φορολογούταν για το κοινωνικό μέρισμα (το οποίο μπορεί να λαμβάνει ακόμη κι ο ίδιος) ή το επίδομα αλληλεγγύης στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, τα τελικά του έσοδα θα ήταν μεγαλύτερα. Αιτιολογείται έτσι γιατί μια απ’τις ελάχιστες κοινωνικές ομάδες στις οποίες πλειοψήφησε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνη των ανέργων.

Αριστερά ή Κεντροαριστέρα; Η λάθος εκτίμηση του εκλογικής συμπεριφοράς

Τέλος, εν αντιθέσει με το τι συνέβαινε με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, οι πολίτες δεν τρέφουν συναισθήματα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε δέθηκαν ποτέ μαζί του όπως δέθηκαν με τα κόμματα που καθιέρωσαν τη Δημοκρατία στη χώρα και αποτέλεσαν τα βασικά κόμματα εξουσίας τα τελευταία 40 χρόνια. Ούτε φυσικά έγινε ποτέ το 36% του εκλογικού σώματος “ριζοσπάστες αριστεροί”. Είναι καταγεγραμμένη η συμπάθεια των εκλογέων στη χώρα για τις μετριοπαθείς δυνάμεις του κέντρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμμονικά επιμένει πως είναι Αριστερά, ανοιγόμενος σε στελέχη της Κεντροαριστεράς, απευθυνόμενος σε ψηφοφόρους του Κέντρου, γιατί οι αριστεροί ψηφοφόροι τον έχουν κατά κύριο λόγο προ πολλού εγκαταλείψει.

Οι πολίτες εργαλειακά αξιοποίησαν τον ΣΥΡΙΖΑ με έναν συγκεκριμένο στόχο και σκοπό, τον οποίον αναλόγως και με το πώς ερμηνεύει κανείς την οικονομικοπολιτική πραγματικότητα της χώρας τα τελευταία 4 χρόνια, δεν είναι σαφές αν έφερε εις πέρας ή όχι (κι αν ναι, με τι κόστος;). Είναι λοιπόν διατεθειμένοι (οι ψηφοφόροι) να ανεχθούν πολύ λιγότερα από ένα κόμμα στο οποίο “δάνεισαν” την διακυβέρνηση σε σχέση με τα όσα ανέχτηκαν από τα κόμματα των “μονίμων”, τα κόμματα της καρδιάς τους, τα κόμματα που τους “βόλεψαν”, τα κόμματα που πρόλαβαν να τους χαρίσουν και καλές στιγμές, οικονομικής ευμάρειας.

Το στάνταρ λοιπόν δεν είναι το ίδιο. Ο πήχης είχε εξαρχής τεθεί πιο ψηλά. Και τον θέτει ακόμα πιο ψηλά το κάθε στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ κάθε φορά που κάνει λόγο για ηθικό πλεονέκτημα, συνειδησιακή καθαρότητα, καταλήγοντας μετά από λίγο σε τηλεοπτικά πάνελ να απολογείται και να υπερασπίζεται τα καμώματά του με επιχειρήματα όπως “και οι προηγούμενοι το ίδιο έκαναν” ή “κι εσείς το ίδιο λέγατε”.

Μόνο που τον ΣΥΡΙΖΑ ο κόσμος τον έβγαλε για να μην κάνει τα ίδια. Αν ήθελε μια απ’ τα ίδια θα έβγαζε τους άλλους που τα κάνουν πιο καλά και δεν έχουν και θέματα συνείδησης εκ των υστέρων. Γιατί εκείνοι έχουν και το θράσος του νικητή, κάνεις σε κανένα πάνελ δεν θα τους φτάσει να δίνουν εξηγήσεις.

Όλα αυτά, μαζί με άλλα, ήταν εκείνα που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα στην εκλογική ήττα της 26ης Μαΐου. Το βράδυ εκείνης της Κυριακής, ο ελληνικός λαός παρακολούθησε έναν Τσίπρα να έχει μείνει ενεός με το αποτέλεσμα της κάλπης, προαναγγέλοντας το πρόωρο τέλος στην πρωθυπουργική του θητεία, που ποτέ δεν περίμενε ότι θα χρειαστεί να ανακοινώσει.

Και ίσως πρέπει να του πιστωθεί προσωπικά αυτή του η αιθεροβαμοσύνη. Οι μέρες που θα ακολουθήσουν μοιάζουν δύσκολες για τον ΣΥΡΙΖΑ, με εσωστρέφεια και πιθανά ζητήματα ηγεσίας να συσκοτίζουν ακόμη περισσότερο το τοπίο.

Στις εθνικές εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μάχεται για την εξουσία. Ξέρει πως την έχει ήδη χάσει. Το διακύβευμα για τον Αλέξη Τσίπρα είναι να περιορίσει τις απώλειες και να διασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση. Το αν θα το πετύχει μένει να το δείξει ο χρόνος και κυρίως, η κάλπη της 7ης Ιουλίου.


Μίνωας Ράπτης

Γεννημένος και μεγαλωμένος από το 1998 στην Αθήνα, προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης στην Κομοτηνή, στην κατεύθυνση της Πολιτικής Επιστήμης.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώτα Κοσκινά
Γιώτα Κοσκινά
Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Αποφοίτησε το 2016 από το τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με κατεύθυνση την Πολιτική Επιστήμη. Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο μεταπτυχιακό με τίτλο «Πολιτική και Διαδίκτυο» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα ως επικοινωνιολόγος.