Του Θάνου Γκλαβέρη,

Η είδηση έσκασε σαν βόμβα. Σε ανύποπτο χρόνο, πριν καν καλά-καλά κάτσει η σκόνη από τη «γεμάτη» νίκη της ΝΔ στις ευρωεκλογές (που στην πραγματικότητα χαροποίησε ιδιαίτερα τους Πασόκους ως ήττα του ΣΥΡΙΖΑ) και ενώ όλοι προετοιμάζονταν για τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου, η Φώφη εκδιώκει τον Βενιζέλο από το ΠΑΣΟΚ. Όλοι όσοι έσπευσαν να εκφραστούν στο διαδίκτυο, έκαναν λόγο για απερίσκεπτη κίνηση της Φώφης, επέκριναν την επιχείρηση μετατροπής του ΚΙΝΑΛ σε «ουρά του ΣΥΡΙΖΑ» (αντιγράφοντας την ταυτόσημη κριτική του εκδιωχθέντα), ενώ τα σχόλια κινήθηκαν στο «εγώ, αν και ψηφοφόρος της ΝΔ, πάντα τον εκτιμούσα τον Βενιζέλο».

Για να εκτιμήσουμε πάντως τον εκλογικό αντίκτυπο αυτής της εξέλιξης για το ΚΙΝΑΛ, εξ ορισμού δε θα πρέπει να μας ενδιαφέρουν οι γνώμες των Νεοδημοκρατών. Ο Βενιζέλος άλλωστε πάντα τοποθετούνταν στη δεξιά συνιστώσα του κόμματος, χωρίς να κρύψει ποτέ την καθ’ όλα ομαλή συμβίωσή του με το Σαμαρά επί της συγκυβέρνησης «Σαμαροβενιζέλων», κάτι που άλλωστε έκανε πολλούς να αναρωτιούνται «τι δουλειά έχει στο ΠΑΣΟΚ». Αντίθετα πρέπει να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη φυσιογνωμία του σημερινού ψηφοφόρου του ΚΙΝΑΛ.

Ο τυπικός ψηφοφόρος του ΚΙΝΑΛ είναι άνω των 60 (ή και λίγο μικρότερος) και ανήκει στη μεσαία τάξη. Έχει βιώσει τη συγκυβέρνηση και συμπόρευση με τη Νέα Δημοκρατία, και έχει συνεχίσει να ψηφίζει ΠΑΣΟΚ. Δεν έχει ξεχάσει τα «γερμανοτσολιάδες» και τα «στα τέσσερα» των Συριζανέλ πριν γίνουν κυβέρνηση. Δεν έχει ακόμα περισσότερο ξεχάσει την πρώτη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με υπουργό το Βαρουφάκη και με τα capital control, και την σχετική απώλεια δισεκατομμυρίων για τη χώρα. Δεν έχει ξεχάσει το γερό χτύπημα που δέχτηκαν τα μεσαία στρώματα, στα οποία ανήκει, καθ’ όλα τα διαρρεύσαντα 4 χρόνια. Είναι αυτός που οδήγησε το ΠΑΣΟΚ στο 4,5% επί αρχηγίας Ευ. Βενιζέλου και στο 6,3% το Σεπτέμβριο του 2015 επί αρχηγίας Φ. Γεννηματά, το οποίο ανέβηκε στις πρόσφατες εκλογές του Μαΐου και υπό το κλίμα της κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ στο 7,7% (που γίνεται 7,8% αν σταθμίσουμε με το εκλογικό σώμα του 2015). Είναι ακόμα αυτός που έδωσε 41% στη Γεννηματά στον πρώτο γύρο των εσωκομματικών.

Ο τυπικός ψηφοφόρος του ΚΙΝΑΛ αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροαριστερός, ενώ στην πραγματικότητα είναι κεντρώος. Δρα ακόμα υπό το προμνημονιακό δίπολο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ της Μεταπολίτευσης και γι’ αυτό ίσως «δεν του πάει το χέρι» να ψηφίσει Νέα Δημοκρατία. Παρ’ όλα αυτά ούτε τόσο προοδευτικός είναι (σ’ αυτό πράττει σοφά η Φώφη που δε ψηφίζει νομοσχέδια με δικαιωματικά ζητήματα), ούτε έχει λιγότερες ενστάσεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών σε σχέση τους Νεοδημοκράτες συμπατριώτες του. Βέβαια, ένα μορφωμένο κομμάτι των Πασόκων θα συμφωνούσε με μια σύνθετη ονομασία, αλλά όχι και με τη γλώσσα και την εθνότητα. Ως προς τον Βενιζέλο, οι Παπανδρεϊκοί του προσάπτουν την πρόωρη πτώση του Γ. Παπανδρέου, και οι υπόλοιποι πλείστα σκάνδαλα, και την απαρέγκλιτη τήρηση του μνημονίου.

Το αφήγημα λέει ότι η Φώφη έδιωξε το βαρίδι-Βενιζέλο για να φέρει πίσω τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά θα ήταν σφάλμα για την αρχηγό του ΚΙΝΑΛ να το σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Ο ψηφοφόρος δεν προσέρχεται σε ένα κόμμα επειδή υπακούει σε κάποιο κάλεσμα του αρχηγού του (άλλωστε σοφά έχει μάθει να δυσπιστεί σε οποιαδήποτε απεύθυνση μπορεί να υποκρύπτει ιδιοτέλεια). Αντίθετα, προσέρχεται επειδή τον εμπνέει ο λόγος του, επειδή εμπιστεύεται το όραμα, την εργατικότητα και το αδιάφθορο των στελεχών του. Και κυρίως επειδή βλέπει την προσωπική του ευημερία κοντά στην ευημερία του κόμματος. Ο Έλληνας δε θέλει να του λένε τι να κάνει.

Δεν είναι επουσιώδες άλλωστε και το ζήτημα των διαχωριστικών γραμμών που πρέπει να κρατά ένα κόμμα, για να μη «φαγωθεί» από τα μεγαλύτερά του. Όχι υπό την έννοια των ίσων αποστάσεων. Αλλά υπό την έννοια της συνέπειας στις θέσεις του και της υπηρέτησης του σκοπού ο οποίος σημασιοδοτεί την ύπαρξή του στη ζωή. Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα κυβερνητικό, ένα «κόμμα ευθύνης». Έχει αναλάβει το βάρος της διακυβέρνησης την περίοδο των μνημονίων, έχει αναλάβει και τη φθορά, όμως οι ψηφοφόροι του, νιώθοντας δικαιωμένοι, συνεχίζουν να το ψηφίζουν. Θα ήταν αυτοκτονική οποιαδήποτε, αντίθετη στο αφήγημα, στροφή προς το ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα είναι προορισμένο, στο μυαλό των ψηφοφόρων του, από εδώ και στο εξής να συγκυβερνάει με τη Νέα Δημοκρατία, ώστε όχι να «εξισορροπεί την ακροδεξιά πτέρυγά της, αλλά να αποτελεί αντίβαρο». Δεν μπορεί να υπάρξει αλλιώς.

Όμως δε πιστεύω ότι όντως η Φώφη «έδιωξε» τον Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος ήξερε ότι δεν είχε ελπίδες στην Α’ Θεσσαλονίκης (στις εκλογές του 2015 είχε βγει ένατος μεταξύ άσημων στους σταυρούς, και εξελέγη μόνο χάρη στην ιδιότητά του ως αρχηγού κόμματος). Και, λογικά γι’ αυτό, αποφάσισε να μην ξανακατέβει εκεί ως υποψήφιος. Ωστόσο, ήταν αντικειμενικά παράλογο να απαιτεί και την πρώτη θέση του Επικρατείας, μια απόφαση που κατεξοχήν ανήκει στην ηγεσία. Και αντίστροφα όμως, ήταν επικοινωνιακό λάθος για τη Φώφη να του προτείνει την τελευταία θέση σε αυτό (προσβλητική κίνηση, και σαν να θέλει να απαλλαγεί από αυτόν), και έπειτα να τον αφήσει να περάσει στην κοινή γνώμη την δικιά του πλευρά για τα εκτυλιχθέντα. Η ανακοίνωση που τα ξεκαθαρίζει όλα έπρεπε για τη Φώφη να έρθει πιο νωρίς.

Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι η φθορά του ΠΑΣΟΚ θα είναι τόση, όση κάποιοι προμηνύουν. Μην ξεχνάμε ότι η ψήφος σε αυτό είναι για τους περισσότερους μια «ψήφος στο brand name» και δύσκολα αλλάζει με τη φυγή Βενιζέλου (το δε γεγονός ότι το αυθεντικό brand name έχουν διαδεχθεί διάφορα άλλα βραχείας πνοής αποδεικνύει μόνο τη δύναμή του). Διαφορετική θα είναι όμως η περίπτωση που η Φώφη αρνηθεί την πρόταση συγκυβέρνησης στον (είτε αυτοδύναμο είτε όχι) νικητή των εκλογών Κ. Μητσοτάκη. Τότε το πηγάδι για το κόμμα δε θα έχει πάτο.


Θάνος Γκλαβέρης

Γεννημένος το 1996 στην Θεσσαλονίκη, είναι πτυχιούχος της Νομικής ΑΠΘ, ενώ έχει φοιτήσει για ένα εξάμηνο μέσω Εράσμους και στο Capitole 1 της Τουλούζ. Πέρα από το αντικείμενο της σχολής του, ασχολείται με όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες και την πολιτική επικαιρότητα. Ομιλεί άπταιστα αγγλικά και γαλλικά.