Του Θάνου Γκλαβέρη,

«Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι ότι συντελέστηκε ταχύτατα στον τομέα της οικονομίας, ενώ στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα και άργησε ιστορικά και είναι ισχνή». Η εν λόγω ευρέως διαδεδομένη κριτική, ισόχρονη σχεδόν με την ύπαρξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει -η αλήθεια είναι- σοβαρή θεμελίωση. Πράγματι μια κοινή αγορά με κοινό νόμισμα, θεμιτή καταρχήν εφόσον εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και αυξάνει την αποδοτικότητά τους, πρέπει να συνοδεύεται και από γενναία κοινωνική πολιτική που θα αμβλύνει τις συνέπειες για τους χαμένους ή τους βραδύτερα προσαρμοζόμενους του παιχνιδιού. Παραδείγματα αποτελούν η καθιέρωση ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού, η θέσπιση ευρωπαϊκών ταμείων ανεργίας στη βάση της αρχής της επικουρικότητας ή η αποτελεσματική φορολόγηση των πολυεθνικών, σχεδόν αδύνατη στα πλαίσια του αδύναμου εθνικού κράτους. Καθίσταται σαφές ότι η ολοκλήρωση στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή θα είναι ολική ή δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό καταδεικνύει άλλωστε και η όλο εντεινόμενη σήμερα αύξηση της Ακροδεξιάς, που κύριο αίτιο έχει όχι φυσικά την έλευση μεταναστών και προσφύγων, αλλά μάλλον τη βίαια απώλεια της εργασιακής ασφάλειας και τη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου στη μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης.

Ο ευρωσκεπτικισμός βασίζεται ακριβώς πάνω στην κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Χτισμένα πάνω στην ιδεαλιστική υπόθεση ενός ανύπαρκτου ευρωπαϊκού λαού, τα όργανα της Ένωσης δεν έπαψαν ποτέ να θεωρούνται ως «οι ξένοι» από την κοινωνία, όσο αποφασιστικές κι αν υπήρξαν οι αρμοδιότητές τους. Οι πολίτες ποτέ δεν τα κατανόησαν, δεν πίστεψαν ότι μπορούν να τα επηρεάσουν και μοιραία ποτέ δεν ασχολήθηκαν με αυτά. Διοχέτευσαν όλη την εμπιστοσύνη τους στην εθνική πολιτική σκηνή, που μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, εμφανιζόμενη ως πιο απτή και διαφανής στην κοινωνία, ενώ οι ευρωεκλογές περιέπεσαν σε απλή δημοσκόπηση-επικοινωνιακό εργαλείο ενόψει της εθνικής κάλπης. Η κρίση αντιπροσώπευσης και ο ευρωσκεπτικισμός όμως έχουν ακριβώς  την αφετηρία τους στη συνειδητοποίηση ότι οι εθνικές κυβερνήσεις είναι εκκωφαντικά αδύναμες μπροστά στις αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων.

Μία αλλαγή που θα μπορούσε να αλλάξει το τοπίο είναι η εξής: η εκλογή των ευρωβουλευτών σε κάθε χώρα να μη γίνεται, όπως σήμερα, από τις λίστες των συνεργαζόμενων με τα ευρωπαϊκά κόμματα εθνικών κομμάτων αλλά απευθείας από τις πανευρωπαϊκές και διεθνούς σύνθεσης λίστες των ευρωπαϊκών κομμάτων. Η μεταρρύθμιση αυτή απαλλάσσει την αναμέτρηση από τον συσχετισμό με την εθνική πολιτική σκηνή και απαιτεί από τους υποψηφίους να συνδέουν αποκλειστικά τις προεκλογικές τους διακηρύξεις με την διεκδικούμενη θητεία τους στην Ευρωβουλή. Άλλωστε μόνο έτσι θα μπορεί και να διαμορφώνει αυτόνομο πολιτικό πρόγραμμα το ευρωπαϊκό κόμμα, και όχι ως συνονθύλευμα εθνικών κομμάτων που αποτελεί σήμερα, όταν σε ορισμένες περιπτώσεις ο μόνος  συνδετικός κρίκος με τα μέρη του είναι σχέσεις συμφέροντος (βλ. πρόσφατα Όρμπαν). Κατά τη γνώμη δε του γράφοντος, μια τέτοια ρύθμιση θα έστρεφε τα βλέμματα όλων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εγείροντας το ζήτημα των ανεπαρκών ακόμα και μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνα αρμοδιοτήτων του (ανυπαρξία δικαιώματος πρότασης νόμων, μη καθολική εξάρτηση της σύνθεσης της Επιτροπής από την εμπιστοσύνη του), παρά την άμεση δημοκρατική νομιμοποίησή του. Αφού μόνο με περισσότερη δημοκρατία θα ικανοποιηθούν οι Ευρωπαίοι που πιστεύουν ότι οι αποφάσεις στην Ένωση λαμβάνονται για αυτούς χωρίς αυτούς.

Ο αντίλογος πάντως εδώ επισημαίνει ότι με την περαιτέρω ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΕΚ, τα κράτη με μικρότερο πληθυσμό θα μείνουν ουσιαστικά χωρίς φωνή κατά τη λήψη των αποφάσεων, κατά μετάβαση από το ισχύον σύστημα «ένα κράτος -μια ψήφος». Γι’ αυτό το λόγο, μια μεταρρύθμιση όπως η εδώ προτεινόμενη πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται με μια διόρθωση στον τρόπο διαμόρφωσης του αριθμού των αντιπροσώπων ανά χώρα, ώστε να λαμβάνεται περισσότερο υπ’ όψη το κριτήριο της ισότητας της εθνικής κυριαρχίας μεταξύ των κρατών, παρά το πληθυσμιακό κριτήριο. Αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί υπό την έννοια αντισταθμίσματος στην αναβάθμιση πλέον της Ευρωβουλής σε κυρίαρχο όργανο, και όχι πια περιθωριακού χαρακτήρα, επί του οποίου προκρίθηκε το πληθυσμιακό κριτήριο. Μια τέτοιου τύπου διόρθωση άλλωστε υπάρχει ήδη, στη σύλληψη του ελάχιστου ορίου των 6 ευρωβουλευτών και του μέγιστου των 96 ανά κράτος.

Συναφώς υποστηρίζεται ότι κάτι τέτοιο είναι σε βάρος των συμφερόντων της Ελλάδας, αφού στα υπερεθνικά ευρωπαϊκά κόμματα θα υπερισχύουν Γάλλοι και Γερμανοί. Παραβλέπεται όμως ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει τον αριθμό των εδρών που εκλέγει (21 σήμερα), με αποτέλεσμα να συμφέρει το ίδιο με σήμερα τα υπερεθνικά αυτά κόμματα να τοποθετούν στις λίστες τους Έλληνες, ώστε να ψηφίζονται από τους Έλληνες. Στην υποθετική δε περίπτωση όπου όλοι οι Έλληνες ψηφοφόροι ψηφίζουν μόνο Έλληνες για ευρωβουλευτές, θα εκλέγονται κανονικά 21 Έλληνες ευρωβουλευτές. Απ’ την άλλη, ίσως είναι προτιμότερη η ψήφος σε έναν Ισπανό με ευρωπαϊκό όραμα, που θέλει να αλλάξει την Ευρώπη πριν αυτή βουλιάξει, παρά σε έναν τυχόν ανίκανο Έλληνα.

Αν  η προτεινόμενη μεταρρύθμιση φαντάζει τολμηρή, νομίζω χρήσιμη είναι η αντιπαραβολή με τη σημερινή κατάσταση. Εθνικές αντιπροσωπείες κατά κοινή ομολογία χαμηλού επιπέδου, υποψήφιοι που απλά ορέγονται τα προνόμια και τους παχυλούς μισθούς της Ευρωβουλής, «χαλαρή ψήφος» ή «ψήφος-προειδοποίηση» από τους ψηφοφόρους, καμία λογοδοσία και κανένας έλεγχος των ευρωβουλευτών για τα πεπραγμένα τους. Όμως η Ευρώπη πρέπει να είναι διαφανής, ακριβώς επειδή είναι τόσο πανίσχυρη. Χρειάζονται ισχυρά ευρωπαϊκά κόμματα, με αδιαμφισβήτητους αρχηγούς και συγκροτημένες πολιτικές ενάντια στα παντοδύναμα λόμπι κατά την επεξεργασία των σχεδίων Οδηγιών. Ευρωκόμματα που θα συνομιλούν με τους πολίτες, θα ελέγχονται και θα «μαυρίζονται» από αυτούς. Το ζήτημα είναι μήπως είναι ήδη πολύ αργά, με τις ανισότητες να αυξάνονται και την Ευρώπη των εθνών και των λίγων να είναι μπροστά μας.

Βλέπε και το αντίστοιχο βίντεο-συνεργασία μεταξύ Κurzgesagt – In a Nutshell και Mikeius


Θάνος Γκλαβέρης

Γεννημένος το 1996 στην Θεσσαλονίκη, είναι πτυχιούχος της Νομικής ΑΠΘ, ενώ έχει φοιτήσει για ένα εξάμηνο μέσω Εράσμους και στο Capitole 1 της Τουλούζ. Πέρα από το αντικείμενο της σχολής του, ασχολείται με όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες και την πολιτική επικαιρότητα. Ομιλεί άπταιστα αγγλικά και γαλλικά.