Του Ιωάννη Χουλιαρά,

Οι εκλογές εν έτει 2019 είναι πια κοντά, αρχής γενομένης οι ευρωεκλογές, οι δημοτικές, οι τοπικές και οι περιφερειακές. Ας ελπίσουμε ότι και οι εθνικές είναι ακόμη πιο κοντά και όχι «σε 5,5 μήνες μετά από τις ευρωεκλογές» όπως διεμήνυσε ο κ. Πρωθυπουργός στο Ζάππειο. Μέχρι τότε βέβαια έχουμε μέλλον, ας αφήσουμε τις δημοσκοπήσεις που είναι για τους στατιστικολόγους και για τους λάτρεις του στοιχήματος.

Μία διαδικασία, η εκλογική, που με το πέρασμα του χρόνου έχει περάσει πολλά στάδια και από πολλούς υποστηρικτές. Από πολλές τρικυμίες και από πολλές χαρές, -από την επταετή δικτατορία και έπειτα είχαμε δικομματισμό, την ένταξη στην Ε.Ε, τον εκσυγχρονισμό, την ανάπτυξη, τα δανεικά, πολλά δανεικά, τα σκάνδαλα, το ευρώ, τους Ολυμπιακούς αγώνες, τις πυρκαγιές, την οικονομική κρίση, τη γνωστή και αλυσμόνητη φράση «λεφτά υπάρχουν», την εκλογή Σαμαρά με την σταδιακή ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ και την πτώση του ΠΑΣΟΚ, στην κυβέρνηση του «πρώτη φορά αριστερά». Όλα τα παραπάνω αποτελούν γεγονότα που έδρασαν σημαντικά στην εκλογική απόφαση του έλληνα πολίτη.

Στις 26 Μαϊου έχουμε ένα «τριώδειο» μαζεμένων εκλογικών διαδικασιών, στις οποίες πολλοί 17χρονοι θα ψηφίσουν για πρώτη τους φορά. Η σημασία μικρή, θα μάθουν, όπως ‘έμαθαν’ εξάλλου και οι γερόλυκοι ψηφοφόροι αυτού του τόπου. Ο προβληματισμός του εκλέγειν και της αποχής έγκειται σε ένα φαινόμενο που υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει, δυστυχώς, δηλώνοντας την απογοήτευση του Έλληνα, του χαζού Έλληνα, στην πρόθεση ψήφου. Οι νέες και νέοι έχουν το ελεύθερο και θεμελιώδες δικαίωμα, να αποτυπώσουν με έναν σταυρό ή με πρόθεση τη δική τους κριτική.

Εδώ έρχεται το εύλογο ερώτημα: Πώς έχει διαμορφωθεί η σκέψη του Έλληνα; Είναι τελικά «χαζός» ο Έλληνας ψηφοφόρος, μήπως απλά του αρέσει να απέχει ή μήπως δεν ξέρει ούτε και ο ίδιος τον λόγο για τον οποίο απέχει!

Η ψήφος προβάλλει μία διαδικασία δημοκρατική, φιλελεύθερη, αξιοκρατική, αλλά και επικίνδυνη! Μία διαδικασία που ξεκίνησε για την ελεύθερη διάδοση των ιδεών και της συμμετοχής, κατέληξε και καταλήγει στην αδιαφορία και στην εμπάθεια των νέων, των ανέργων και στα 4.000.000 περίπου Ελλήνων που βρίσκονται στο εξωτερικό.

Αρχικά, η ψήφος κατέστη η μοναδική λύση για την πτώση της Χούντας, μία ψήφος που θα έδινε την ελευθερία στον ελληνικό λαό για να ζήσουν χωρίς φόβο. Έπειτα, ακολούθησε η δημιουργία νέων κομμάτων, η ίδρυση της ΝΔ υπό την προεδρία του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1974 και του ΠΑΣΟΚ από τον Αντρέα Παπανδρέου, σηματοδοτώντας την έναρξη του δικομματισμού. Στόχος τους ήταν η Ελλάδα να αποτελέσει την ελίτ της Ευρώπης, μιας ενωμένης Ευρώπης. Τότε, όμως η πολιτική του ΠΑΣΟΚ ανόρθωσε τον λαϊκισμό, εμφανίστηκε η βυσματιακή ψήφος, όποιος ψήφιζε ένα κόμμα θα κατείχε αυτομάτως μία θέση στο Δημόσιο. Τα καλά χρόνια, τα ορθόδοξα χρόνια της χώρας, όπου τα δανεικά έρρεαν άφθονα, με την μεγάλη κόντρα πλέον του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με την λαοθάλασσα των πολιτών, με την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο. Ο λαός πλέον θα ψήφιζε όχι για την κοινωνική ορθότητα, αλλά για το ατομικό του συμφέρον, για να βολευτεί, για να ξεφύγει από τις δυσκολίες της δεκαετίας του ΄50 και του ΄60. Ηλικιωμένοι έτρεχαν με τις σημαίες των αγαπημένων τους κομμάτων, περιμένοντας να σφίξουν το χέρι των ηγετών τους, για να βολέψουν τα παιδιά τους, δίνοντας εγγυήσεις ότι η οικογένειά τους θα τους ‘δώσει’ είκοσι ψήφους. Εκείνα ήταν ωραία χρόνια; Αυτά τα χρόνια έφεραν την ανάπτυξη; Νομίζω πως τα πλούσια εκείνα χρόνια μόνο ‘πέτρινα’ θα μπορούσαν εύλογα να χαρακτηριστούν, όπως και η πορεία του Ολυμπιακού εκείνη την δεκαετία.

Μέσα σ’όλα αυτά ήρθαν σκάνδαλα των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, ήρθαν εθνικές ήττες – η παραίτηση Σαμαρά το 1992 που αφορύσε το ΄Σκοπιανό΄, τα  Ίμια το 1996, η πρωθυπουργία Σημίτη, το ευρώ, οι Ολυμπιακοί αγώνες, ηπρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Καραμανλή junior, το «Βουκουρέστι», η οικονομική κρίση, η ήττα της ΝΔ στις Εθνικές εκλογές , η άνοδος του Γεωργίου Α. Παπανδρέου με το «λεφτά υπάρχουν», η οικονομική κρίση, τα μνημόνια, η «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» του Παπαδήμου, η πρωθυπουργία Σαμαρά και εν τέλει η κυβέρνηση του κυ. Αλέξη Τσίπρα.

Τότε, έννοιες όπως η θρησκεία, παράδοση και οικογένεια εκλείπουν, με τον ερχομό της πολιτικής προπαγάνδας να κάνει την εμφάνιση guest και να αποκτά σταδιακά  πρωταγωνιστικό ρόλο. Κανείς όμως δεν δέχεται τις ευθύνες του παρελθόντος, αλλά θέλει τον λαό μαζί του.

Βρισκόμαστε σε μια διχοτομημένη χώρα, όπου τα σύνορά της ακόμη συζητιούνται, όμως ο Έλληνας έχει το καθήκον να γνωρίζει τις θυσίες των προγόνων του, για να μην γίνεται έρμαιο της πολιτικής προπαγάνδας. Ο Ελληνικός λαός ξέρει τι του αρμόζει, τι διεκδικεί και έχει μάθει από τα λάθη του, γιατί έχει κουραστεί από τις διεκδικήσεις και τις υποσχέσεις, έχει κουραστεί να τον ‘χτυπάνε’ στην πλάτη για μία οικογενειακή ψήφο και έχει κουραστεί να πληρώνει περισσότερα απ’όσα πληρώνεται.

Κλείνοντας, λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως προφανώς και οι Έλληνες δεν είναι ‘χαζοί’. «Εκλογικά χαζούς» τους κατήντησαν τα συμφέροντα που τους υπόσχονταν κάποιοι, είναι άνθρωποι που επιθυμούν μία καλύτερη ζωή, που δεν θέλουν να φοβούνται για το αύριο. Εδώ, θα πρέπει να γίνει μια  στροφή 180 μοιρών και όχι μία στροφή 360 μοιρών, που είπε λανθασμένα γνωστός πολιτικός, ώστε να αναδειχθούν οι παλιές αξίες, για να έχουμε και να είμαστε οι εκείνοι που οι παρακαταθήκες της χώρας μας ανήκουν. Η νέα γενιά να είναι ο συνεχιστής της κοινωνικο-πολιτικής ανάταξης αυτής της ευλογημένης χώρας, γιατί όπως εύστοχα τονίζει και το γνωστό πολιτικό ρητό «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».


Ιωάννης Χουλιαράς
Γεννημένος το 1996, κατάγεται από την Κύμη Ευβοίας, μεγαλωμένος όμως στην Ιστιαία Εύβοιας, όπου έζησε καθ' όλη τη διάρκεια της μαθητικής του ζωής.  Φοιτεί από το 2016 στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ έχει αναπτύξει συνδικαλιστή δράση.Το ενδιαφέρον του εστιάζει σε θέματα κοινωνικά και πολιτικά, υπό την αντικειμενική οπτική γωνία.