Της Άννας Κομπόγιαννου,

Οι εκλογές πλησιάζουν, τα ψηφοδέλτια έχουν διαμορφωθεί και οι υποψήφιοι όλων των συνδυασμών ετοιμάζονται πυρετωδώς για την «μεγάλη» μέρα. Την 26η Μαϊου, οι Έλληνες πολίτες, καλούνται να ψηφίσουν για τοπικούς, δημοτικούς, περιφερειακούς και ευρωπαϊκούς αντιπροσώπους, σε μια διαδικασία που θα αλλάξει τον πολιτικό χάρτη της χώρας μας. Ενδιαφέρον, όμως, έχει να εξετάσουμε την «μάχη» που δίνουν οι γυναίκες υποψήφιοι, έχοντας να αντιμετωπίσουν δύο μέτωπα τα οποία συνίστανται αφενός στην διεκδίκηση της ψήφου του λαού, όπως κάνουν όλοι οι υποψήφιοι άλλωστε, και  αφετέρου στην πάλη για ίση αντιμετώπιση σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Παρότι βρισκόμαστε εν έτη 2019, η ισότητα μεταξύ αδρών και γυναικών στην πολιτική, ενώ έχει κατοχυρωθεί νομικά, δεν εφαρμόζεται στην πράξη.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων. Η διαμόρφωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών στην χώρα μας  αρχίζει από το 1934, όταν οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές. Λίγες είναι αυτές που παίρνουν μέρος καθώς η συμμετοχή προϋποθέτει την συμπλήρωση του 30ου έτους της ηλικίας τους και τη διάθεση απολυτηρίου Δημοτικού Σχολείου. Αργότερα, το 1952, θεσπίζεται το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και στις βουλευτικές εκλογές, αλλά και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Το 1953, εκλέγεται η πρώτη γυναίκα βουλευτής, η Ελένη Σκούρα, με το κόμμα «Ελληνικός Συναγερμός». Κανονικά οι γυναίκες συμμετείχαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές στις 19 Φεβρουαρίου του 1956. Στις εκλογές αυτές η Λίνα Τσαλδάρη της Ε.Ρ.Ε. και η Βάσω Θανασέκου της «Δημοκρατικής Ένωσης» κατάφεραν να εκλεγούν στη Βουλή.  Μετά τη πτώση της χούντας, το 1975, καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δύο φύλων με την έκφραση « όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Έτσι, το γυναικείο κίνημα πέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη του, ως τότε.

Η καθιέρωση των πολιτικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα αποτέλεσε το εφαλτήριο για το ελληνικό φεμινιστικό κίνημα. Στη συνέχεια, ακολούθησε η σύσταση πολλών γυναικείων οργανισμών που υπερασπίζονταν τα δικαιώματά τους, είχαν φιλανθρωπικό χαρακτήρα και ευαισθητοποιούσαν τους γύρω τους, με την πορεία τους να είναι σταδιακά ανοδική. Η γυναίκα απέκτησε, με αυτόν τον τρόπο, σώμα και φωνή στην κοινωνία. Ωστόσο, οι προκαταλήψεις και οι συντηρητικές ιδεολογίες δεν έπαψαν να υφίστανται. Πολλοί ήταν αυτοί που δε δίστασαν να μειώσουν κυρίες που ασχολούνται με τα κοινά και έχουν το θάρρος της γνώμης τους με φράσεις όπως «γύρνα πίσω στη κουζίνα σου», υποβιβάζοντας, έτσι, την γυναικεία τους φύση και τοποθετώντας την μόνο μέσα στο σπίτι και όχι στην κοινωνία.

Η προσπάθεια τους όμως να τις αποθαρρύνουν και να τις απομακρύνουν από την ενασχόλησή τους με την πολιτική είχε τα αντίθετα αποτελέσματα. Το πείσμα και η αφοσίωση μερικών γυναικών τους έδωσε την δύναμη να ασχοληθούν ακόμη πιο ενεργά και να σπάσουν τα στερεότυπα. Παράδειγμα εξαίρετης και δυναμικής γυναικείας παρουσίας στην ελληνική πολιτική σκηνή αποτελεί η Μελίνα Μερκούρη. Έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο για την επίμονη στάση της για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα και για την ευρύτερη προσφορά της στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Όσον αφορά την συμμετοχή των γυναικών στις εκλογικές διαδικασίες, αυτή ενισχύεται και μέσω της ποσόστωσης. Πρόσφατα, μάλιστα, το ποσοστό αυξήθηκε από 30% σε 40%. Πιο αναλυτικά, το μέτρο της ποσόστωσης προβλέπει πως το 40% των συμμετεχόντων σε κάθε είδους ψηφοδέλτιο, θα πρέπει υποχρεωτικά να προέρχεται από το γυναικείο φύλο. Το μέτρο αυτό, έρχεται  για να ενισχύσει την παρουσία των γυναικών στην πολιτική ζωή και να λειτουργήσει ως εργαλείο ουσιαστικής ισότητας και ως μέσο βελτίωσης της ποιότητας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Παρόλα τα θετικά αποτελέσματα που επιφέρει η ποσόστωση, δημιουργεί και αρνητικές κριτικές, καθώς υποτιμάει τη δυναμική των γυναικών στον πολιτικό χώρο. Η ισότιμη αντιμετώπισή τους με τους άντρες αποτελεί σημαντικό κίνητρο για την ενεργοποίηση όλο και περισσότερων γυναικών. Σημαντικότερο, όμως, κίνητρο θα αποτελούσε η πρόβλεψη κοινωνικής μέριμνας για τις εργαζόμενες μητέρες και εξοικονόμηση ελεύθερου χρόνου για τον εαυτό τους. Συνεπώς, η βελτίωση της ποιότητας ζωής, οι διευκολύνσεις και η κατάργηση των στερεοτύπων της κοινωνίας απέναντι στις δραστήριες γυναίκες, αποτελούν από μόνα τους έναυσμα για την αύξηση της γυναικείας παρουσίας στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, χωρίς να είναι απαραίτητο το μέτρο της ποσόστωσης.

Η ανάμειξη με την πολιτική δεν είναι εύκολη υπόθεση για κανένα από τα δύο φύλα. Χρειάζεται αρκετή δουλειά, τόλμη, αφοσίωση, αλλά και όραμα, για να πετύχει κανείς σε αυτόν τον χώρο. Ο αγώνας των δύο φύλων δεν έχει γίνει ακόμη ισόρροπος, ωστόσο, κάθε βήμα μας φέρνει όλο και πιο κοντά στην τελειότητα. Άλλωστε, κάθε γυναίκα έχει κερδίσει κάτι πολύ σημαντικό, όταν έχει πείσει ότι οι απαιτήσεις των ανδρών συνεργατών της αντιμετωπίζονται ακριβοδίκαια και ισότιμα.


Άννα Κομπόγιαννου
  Η Άννα Κομπόγιαννου κατάγεται από την Θεσσαλονίκη και είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο Α.Π.Θ. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με κοινωνικά ζητήματα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Είναι μέλος της ακτιβιστικής οργάνωσης PESThessaloniki, συμμετέχει σε μοντέλα προσομοίωσης Ηνωμένων Εθνών και μιλάει καλά  Αγγλικά. Αρθρογραφεί στην κατηγορία των Κοινωνικών.