Της Τζένης Βοζίκη,

Το Μουσείο Πόλεως των Αθηνών στεγάζεται σε δύο από τα πιο ιστορικά κτήρια της Αθήνας, στα οποία έχει κατοικήσει ο Όθωνας με την Αμαλία. Μπαίνοντας από την μικρή είσοδο σας καλωσορίζει ευδιάθετο το προσωπικό του μουσείου, ενώ νιώθεις να σε κυκλώνει μια συστάδα από πίνακες που χρονολογούνται από την εποχή συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Έτσι με το «καλησπέρα», όποιος και αν υπήρξε ο λόγος της επίσκεψης, αναβιώνουν μπροστά σας μνήμες, παραστάσεις και εικόνες της παλιάς Ελλάδας. Εμείς οι φίλες και οι φίλοι του OffLine Post, οι συντάκτες και οι συντάκτριες τους, οι αρθρογράφοι και οι συνεργάτες του βρεθήκαμε το απόγευμα της Παρασκευής 10 Μαΐου για την πολυαναμενόμενη διεξαγωγή της εκδήλωσης μας, σε συνεργασία με το ΚΕΔΙΣ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, για τα 100 χρόνια από την Απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, πιο συγκεκριμένα, στη Σμύρνη.

Υπό την επιβλητική παρουσία των τριών  καταξιωμένων ιστορικών επιστημόνων, ξεκίνησαν οι χαιρετισμοί. Ο κόσμος είχε πλαισιώσει την αίθουσα ασφυκτικά, ενώ όσοι έφθασαν αργότερα της έναρξης, παρακολουθούσαν όρθιοι με αμείωτο το ενδιαφέρον.

Την αρχή έκανε ο κ. Νικόλαος Ερμής, διευθυντής του OffLine Post απευθύνοντας εν συντομία χαιρετισμούς στον κόσμο που παρευρίσκονταν, στους ομιλητές αλλά και στο προσωπικό του Μουσείου που παραχώρησε την αίθουσα, από την πρώτη στιγμή που εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον και ήταν η αρχή για την υλοποίηση της ιδέας, που είχε αρχίσει να σχηματίζεται. Εισήγαγε γενικά το θέμα της εκδήλωσης, απαρίθμησε έναν-έναν τους ομιλητές με τις ειδικότητες τους και στη συνέχεια παραχώρησε το βήμα στον Πρόεδρο του Δ.Σ. του «Μουσείου Πόλεως των Αθηνών» – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία» και μέλος Δ.Σ. Ενώσεως Σμυρναίων, κύριο Αντώνιο Βογιατζής.

Με την σειρά του εκείνος μας μίλησε για το μουσείο, για την ίδρυσή του, σχετικά με την ονομασία του λέγοντας πως το «πόλεως» στην ονομασία έχει καθολική σημασία, πως το μουσείο επιθυμεί να στεγάζει την ιστορία του κόσμου, της ζωής όχι μόνο των Αθηνών ούτε μονάχα την ιστορία της πολιτικής. Μοιράστηκε μαζί μας και μια προσωπική ιστορία που αφορούσε τους προγόνους του που κατοικούσαν στη Σμύρνη, δείχνοντας μας και αντίστοιχους πίνακες που βρίσκονταν κρεμασμένοι στους τοίχους.

Επόμενος που απηύθυνε χαιρετισμό, ήταν ο κύριος Γεώργιος Αρχοντάκης, Πρόεδρος Δ.Σ. Ενώσεως Σμυρναίων. Ευχαρίστησε αρχικά τον πρόεδρο του Μουσείου, κύριο Βογιατζή, που μέσω αυτής της εκδήλωσης δίνεται σε εκείνον και σε όλους μας, όπως ανέφερε, η ευκαιρία να αποθέσουμε φόρο τιμής στους πρωταγωνιστές ενός ιστορικού γεγονότος που στάθηκε σημείο αναφοράς για όλους τους Έλληνες. Στη συνέχεια έθεσε ένα ιστορικό πλαίσιο που έχει την αρχή του στις 2 Μαΐου του 1919 -με το παλαιό ημερολόγιο- όπου με την απόβαση σηματοδοτείται η πνευματική απελευθέρωση των κατοίκων της Σμύρνης, καθώς και η προστασία τους, μετά από εκατοντάδες χρόνια καταπίεσης που δέχτηκε η Ελληνική μειονότητα από τους Τούρκους. Υποδέχτηκαν έτσι μετά Βαΐων και κλάδων, 18.000 Έλληνες που παρέλαυναν στην προκυμαία της πρωτεύουσας της Ιωνίας. Συγκεκριμένα ανέφερε πως οι γυναίκες τους έδιναν ροδοπέταλα και τους ράντιζαν με ανθόνερο.

Μετά από ένα συγκινητικό κλείσιμο όπου αναφέρεται στην καταστροφή του 1922, που έμελλε να στοιχίσει ζωές και να διώξει προς την Ελλάδα όσους επέζησαν,   η σκυτάλη δόθηκε στην πρώτη ομιλήτρια, την κυρία Κωνσταντίνα Μπότσιου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας, Διευθύντρια ΚΕΔΙΣ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και διευθύντρια της σειράς «Σύγχρονη Ιστορία» των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.

Αφού κι εκείνη ευχαρίστησε θερμά τον κύριο Βογιατζή και τον κ. Νικόλαο Ερμή για την πρωτοβουλία, καθώς και για την οργάνωση την εκδήλωσης, υπέβαλε τρεις βασικούς άξονες, πάνω στους οποίους στήριξε και ολόκληρη την ομιλία της.

  1. Γιατί πήγαμε εκεί, ποια ήταν τα κίνητρά μας, ποιες ήταν οι στρατιωτικές στοχεύσεις και ποια ήταν τα διαθέσιμα μέσα που επέτρεπαν μια αισιοδοξία για μία έκβαση θετικότερη από αυτή που είχαμε τελικά, δηλαδή την σφαγή και την καταστροφή;
  2. Ποιος φταίει: οι αντιβενιζελικοί, ο Βενιζέλος προσωπικά, οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, όλοι μαζί; Και τι μερίδιο ευθύνης αναλογεί στην κάθε πλευρά;
  3. Εκλογές Νοεμβρίου του 1920: Ποια ήταν τα συμφέροντα;

Προσπαθώντας, λοιπόν, για την βαθύτερη κατανόηση του κάθε ζητήματος, επιχείρησε να δώσει προσεγγίσεις σε κάθε ένα από αυτούς τους άξονες.

  1. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, αναφέρθηκε αρχικά στην ηθική υποχρέωση που υπήρχε. Η Ελλάδα ήταν ο μοχλός πίεσης από τις μεγάλες δυνάμεις έναντι της Τουρκίας, ωστόσο υπήρχε και το θέμα της διατήρησης της ελληνικότητας στη περιοχή της Σμύρνης, καθώς οι επιθέσεις στην ελληνική μειονότητα ήταν πολυάριθμες κι έτσι οι Έλληνες είχαν άμεσο συμφέρον από μία τέτοια δράση. Επιπλέον τέθηκαν και διπλωματικά ζητήματα διότι ήταν μια αποστολή που αφορούσε και αγγλικά συμφέροντα, αφού η απόβαση δεν απασχολούσε ξεκάθαρα και μόνο μια ελληνοτουρκική διαμάχη.
  2. Τότε υπήρχε έντονα η ανάγκη να αποδοθεί όσο πιο γρήγορα γίνονταν, δικαιοσύνη που είχε ως αποτέλεσμα την δίκη των 6, που τους προσαρτήθηκε η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ότι δηλαδή έγινε εν γνώση τους και σκοπίμως η καταστροφή, κι εκτελέστηκαν. Αυτό ήταν ξεκάθαρα αβάσιμο και άδικο, αλλά τότε δεν υπήρξε μαζική αντίδραση, μια και ο κόσμος ήταν περισσότερο ταραγμένος με την επερχόμενη άφιξη των προσφυγικών κυμάτων. Είχαν όμως οι αντιβενιζελικοί την αποκλειστική ευθύνη; Σύμφωνα με την κα. Μπότσιου, έφεραν βαριές ευθύνες, για την αμέλειά τους, γιατί δεν είχαν το πολιτικό θάρρος να σταματήσουν όταν έπρεπε. Θα έχαναν μεν την εξουσία, θα στιγματίζονταν ως ηττημένοι όμως θα γλιτώναμε την καταστροφή, την σφαγή και ο ελληνισμός δεν θα είχε υποστεί τόσο σημαντικές απώλειες.
  3. Το μένος απέναντι στον Βενιζέλο από την μεριά του Γούναρη ήταν μεγάλο. Ο διχασμός οξύνονταν και από τα δύο στρατόπεδα, ιδιαίτερα από την μεριά του Βενιζέλου προσπαθώντας ο καθένας να βρει το δίκιο του. Ωστόσο ίσως να πρέπει να είμαστε λίγο πιο εποικείς με τους προγόνους μας διότι τότε δεν ήξεραν ότι ένας δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος καραδοκούσε αλλά επίσης καλούνταν να πάρουν και πολύ κρίσιμες αποφάσεις σε τρομερά σύντομο χρονικό διάστημα.

Επόμενος στη σειρά ήρθε ο κος Θάνος Βερέμης, Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, εκθέτοντάς μας μια πολύ ενδιαφέρουσα οπτική μέσα από το ερώτημα: Νοσταλγία ή μεικτά συναισθήματα;

«Φυσικά ήταν μία τραγωδία για τους ντόπιους της Σμύρνης, σκοτώθηκαν, ξεριζώθηκαν, παρόλα αυτά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ανάσα που έδωσαν στην Ελλάδα όσοι κατάφεραν να επιζήσουν και να επιστρέψουν εδώ ως πρόσφυγες. Έφεραν μαζί τους εκτός από τον αέρα της τραγωδίας, τις τέχνες τους, τον πολιτισμό τους, ένα νέο κλίμα κι εν τέλη απορροφήθηκαν στην τότε υπάρχουσα κοινωνία με γρήγορους ρυθμούς.»

Όσον αφορά τώρα την δίκη των 6, σύμφωνα με τον κύριο Βερέμη θα έπρεπε, όπως είπε, να είναι η δίκη των 7, με έβδομο τον πρίγκιπα Ανδρέα (πατέρα του Φίλιππου της Αγγλίας) ο οποίος μέσω των βασιλικών γνωριμιών που διέθετε, διέφυγε στο εξωτερικό κακήν κακώς. Η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας δεν έστεκε αφού όπως μας αναφέρει, η Σμύρνη δεν είχε προλάβει να προσαρτηθεί στην Ελλάδα, επομένως δεν ήταν εθνικό έδαφος. Κατά την γνώμη του την ηθική ευθύνη λόγω παραλήψεων και αδιαφορίας την έχουν ο Αναστάσιος Παπούλας και ο Δημήτριος Γούναρης, τους οποίους αποκάλεσε χαρακτηριστικά «απαράδεκτους». Κατηγόρησε επίσης και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο για την ουδετερότητά του κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ θεώρησε την επιστροφή του μεγάλο λάθος τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και σε εθνικό αφού «δεν το έβαζε κάτω» παρόλο που ήταν εμφανής η ανεπάρκειά του.

Ο διχασμός του 1922 ήταν σχεδόν αναπόφευκτος, οι ίδιες οι ψυχικές ανάγκες των ανθρώπων τους οδήγησαν εκεί.

«Πρέπει να θυμόμαστε αυτή τη μέρα ως μια ημέρα καταστροφής αλλά και ευλογίας» κατέληξε ο Θάνος Βερέμης, πριν δώσει την σκυτάλη του λόγου στον τελευταίο ομιλητή της εκδήλωσης, τον κύριο Σωτήρη Ριζά, Διευθυντή Ερευνών του Κέντρου Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο ίδιος επικεντρώθηκε στο πως ο εθνικός διχασμός επηρέασε τις εξελίξεις στην Μικρά Ασία. Σε μία προσπάθεια απόκτησης καλύτερης οπτικής, μας μεταφέρει πίσω στην έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, το 1914 την χρονιά του πρώτου διωγμού, εκεί όπου οι συζητήσεις για ανταλλαγή πληθυσμών βρίσκονταν ήδη στο τραπέζι με σκοπό την διασφάλιση του ελληνισμού, με το υπουργείο εξωτερικών να πραγματοποιεί επικοινωνίες, χωρίς ωστόσο να γίνει τίποτε. Η έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου» αλλάζει τα γεωπολιτικά δεδομένα, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέρχεται στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και επομένως έτσι, ήταν αναγκαία η νέα οπτική στα δεδομένα. Η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης για την εξασθένιση της δύναμης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσω της Σμύρνης, μια ιδέα που ο Βενιζέλος αρχικά οικειοποιείται και στην συνέχεια αποκτά εμμονή μαζί της. Σε αντιδιαστολή μαζί του έρχεται ο Μεταξάς, ο οποίος με μια πιο λογική προσέγγιση σχετικά με την απόβαση στη Σμύρνη, διατυπώνει τα στρατιωτικά κενά και προβλήματα (1915).

Το 1918 ο πόλεμος λήγει και το ζήτημα του 1915 επανέρχεται στην επιφάνεια. Οι μεγάλες δυνάμεις βλέπουν την Ελλάδα ως ένα καλό, δυνατό χαρτί, με τον Βενιζέλο να έχει πίστη στην ικανότητα της Μεγάλης Βρετανίας για την υλοποίηση του εγχειρήματος που τόσο επιθυμεί. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ διαφορετική, αφού η Βρετανία έχει χάσει στην ισχύ της στον μεταπολεμικό χάρτη. Το 1920 λοιπόν με τον «φόβο» μίας αντιπαράθεσης με την Μεγάλη Βρετανία ο Γούναρης παρά τις αρχικές αμφιβολίες που εξέφραζε, αποφάσισε να μην πάει κόντρα και να θεωρεί πλέον την απόβαση στη Σμύρνη ως μια έξυπνη και συμφέρουσα συμφωνία με την Μεγάλη Βρετανία. Την ίδια στιγμή, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, Γάλλοι, Ιταλοί αλλά και κάποιοι Βρετανοί στρατιωτικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου χωρίς παρόλα αυτά να ακουστούν, ενώ ταυτόχρονα το Τούρκικο Εθνικό Κίνημα του Κεμάλ όλο και μεγάλωνει.

Ο κύριος Ρίζας αφήνει το βήμα δεχόμενος τα χειροκροτήματα του κόσμου. Έπειτα, ακολούθησαν ερωτήσεις, συζήτηση και τοποθετήσεις με την εκδήλωση μετά από σχεδόν 3 περίπου ώρες να λήγει επιτυχώς.

Το OffLine Post και το ΚΕΔΙΣ του Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου σας ευχαριστεί θερμά που παρευρεθήκατε.


Τζένη Βοζίκη
Γεννήθηκε στην Αθήνα πριν δεκαεννέα χρόνια αλλά σπουδάζει στα Γιάννενα. Λατρεύει τα ταξίδια, το διάβασμα, την ποίηση, το τραγούδι, τον χορό, την ζωγραφική, την φωτογραφία το γράψιμο και την επιμέλεια κειμένων. Της αρέσει να ασχολείται με πολλά γιατί της αρέσει να ζει.