Του Ραφαήλ Μπελενιώτη,

15 Μαΐου 1919

Η απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη αλλά και η έναρξη της Ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή, από την πρώτη κιόλας στιγμή είχαν στιγματιστεί από επεισόδιά. Με τις ελληνικές σημαίες να κυματίζουν κάτω από τον καυτό ήλιο κατά χιλιάδες στα μπαλκόνια και στις προκυμαίες αλλά και μέσα σε μια κατανυκτική εθνική συγκίνηση, οι νηοπομπές των ελληνικών πολεμικών πλοίων έπιαναν λιμάνι. Η απόβαση όμως του πρώτου ελληνικού  στρατιωτικού αγήματος κατέληξε σε ένοπλη σύρραξη όταν τμήματα του αγήματος πέρασαν μπροστά από τους Τούρκικους στρατώνες ανοίγοντας αδιακρίτως πυρ προς το Τούρκικο διοικητήριο, σπέρνοντας τον πανικό και στη συνέχεια συλλαμβάνοντας Τούρκους αξιωματικούς.

Οι ταραχές της σύρραξης της 16ης Μαΐου οδήγησαν σε προσωρινή κατάλυση της δημόσιας τάξης. Άτακτα μπουλούκια Τούρκων προέβαιναν σε αντίποινα προπηλακίζοντας Έλληνες, ενώ κάτοικοι διαφόρων εθνικοτήτων άδραξαν την ευκαιρία μέσα στο χάος και επιδόθηκαν σε πλιάτσικα λεηλατώντας σπίτια και μαγαζιά Τούρκων.

Η αντίδραση του Ελ. Βενιζέλου ήταν άμεση και κάθετη. Απαίτησε στρατοδικείο για τη παραδειγματική καταδίκη των υπαίτιων της σύρραξης και την ανάλογη τιμωρία τους. Μάλιστα δύο Έλληνες τουφεκίστηκαν και άλλοι καταδικάστηκαν, οι συγγενείς των θυμάτων αποζημιώθηκαν. Ο Βενιζέλος δεν είχε ακόμα ορίσει τον Στεργιάδη στη θέση του Ύπατου αρμοστή της Σμύρνης. Αλλά είχε ξεκαθαρίσει την πολιτική που θα ακολουθούσε ο Στεργιάδης: Η παγίωση των ελληνικών διεκδικήσεων στη Σμύρνη περνούσε μέσα από την εμπιστοσύνη των συμμάχων για την ικανότητα της Ελλάδας να φέρει εις πέρας το έργο της διοίκησης στη περιοχή της Σμύρνης μέσα σε ένα ιδιαίτερα ρευστό στρατιωτικό και διπλωματικό περιβάλλον. Η αμεροληψία, η ισότιμη αντιμετώπιση όλων των πολιτών ανεξαρτήτως εθνικότητας, ήταν από τα ελάχιστα αλλά και από τα βασικά που είχε εξαγγείλει ο Βενιζέλος από την αρχή.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1861. Είχε σπουδάσει νομικές επιστήμες στην Αθήνα ενώ έπειτα από την ολοκλήρωση των σπουδών του συνέχισε στην Ευρώπη μέχρι που επέστρεψε, έμπειρος και ικανός νομικός πλέον, να ξεκινήσει την καριέρα του στο τόπου όπου γεννήθηκε. Ο Στεργιάδης όμως ανέπτυξε και έντονη πολιτική δράση. Με τον Βενιζέλο γνωρίσθηκαν στο Κίνημα του Θερίσου στο οποίο ο Στεργιάδης συμμετείχε,  πρωτοστάτησε και φυλακίσθηκε από τους Άγγλους το 1905. Έπειτα με επιλογή του Βενιζέλου  υπήρξε Διοικητής Ηπείρου το 1917, καταφέρνοντας να πατάξει τη ληστεία που μάστιζέ τη περιοχή ενώ διετέλεσε και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου στο Ηράκλειο της Κρήτης.

«..ασταθής ως χαρακτήρας, συγχρόνως ιδιότροπος αλλά και ευέξαπτος»

Αυτά ήταν τα λόγια ενός δημοσιογράφου της Manchester Guardian ο οποίος και κατοικώντας στη Σμύρνη είχε προσωπικές επαφές με τον Στεργιάδη. Πλείστες ήταν οι αναφορές για τη προσωπικότητα και το ιδιόρρυθμο του χαρακτήρα του Στεργιάδη. Αναφορές ότι κυκλοφορούσε δημοσίως με μια βίτσα ή ότι απόπαιρνε αισχρά και υποτιμητικά  του Ιταλούς επίτηδες δημόσια, κυκλοφορούσαν μέσα στην Σμύρνη αλλά και έξω από αυτήν.

Πολλές αναφορές είχαν φτάσει στο πρωθυπουργικό γραφείο του  Βενιζέλου, κυρίως μηνύματα αγανάκτησης προς το πρόσωπο του. Όμως ο Βενιζέλος παρέμενε αμετάπειστος πάνω στο ότι ο Στεργιάδης ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για το έργο της αρμοστείας. Αντίθετη άποψη όμως είχε ο κλήρος και ιδιαίτερα τα ανώτερα κλιμάκια του.

Ο κλήρος με επιτομή τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο συνεχώς παρέμβαινε με πολιτικούς λόγους στο ποίμνιο του διεκδικώντας τον διπλό θρησκευτικό και πολιτικό ρόλο του. Οι επιθυμίες του κλήρου αυτές ερχόντουσαν σε πλήρη αντίθεση με τις Βενιζελικές διαταγές και πολιτικές, μιας και δυναμίτιζαν άνευ λόγου και αιτίας το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων ομογενών στη Σμύρνη σε μια κρίσιμη περίοδο στην οποία το κάθε περιστατικό βάραινε αναλόγως το διεθνές τοπίο. Ο Στεργιάδης πιστός στην πολιτική του Βενιζέλου για τη Σμύρνη ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο και σε κανέναν βαθμό στις επιθυμίες του Χρυσόστομου και των παρ’ αυτού κληρικών.

Όμως η εκκλησία δεν ήταν η μόνη που δυσαρεστήθηκε με την τοποθέτηση του Αριστείδη στην θέση της Ύπατης Αρμοστείας. Ο Στεργιάδης δεν προερχόταν από τον στενό κομματικό σωλήνα του κόμματος των Φιλελευθέρων, όπως επίσης και δεν βρέθηκε ποτέ σε κανέναν κομματικά υψηλό αξίωμα. Μάλιστα, ο ίδιος ο Στεργιάδης αρνήθηκε την πρόταση της Αρμοστείας, μάλλον με επίγνωση των δυσκολιών του εγχειρήματος, αλλά η εμμονική προσκόλληση του Βενιζέλου στο πρόσωπο του εν τέλει τον έπεισε. Ίσως και να ήταν οι δυσκολίες αυτές οι οποίες έπεισαν τον Βενιζέλο για την καταλληλότητα  του Στεργιάδη. Έντονες λοιπόν ήταν και οι εσωκομματικές δυσαρέσκειες αλλά πιο ήπιων τόνων.

Έπειτα οι εντολές του Βενιζέλου για ίση μεταχείριση όλων των εθνικοτήτων έφερε τον Στεργιάδη «απέναντι» στην παλιά φρουρά της δημογεροντίας. Ο Στεργιάδης προσπαθούσε να πείσει έμπρακτα το αλλοεθνές στοιχείο ότι η Ελληνική παρουσία στη Σμύρνη δεν είχε μορφή κατακτητική αλλά διαχειριστική και ως εκ τούτου όλοι οι πληθυσμοί θα ζούσανε ισότιμα.  Αυτό δυσαρέστησε τους τοπικούς ελληνικούς- Σμυρναϊκούς μεγαλοπαράγοντες οι οποίοι μέσα από την στρατιωτική παρουσία της Ελλάδος απέβλεπαν σε μια ευνοϊκή υποστήριξη. Το αποτέλεσμα ήταν να τον κατηγορήσουν για εξόφθαλμη φιλοτουρκική στάση και μεροληψία.

Tέλος η στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε και αυτή σε τριβές με τον Στεργιάδη. Φυσικά η πολιτική (Αρμοστεία) και η στρατιωτική ηγεσία της Σμύρνης είχαν διαφορετικές προτεραιότητες και στόχους. Από τη μια τα διπλωματικά καθήκοντα της αρμοστείας απαιτούσαν από εκείνη να μπορεί να ελίσσεται και να αποσβένει τις συγκρούσεις και να αποφεύγει τις ρήξεις και τις απόλυτες λύσεις στο δύσκολο έργο της εύρυθμης διοίκησης. Ο Στεργιάδης έπρεπε να οικοδομήσει μια θετική εθνική εικόνα για την Ελλάδα στους συμμάχους και ιδιαίτερα στους Ιταλούς. Ο στρατός όμως όφειλε να επεμβαίνει για να διατηρεί την έσχατη στιγμή την ασφάλεια και τη συνοχή χωρίς ιδιαίτερα λεπτούς τρόπους και δίχως προσοχή. Δεν ήταν λίγες λοιπόν οι φορές, στις οποίες ο Στεργιάδης παρέκαμπτε την τοπική στρατιωτική ηγεσία και αναζητούσε εντολές απευθείας από τον Βενιζέλο ή και ακύρωνε κινήσεις του στρατεύματος με απευθείας  ντιρεκτίβες από την Αθήνα. Η ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στον στρατό και την πολιτική ηγεσία στη Σμύρνη, ήταν ένα δύσκολο παιχνίδι νεύρων σε μια νευρασθενή περιοχή.

Ο Στεργιάδης βέβαια δεν έκανε άλλο πράγμα από το να προσπαθεί να κάνει πράξη τις πολιτικές του Ελ. Βενιζέλου. Με τα δραματικά γεγονότα να επισκιάζουν την άφιξη του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, έπρεπε όσο ποτέ άλλοτε να αποδειχθεί ότι ο ελληνικός στρατός θα δρούσε στη περιοχή τόσο σαν εγγυητής της σταθερότητας και προστάτης όλων των ανθρώπων ανεξάρτητου φυλής και εθνικότητας  αλλά και πως θα έφραζε την ανάπτυξη των Νεότουρκων του Κεμάλ, κρατώντας τους εκτός Σμύρνης και αναχαιτίζοντας τους. Το τελευταίο ειδικά υποτιμήθηκε τόσο από τον Βενιζέλο όσο και από τον Στεργιάδη. Ο Ελ. Βενιζέλος είναι γνωστό πως υποτίμησε την ανάπτυξη του Τούρκικου εθνικιστικού κινήματος του Κεμάλ, σε τέτοιο βαθμό που δεν το συμπεριελάμβανε στις διεθνείς διαπραγματεύσεις του με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Για να τα πραγματοποιήσει όμως όλα τα παραπάνω ο Στεργιάδης  αναδιοργάνωσε την διοίκηση ενώ δεν δίστασε να δώσει καίρια πόστα και θέσεις της αρμοστείας σε ικανούς κατοίκους της Σμύρνης ανεξαρτήτου καταγωγής.

Καταστροφή

Ενώ ο ελληνικός στρατός συνέχιζε την παρουσία του στη Σμύρνη στις 10 Αυγούστου του 1920 υπογράφθηκε η Συμφωνία των Σεβρών, η οποία θεωρήθηκε ένα βήμα πριν την παγίωση των διεκδικήσεων της Ελλάδας στη Σμύρνη.

Ο Βενιζέλος επιστρέφοντας θριαμβευτής στην χώρα του, κήρυξε εκλογές, σίγουρος για το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο ενθουσιασμός Βενιζελικών και των Φιλελεύθερων όμως επισκίαζε την πραγματική λαϊκή δυσαρέσκεια των Ελλήνων για την συνέχιση του πολέμου στη Μικρά Ασία. Ο πόλεμος είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρός για τα δημόσια ταμεία, ενώ και οι οικογένειές των εμπόλεμων δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκεια τους.

Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό για το Βενιζελικό στρατόπεδο. Αθετώντας τις προεκλογικές υποσχέσεις τους για τερματισμό του πολέμου στη Μικρά Ασία οι αντιβενιζελικές δυνάμεις ουσιαστικά συνέχισαν τις επιχειρήσεις.

Αντικατέστησαν όμως όλους του Βενιζελικούς αξιωματικούς, ενώ γύρω στους 500 Βενιζελικούς που δεν καθαιρέθηκαν, παραιτήθηκαν από μόνοι τους. Το ελληνικό στράτευμα άρχισε να χάνει τη συνοχή του.

Η νέα πολιτική ηγεσία επέλεξε την επιθετική τακτική και την ανάπτυξη προς τον Σαγγάριο ποταμό ξεπερνώντας τα όρια της Συμφωνία των Σεβρών. Το 1921 δόθηκαν σκληρές μάχες με τον Ελληνικό στρατό να σημειώνει σημαντικές απώλειες. Ο Κεμάλ δυνάμωνε τόσο στρατιωτικά, με τη σύναψη συμμαχιών με τη νεαρή Σοβιετική Ένωση όσο και πολιτικά στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη Αυγούστου, έγινε γνωστό στη Σμύρνη για τη διάσπαση του πολεμικού μετώπου Αφιόν Καραχισάρ και τη συνακόλουθη ελληνική υποχώρηση. Στη Σμύρνη έφταναν εξαθλιωμένη και πληγωμένοι φαντάροι. Ο τρόμος της καταστροφής είχε καταβάλει τις ψυχές των Ελλήνων και ο πανικός δεν άργησε να ξεχυθεί στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης.

Την πρώτη Σεπτεμβρίου ο Στεργιάδης ξεκίνησε τις διαδικασίες εκκένωσης. Απέστειλε επείγουσες και απόρρητες  επιστολές σε όλους τους αντιπροσώπους της ελληνικής διοίκησης με ρητές διαταγές να συσκευάσουν και να σφραγίσουν τα αρχεία των γραφείων τους και έπειτα να ετοιμαστούν και οι ίδιοι για αναχώρηση. Το τέλος ζύγωνε. Τα πρώτα καΐκια είχαν αρχίσει να αποπλέουν από τη Σμύρνη. Φορτωμένα με οικογένειες τραπεζικών υπαλλήλων και αξιωματούχων, οι οποίοι έστελναν τους ανθρώπους τους στα κοντινά νησιά. Οι υπόλοιπες υπηρεσίες υπό την σκιώδη επίβλεψη του Στεργιάδη συσκεύαζαν όλα τα έγγραφα τους και αποχωρούσαν πάραυτα.

Σε αντίθεση με ότι ακούστηκε κατά καιρούς ο Στεργιάδης ήταν ο τελευταίος Έλληνας και υπάλληλος του Ελληνικού κράτους ο οποίος εγκατέλειψε τη Σμύρνη. Σύμφωνα με μαρτυρίες συναδέλφων του, σκυφτός και κουρασμένος με σφιχτοκουμπωμένο παλτό επιβιβάστηκε σε ένα Βρετανικό πολεμικό σκάφος και ξεκίνησε για τη Ρουμανία. Πέθανε στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα δεν επέστρεψε ποτέ ξανά  και δεν ανέλαβε κανένα δημόσιο αξίωμα. Αυτοεξορίστηκε και για τα υπόλοιπά 27 χρόνια της ζωής του έζησε μόνος, στη Νότια Γαλλία. Ποτέ του δεν απάντησε σε κατηγορίες περί προδοσίας ή και συνωμοσίας, κατηγορίες που εκείνη την εποχή μετά την τραγωδία προσάπτονταν με το κιλό στον καθένα. Εντάσσεται, όμως, στο πλαίσιο εύρεσης ενόχων για την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Βενιζέλος δεν υπερασπίσθηκε ποτέ δημόσια τον άνθρωπο που ο ίδιος είχε επιλέξει να ενσαρκώσει το Ελληνικό κράτος στη Σμύρνη. Ούτε ο Αριστείδης Στεργιάδης καταδέχθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έκτοτε η Ελλάδα δεν ξανά άκουσε το όνομα του.


Πηγές:

  • H ιστορία της Μικρά Ασίας, Εκστρατεία και Καταστροφή, 1919 – 1922, Ελευθεροτυπία στο Η Ελληνική Κυριαρχία στη Σμύρνη. Η Βιογραφία του Α. Στεργιάδη, Τομ. 6, σ. 56-72.
  • Γιώργος Α. Γιαννακόπουλος «Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Το Χρονικό της Μικρασιατικής περιπέτειας 1919-1922, σ. 83-94.
  • Κωνσταντίνος Σβολόπουλος , Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945, Αθήνα, Εστία, σ. 75.
  • Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Νεότερης Ελλάδος, τομ ΧΙΙΙ, Αθήνα, σ.499

Ραφαήλ-Νικόλαος Μπελενιώτης, Αρχισυντάκτης Έκδοσης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με κατεύθυνση στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Έχει λάβει μέρος σε πολλά σεμινάρια γύρω από την εθνική ασφάλεια και άμυνα ενώ αρέσκεται στο να αποκωδικοποιεί την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα μέσω της αρθρογραφίας.