Του Γεωργίου Κωστόπουλου,

Οι βουλευτικές εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985 αποτέλεσαν τη συνέχεια της προηγηθείσας τομής στο ελληνικό πολιτικό σύστημα που έγινε τέσσερα χρόνια νωρίτερα το 1981. Στις εκλογές αυτές το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Παπανδρέου κατάφερε να αποσπάσει για δεύτερη συνεχή φορά την μερίδα του λέοντος, τερματίζοντας πρώτο στην εκλογική μάχη, κάτι που έγινε αντιληπτό ως ανανέωση της εμπιστοσύνης του λαού προς την πρώτη περίοδο διακυβέρνηση του Κινήματος.

Η προεκλογική περίοδος του 1985 μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο πολωμένες στα χρονικά της μεταπολίτευσης. Το κλίμα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων και δημοφιλέστερων κομμάτων, του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και της Νέας Δημοκρατίας είχε φθάσει σε επίπεδα ακραίου ανταγωνισμού και βαθύτατης πόλωσης, με τον λαό να ακολουθεί το ρεύμα της εποχής και να μοιράζεται στα δύο αυτά κομματικά στρατόπεδα.

Παράγοντες όπως η εκλογή Σαρτζετάκη (ανακριτή κατά την δίκη για τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από το παρακράτος της Δεξιάς) στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας, καθώς και η ανάληψη της ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που είχε διαδεχθεί τον Ευάγγελο Αβέρωφ τον Σεπτέμβριο του 1984, έδωσαν στην προεκλογική μάχη την απαραίτητη ώθηση, ώστε να ξεφύγει από κάθε φυσιολογικό επίπεδο.

Φαινόμενα όπως οι τεραστίων διαστάσεων προεκλογικές συγκεντρώσεις, όπου οι δύο ηγέτες πραγματοποιούσαν ομιλίες μπροστά σε χιλιάδες υποστηρικτές που ανέμιζαν σημαίες και πανό των κομμάτων τους, ο θεσμός των ‘’πράσινων’’ και ‘’γαλάζιων’’ καφενείων που εξυπηρετούσαν μόνο τους οπαδούς των αντίστοιχων κομμάτων, καθώς και εικόνες αυτοκινήτων και λεωφορείων στολισμένα με τις σημαίες των δύο μεγάλων κομμάτων έδωσαν στις εκλογές του ’85 έναν μοναδικό χαρακτήρα που παρόμοιο της δεν έχουμε συναντήσει άλλη φορά στην Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα της κάλπης παγίωσε και επιβεβαίωσε την κυριαρχία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το οποίο πέτυχε να ξανακερδίσει την πρώτη θέση, δικαιώνοντας, σύμφωνα με το εκλογικό αποτέλεσμα, τις πολιτικές Παπανδρέου της περιόδου 1981-1985. Συγκεκριμένα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έλαβε το 45,82% των ψήφων και 162 έδρες, με τη Νέα Δημοκρατία να έρχεται δεύτερη με ένα ποσοστό της τάξης του 40,85% και 126 έδρες. Στη τρίτη θέση ακολούθησε, όπως αναμενόταν, το Κ.Κ.Ε. του Χαρίλαου Φλωράκη που συγκέντρωσε το 9,89% και 12 έδρες, ενώ στην τέταρτη θέση ήρθε το Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού του Λεωνίδα Κύρκου, που στη δεύτερη αυτόνομη κάθοδο του στις εκλογές συγκέντρωσε το 1,84% και εξέλεξε έναν βουλευτή.

Οι παράγοντες που οδήγησαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για δεύτερη συνεχή φορά στην εξουσία αμφισβήτησαν ανοιχτά την γενική εικόνα που είχε σχηματισθεί από πλευράς των αντιπάλων του Κινήματος. Η αθέτηση των υποσχέσεων Παπανδρέου για άμεση έξοδο από την τότε Ε.Ο.Κ. και το ΝΑΤΟ θεωρούνταν κρίσιμης σημασίας για την αντιπολίτευση που εκτόξευε κατηγορίες στην κυβέρνηση ότι εκλέχθηκε βασισμένη σε ψευδείς και ανέφικτες υποσχέσεις προς τον ελληνικό λαό. Ωστόσο, το γεγονός ότι απέναντι από τον Παπανδρέου βρισκόταν ο Μητσοτάκης, ξύπνησε μνήμες από την λεγόμενη αποστασία του 1965, με αποτέλεσμα τμήμα του δημοκρατικού Κέντρου και πρώην υποστηρικτές της πάλαι ποτέ Ένωσις Κέντρου να στηρίξουν τον Παπανδρέου μόνο και μόνο για να μην επικρατήσει ο Μητσοτάκης.

Επιπλέον, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης με νόμο του ψήφισε η Βουλή το 1982, καθιερώνοντας ως Ημέρα Επετείου της Εθνικής Αντίστασης την 25η Νοεμβρίου, ημέρα της ανατίναξης της Γέφυρας του Γοργοποτάμου και η εκλογή Σαρτζετάκη, που αναφέραμε προηγουμένως, στην Προεδρεία της Ελληνικής Δημοκρατίας, συσπείρωσε μεγάλο μέρος της Αριστεράς και του Κέντρου γύρω από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ώστε να μην γίνει παλινόρθωση της Δεξιάς.

Από την πλευρά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας, η ανάληψη της ηγεσίας από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη έδωσε έναν διαφορετικό τόνο στα τότε δεδομένα του κόμματος. Η στροφή της Νέας Δημοκρατίας σε θέσεις που υποστήριζαν την σταδιακή εισαγωγή ενός νέο- φιλελεύθερου μοντέλου τόσο στην πολιτική, όσο και στην οικονομία, τον περιορισμό του Κράτους και των πολιτικών πρόνοιας, την απελευθέρωση των δυνάμεων της ελεύθερης και ακηδεμόνευτης αγοράς με ταυτόχρονα λιγότερη κρατική παρέμβαση, καθώς και η επιθυμία ιδιωτικοποίησης των δημοσίων επιχειρήσεων, οδήγησαν τη μεγαλύτερη μερίδα του λαού σε πιο παγιωμένες και σίγουρες πολιτικές επιλογές και μακριά από μοντέλα οικονομικής διακυβέρνησης που θύμιζαν το παράδειγμα της Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία.

Συμπερασματικά, οι βουλευτικές εκλογές του 1985 στερέωσαν και θεμελίωσαν την ‘’Αλλαγή’’ που έλαβε χώρα πριν από τέσσερα χρόνια, το 1981. Η νέα επικράτηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. απέδειξε πως η νίκη του ’81 δεν ήταν ένα πολιτικό πυροτέχνημα ή μια τιμωρητική ψήφος κατά της Νέας Δημοκρατίας, αλλά μια αυθόρμητη και συνειδητή επιλογή του εκλογικού σώματος προς ένα πιο ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα.

Η ακραία πόλωση της εποχής εκείνης στιγμάτισε την ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του ’80 και του ’90 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην γιγάντωση του φαινομένου του δικομματισμού. Όπως και να έχει πάντως, η Ελλάδα σε μια εποχή κρίσιμη μιας που ο Ψυχρός Πόλεμος έφτανε στα όρια του και το μοντέλο της Σοβιετικής Ένωσης περνούσε κρίση ταυτότητας, πέτυχε να σπάσει συντηρητικά δεσμά δεκαετιών και να γίνει πιο ανοιχτή και ριζοσπαστική μέσα στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, της οποίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν αναπόσπαστο μέλος.


Γιώργος Κωστόπουλος

Απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το διάστημα αυτό σπουδάζει Δημοσιογραφία και ΜΜΕ σε ιδιωτικό Ινστιτούτο εκπαίδευσης. Έχει προηγούμενη εμπειρία στην αρθρογραφία καθώς την περίοδο 2016-2017 υπήρξε αρθρογράφος για διάφορα site ποικίλης ύλης, ενώ από τις αρχές του 2018 είναι ιδρυτής και διαχειριστής ενημερωτικού group αθλητικού περιεχομένου στα social media. Από ξένες γλώσσες γνωρίζει αγγλικά.