Της Αθηνάς Σωτηρίου,

Το παλαιστινιακό ζήτημα εντοπίζεται για πρώτη φορά περίπου στο 1917 όταν και υπογράφηκε η συνθήκη Balfour (στο εξής «Συνθήκη») από τον βρετανό υπουργό εξωτερικών, με τη οποία υπόσχεται στους Ισραηλινούς την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους στα εδάφη της Παλαιστίνης και ταυτόχρονα υποβάλλει την Παλαιστίνη σε καθεστώς εντολής (νομικό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο χώρες μέλη της Κοινωνίας των Εθνών αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση των πρώην Γερμανικών και Οθωμανικών αποικιών μετά την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Με βάση την Συνθήκη αυτή την περίοδο 1920- 1948 σημειώθηκε μαζική μετακίνηση εβραϊκού ισραηλινού πληθυσμού στην Παλαιστίνη. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως μεταξύ 1922 -1935 ο εβραϊκός πληθυσμός στην Παλαιστίνη, αυξήθηκε από 9% σε 27% περίπου. Παρότι η Συνθήκη επέβαλλε τον σεβασμό των θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μη εβραϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης, εντούτοις έδινε την δυνατότητα αυτονομίας των  Εβραίων σε βάρος των Παλαιστινίων.

Με τον πόλεμο των έξι ημερών που ξέσπασε το 1967 μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του, Αίγυπτος, Ιορδανία, Συρία, το έδαφος του Ισραήλ τριπλασιάστηκε αφού με το τέλος του πολέμου, κατέλαβε την Λωρίδα της Γάζας, την χερσόνησο του Σινά, την δυτική όχθη του Ιορδάνη ποταμού και τα υψώματα Γκολάν και πολλοί Παλαιστίνιοι βρέθηκαν υπό κατοχή. Σύμφωνα με το ψήφισμα 181 του ΟΗΕ τα εδάφη αυτά (δυτική όχθη Ιορδάνη ποταμού και η Ιερουσαλήμ) προορίζονταν για την δημιουργία Παλαιστινιακού κράτους. Το Διεθνές Δικαστήριο ξεκαθάρισε σχετικά με τη κατάληψη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, της Ιερουσαλήμ και της λωρίδας της Γάζας πως σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ και ειδικά τη Διακήρυξη Φιλικών Σχέσεων του 1970 η απόκτηση εδαφών με την απειλή ή χρήση βίας είναι σε κάθε περίπτωση παράνομη.

Παράλληλα στο ψήφισμα 476 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ υπογραμμίζεται και πάλι πως το Ισραήλ οφείλει να απελευθερώσει τα Αραβικά εδάφη που κατέχει από το 1967 και πως η απόκτηση εδαφών με τη χρήση βίας είναι παράνομη. Μέχρι σήμερα, όλες οι προσπάθειες συμφωνίας Ισραήλ – Παλαιστίνης για το τελικό καθεστώς της Δυτικής Όχθης, έχουν αποτύχει και το Ισραήλ συνεχίζει να είναι η κατέχουσα δύναμη στην περιοχή χωρίς να έχει επιχειρήσει προσάρτησή της. Το 1993 με την συμφωνία του Όσλο δημιουργείται η οργάνωση για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης (γνωστή ως PLO), αποφασίζεται η αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας και η ταυτόχρονη αναγνώριση του δικαιώματος των παλαιστινίων να ελέγχουν τις περιοχές αυτές με τη δημιουργία της Παλαιστινιακής Αρχής. Ωστόσο το Ισραήλ συνέχισε τη στρατιωτική κατοχή αυτών των περιοχών

Την κατάληψη αυτή ακολούθησε ο εποικισμός των καταληφθεισών περιοχών με Εβραίους ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση κατοχής. Ο εποικισμός θεωρείται μία από τις σημαντικότερες παραβιάσεις του πολεμικού δικαίου και απαγορεύεται άμεσα από το άρθρο 49.6 της τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης και η απαγόρευση είναι απόλυτη, δηλαδή δεν επιδέχεται εξαιρέσεις. Με τον εποικισμό παραβιάζονται τόσο ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε γη που χρησιμοποιήθηκε από το Ισραήλ για την δημιουργία εβραϊκών οικισμών όσο και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της Παλαιστίνης.

Παραβίαση του διεθνούς δικαίου αποτελεί και η κατασκευή του τείχους το 2002 εκ μέρος των Ισραηλινών κατά μήκος της δυτικής όχθης και της Γάζας. Παρότι κατασκευάστηκε για λόγους ασφαλείας (π.χ. για να μην διέρχονται βομβιστές αυτοκτονίας στο Ισραήλ) με την κατασκευή του τείχους δημιουργούνται τρία βασικά προβλήματα: 1) η κατασκευή αυτή θεωρήθηκε ως μονομερής ενέργεια του Ισραήλ ώστε να δημιουργήσει ένα τελικό σύνορο με την ταυτόχρονη καταπάτηση της Δυτικής Όχθης 2) με την κατασκευή κατασχέθηκε ιδιωτική γη και 3) αποτέλεσε εμπόδιο για τους ιδιοκτήτες να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις ιδιοκτησίες τους στα δυτικά του. Με την γνωμοδότηση για το Τείχος (09.07.2014), το Διεθνές Δικαστήριο καταδίκασε την κατασκευή του ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Συγκεκριμένα έκρινε πως παραβιάζεται η άσκηση μίας σειράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων με σημαντικότερη την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης μετακίνησης. Επίσης προκλήθηκε παρακώλυση ελευθερίας εργασίας, υγείας, μόρφωσης και υποβάθμιση επιπέδου ζωής των κατοίκων της περιοχής (Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Πολιτικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα) καθώς και παραβίαση του συμφώνου για τα δικαιώματα του παιδιού και παραβίαση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση.

Αναφορικά με την αυτοδιάθεση, πρέπει να αναφέρουμε πως τα δικαίωμα της Παλαιστίνης στην αυτοδιάθεση ξεκίνησε να παραβιάζεται ήδη από το 1917 και την υπογραφή της Σύμβασης, τόσο με την μαζική μετακίνηση εβραϊκού πληθυσμού που αλλοίωνε το δημογραφικό στοιχείο της περιοχής όσο και με την συνακόλουθη κατασκευή του τείχους, την κατάληψη περιοχών της Παλαιστίνης από τους Ισραηλινούς καθώς και τον εποικισμό (ζητήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω)  και την δημιουργία ειδικού καθεστώτος για τους Παλαιστίνιους. Η Παλαιστίνη μπορούσε να διεκδικήσει την αυτοδιάθεση της καθώς αποτελούσε αποικιακό λαό, ωστόσο το 1917 το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση δεν είχε διεθνή νομική αναγνώριση μέχρι το 1922 οπότε η πράξη της δεν θα είχε νομική ισχύ. Πλέον, εμπόδιο στην διεκδίκηση του δικαιώματος αυτού αποτελεί η άρνηση αναγνώρισης της ως ανεξάρτητο κράτος εκ μέρους του Ισραήλ, το οποίο ισχυρίζεται ότι η απόφαση για την αυτοδιάθεση της Παλαιστίνης, εναπόκειται αποκλειστικά στην απόφαση του να διαπραγματευθεί όρους ειρήνης και πως καμία μονομερής ενέργεια και απόφαση του ΟΗΕ δεν θα την επιφέρει.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΗΕ αναβάθμισε στις 29 Νοεμβρίου το 2012 την Παλαιστίνη σε καθεστώς παρατηρητή ανάλογο με εκείνο που διαθέτει το Βατικανό.“Δεν μπορεί να υπάρχει υποκατάστατο στις διαπραγματεύσεις”, δήλωσε ο τότε Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Ban Ki-moon, ο οποίος προέδρευσε της Συνέλευσης που υιοθέτησε την παραπάνω απόφαση. Η οποία ήταν προνόμιο των κρατών-μελών, όπως ο ίδιος τόνις. Παράλληλα εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η Παλαιστίνη έχει νόμιμο δικαίωμα στην ανεξαρτησία, όπως και το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να ζει σε καθεστώς ειρήνης και ασφάλειας (United Nations, 2012).

 Με τον τρόπο αυτό η Παλαιστίνη θα μπορέσει μεταξύ άλλων να διεκδικήσει το δικαίωμα προσφυγής στο ποινικό δικαστήριο εναντίον του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά ο ΟΗΕ αδυνατεί να αναγνωρίσει την Παλαιστίνη ως οντότητα λόγω της στρατιωτικής επιβολής των Ισραηλινών όλα αυτά τα χρόνια και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο περιορίστηκε στην απόδοση καθεστώτος παρατηρητή. Ο συνεχής εποικισμός της Παλαιστίνης από Ισραηλινούς στοχεύει στην δημογραφική μεταβολή της περιοχής έτσι ώστε να αποτελέσουν οι Παλαιστίνιοι μειονότητα και να εμποδιστεί το αίτημα τους για αυτοδιάθεση.

Σήμερα παρότι έχει περάσει μισός αιώνας το Παλαιστινιακό ζήτημα δεν έχει λυθεί. Μάλλον χειροτερεύει θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε εάν λάβουμε υπόψιν  το γεγονός πως επικρατεί ακόμα εμπόλεμη κατάσταση και το γεγονός ότι η Αμερική ανακήρυξε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Τα γεγονότα αυτά αποτελούν ταφόπλακα σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης της Παλαιστίνης. Όπως ισχυρίστηκε ο David Makovsky: ο κόσμος ζει ακόμα την έβδομη ημέρα του πολέμου των έξι ημερών.


Πηγές

  • Το δίκαιο της διεθνούς κοινωνίας: Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας
  • www.actionaid.gr> media >report>Palestine

Αθηνά Σωτηρίου

Γεννήθηκε στην Ηγουμενίτσα το 1997 και είναι προπτυχιακή φοιτήτρια της Νομικής σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ). Έχει συμμετάσχει σε διάφορες προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών και στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τον χορό.