Του Γιάννη Βασιλόπουλου,

Είναι συχνό φαινόμενο να διακρίνονται άτομα σε χώρους όπου έχει δραστηριοποιηθεί προηγουμένως η οικογένειά τους ή σε δραστηριότητες που μπορούν να υποστηριχθούν οικονομικά από αυτήν. Οι περιπτώσεις, φυσικά, είναι πολύ περισσότερες από αυτές που γνωρίζει ο μέσος άνθρωπος, αλλά ακόμα κι ένας ανυποψίαστος μπορεί να νιώσει, για λόγους που ίσως δεν καταλαβαίνει εκείνη τη στιγμή, αποκλεισμένος από το περιβάλλον στο οποίο θέλει να δραστηριοποιηθεί, είτε αυτό πρόκειται για την ακαδημία, είτε για τον χώρο της μουσικής, του θεάτρου, της τηλεόρασης, της επιστήμης. Μέσα σε ένα ανάλογο πλαίσιο, όταν στα δεκατέσσερά μου χρόνια συνέλαβα για πρώτη φορά την ιδέα του να γίνω στιχουργός, ήρθα αμέσως αντιμέτωπος µε αυτές τις σκέψεις και αυτό το αίσθημα αποκλεισμού.

Θυμάμαι σαν και τώρα να βρίσκομαι στο σαλόνι του πατρικού μου, ακούγοντας μουσική και αναρωτώμενος πως, όσο κι αν θα ήθελα να γίνω κι εγώ σαν τους στιχουργούς των τραγουδιών που ακούω, ποιος άραγε θα χρειαζόταν έναν ακόμα στιχουργό σήμερα; Ήταν λες και κάθε θέση, για οποιαδήποτε ασχολία, είτε είναι «καλυμμένη» ήδη, είτε είναι προδιαγεγραμμένη η κάλυψή της – και φυσικά όχι προδιαγεγραμμένη για μένα. Η ερώτηση, βέβαια, εκείνη την περίοδο ήταν ακόμα ρητορική, καθώς τότε δεν είχα γράψει ούτε στίχο, παρά μόνο φαντασιωνόμουν ένα μέλλον όπου πράγματι θα έγραφα. Αλλά αυτό σύντομα επρόκειτο να αλλάξει.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2013, κατά τη γνωριμία μου με μια νέα φίλη, ήρθε η συζήτηση στα ενδιαφέροντα του καθενός. Εκείνη τραγουδούσε και έκανε τα πρώτα της βήματα στη μουσική, παρέα με έναν νέο στιχουργό και έναν συνθέτη, κι εγώ είχα μόλις αρχίσει να γράφω τους πρώτους μου στίχους. Της έστειλα ορισμένες απόπειρες και απάντησε πολύ ενθαρρυντικά, προτείνοντάς μου να συμμετάσχω στην ακρόαση δημιουργών που διοργανωνόταν εκείνο το διάστημα από τις Εκδόσεις της Μικρής Άρκτου. Η διορία δήλωσης συμμετοχής έληγε σε λίγες ώρες, όπως επίσης σε λίγες ώρες έγραφα μαθηματικά για τις τελικές εξετάσεις της τρίτης Γυμνασίου. Η προτεραιότητα δόθηκε στο προφανές: πέρασα εκείνο το βράδυ γράφοντας νέους στίχους, το βιογραφικό μου, ετοιμάζοντας τον φάκελό μου για την ακρόαση. Το πρωί της επόμενης, έχοντας ξαγρυπνήσει περιμένοντας, κατευθύνθηκα στο ταχυδρομείο με μία αίσθηση υπέρβασης.

Είχα υπερβεί καταρχάς το πρόγραμμα των εξετάσεων, αλλά είχα υπερβεί κυρίως τον φόβο μου, την δειλία μου, την εσωστρέφειά µου. Η εικόνα του «εγώ και ο εαυτός μου» που είχε κυριαρχήσει ως τότε στη ζωή μου, η βαθιά ενδοσκόπηση κατά τα πρώτα εφηβικά χρόνια και η επακόλουθη μελαγχολία, θλίψη και ασφυξία τους, δεν ήταν πια αδιαπέραστα. Οι λέξεις έγιναν οι σύμμαχοί μου στη ζωή, αλλά με έφεραν και κοντά σε πραγματικούς συνοδοιπόρους. Η διάκριση στην Ακρόαση της Μικρής Άρκτου και το καλωσόρισμα στην εταιρεία από τον ποιητή και εκδότη Παρασκευά Καρασούλο σύντομα ακολουθήθηκαν από την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, τους Αδιανόητα Διαφορετικούς (2013), των πρώτων μου τραγουδιών στην 4η Ακρόαση της Μικρής Άρκτου (2014) αλλά και ενός παιδικού δίσκου που συνυπογράψαμε με τον Παρασκευά και μελοποίησε ο Γιώργος Ανδρέου, η Δήμητρα Γαλάνη, η οποία και ερμήνευσε ένα κομμάτι, μεταξύ των Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Δήμητρας Σελεμίδου, Δημήτρη Βουτσά, Κορίνας Λεγάκη.

Η στιγμή, παρόλα αυτά, που ένιωσα να σχηματίζεται έστω αδρά το περίγραμμά μου στο μουσικό τοπίο, η στιγμή που ένιωσα πράγματι στιχουργός, ήταν αργότερα. Μετά από προσπάθειες χρόνων, τόσο αναφορικά με τη συγγραφή των στίχων, όσο και για την επιλογή των κατάλληλων συνεργατών, σχηματίστηκε και κυκλοφόρησε ένας δίσκος σε στίχους δικούς μου, μουσική του Σπύρου Παρασκευάκου και ερμηνεία της Δήμητρας Σελεμίδου, η Τρίτη Έξοδος (2017), ένας δίσκος που έφερε τα σχέδια και τις ουράνιες εφηβικές μου φαντασιώσεις στη ζωή και, ενώ από την μία τις απογείωσε, από την άλλη σύντομα τις προσέκρουσε στο έδαφος, στο χώμα. Με την Τρίτη Έξοδο έμαθα πως είναι να είσαι ένας στιχουργός που αντιμετωπίζει τον ρόλο του στην πλήρη του διάσταση, με τις ανόδους και τις πτώσεις και τις ευθύνες αυτών, ισόποσα μοιρασμένες. Ένα πραγματικό σχολείο που με έφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα και διαμόρφωσε τον εαυτό μου όπως είναι σήμερα.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή των τελευταίων πέντε χρόνων έφτασα από το μακρινό και ανασφαλές απόγευμα της τρίτης γυμνασίου, σε στιγμές που πραγματικά πίστεψα πως πετούσα στον ουρανό και ζούσα το όνειρό µου. Σε στιγμές που έπεσα από τον ουρανό στο δευτερόλεπτο, και συνειδητοποίησα ότι είναι άλλο να πετάς με δανεικά φτερά και άλλο να περπατάς και να στέκεσαι στα πόδια σου. Έμαθα ακόμα πως τα success stories που ακούμε ανά καιρούς είναι κάτι ολότελα ψεύτικο και ξένο, τουλάχιστον για τους πολλούς. Κάθε διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ μιας δήλωσης συμμετοχής και των αποτελεσμάτων αυτής, μιας συμφωνίας στα λόγια και της τελικής έκδοσης, μιας έκδοσης και του σχεδιασμού μιας επόμενης δουλειάς, κάθε μέρα που περνά από την κυκλοφορία του τελευταίου σου τραγουδιού ως την κυκλοφορία του επόμενου, είναι ένας συνεχής αγώνας. Δεν ξέρεις τι πράγματι συνέβη, αν θα ξανασυμβεί και αν αξίζει να συμβεί, δεδομένου του ψυχικού κόστους που έχει το να βρίσκεσαι σε έναν χώρο όπως η μουσική βιομηχανία – αφού, ακόμα κι αν δεν αποτελεί πια «βιομηχανία» από οικονομική άποψη, παραμένει σκληρή σαν βιομηχανία.

Το ζήτημα είναι να μην χάσεις τον εαυτό σου, να μην χάσεις την όρεξη για να ξαναβρείς τον εαυτό σου και να επαναπροσδιορίσεις τους στόχους σου ανάλογα µε τα νέα δεδομένα, αλλά ταυτόχρονα και να μη χάσεις τους στόχους σου. Και αυτή είναι η δυσκολία. Δεν υπάρχει κάποιος χρυσός κανόνας – κάθε στιγμή πρέπει να παίρνεις αποφάσεις που θα διαμορφώσουν κάθε επόμενη στιγμή, πολλές φορές αστραπιαία. Δεν είναι μόνο οι στίχοι, η μουσική, η φωνή, είναι και οι συνεργάτες, τα όχι και τα ναι που καλείται να πει ένας καλλιτέχνης, ορισμένες φορές απέναντι σε ανθρώπους που κάποτε κοιτούσε με δέος κάτω απ’ την σκηνή, μα που τώρα πρέπει να συνυπολογίσει με την προσωπική του ταυτότητα, την βιωσιμότητα της σχέσης του με την μουσική, την βαθύτερη αλήθεια που φέρει ως δημιουργός, ως ερμηνευτής, το καλλιτεχνικό αίτημα που προτάσσει μέσα από τις καλλιτεχνικές του καταθέσεις. Η μουσική πραγματικά δεν είναι απλώς στίχοι, μουσική και ερμηνείες – είναι μία διαρκής πολιτική διαδικασία που ξεκινάει από την ιδιωτικότητα των μετρημένων στο ένα χέρι συντελεστών και καταλήγει να συντελείται δημόσια, απόλυτα εκτεθειμένη απέναντι στο απρόβλεπτο, αλλά και µε την πλήρη ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στις θέσεις, στις προθέσεις και τα αιτήματα της τέχνης του.