Του Μίνωα Ράπτη,

Η εκλογική κατάρρευση του κυβερνώντος κόμματος στις εθνικές εκλογές (όποτε κι αν αυτές τελικά γίνουν) είναι κάτι που προαναγγέλλουν εδώ και χρόνια, και ιδιαίτερα από το 2017 και έπειτα, ένεκα εκλογικής ετοιμότητας, στελέχη της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Εξ αρχής αποτελεί προσωπική μου θέση ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Θα σας εξηγήσω αμέσως το γιατί.

Είναι κοινή παραδοχή ότι έχει σχηματιστεί ένα ευρύ αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, το οποίο περιλαμβάνει φυσικά σε μεγάλο βαθμό τη Νέα Δημοκρατία, την φαινομενικά πλειοψηφούσα τάση εντός του ΚΙΝΑΛ και μεγάλη μερίδα του Τύπου, των μέσων, επιχειρηματικών κέντρων κ.α.

Κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί πριν την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ στο 13% το 2012. Γιατί όχι; Γιατί πολύ απλά, όταν ένα κόμμα έχει χάσει τα ερείσματά του στην κοινωνία και αποτελεί έρμαιο των εξελίξεων, δεν υπάρχει λόγος συγκρότησης ενός μετώπου κατά του. Είναι βέβαιο ότι από μόνο του θα ξεφουσκώσει.

Το γεγονός ότι έχει δημιουργηθεί ένα τόσο μεγάλο αντιΣΥΡΙΖΑ στρατόπεδο – το οποίο σε πολύ μεγάλο βαθμό ετεροπροσδιορίζεται από τα όσα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν δρα βάσει του δικού του σχεδιασμού – σημαίνει ότι υπάρχει μια εν ενέργεια διαίρεση και δυο διαφορετικές τάσεις που μάχονται (δες ΣΥΡΙΖΑ – αντιΣΥΡΙΖΑ)

Κάτι που επίσης δεν βλέπουμε να συμβαίνει στο ΣΥΡΙΖΑ που συνέβαινε στο παλαιό, προ θυρών της κατάρρευσης ΠΑΣΟΚ, είναι ο πανικός. Το ΠΑΣΟΚ πριν βουτήξει σε χαμηλά ποσοστά σχημάτισε κυβέρνηση συναίνεσης με τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ και άλλαξε ηγεσία λίγους μόνο μήνες πριν τις εκλογές, με την προοπτική ότι αν συνέχιζε να κυβερνά μόνο του και πήγαινε με το ίδιο κεντρικό πρόσωπο στις εκλογές η συντριβή θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Και παρότι η ετερόκλητη κυβερνητική πλειοψηφία που έχει δημιουργηθεί στη Βουλή είναι πράγματι δείγμα έλλειψης επιλογών, κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θέτει ζήτημα ηγεσίας (τουλάχιστον ανοιχτά), καμία συζήτηση δεν γίνεται για συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, και οι εσωκομματικές διάφορες των μελών δείχνουν να έχουν να κάνουν με την συζήτηση που έχει ανοίξει για την ιδεολογική ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του Κόμματος (θα συνεχίσει να αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό ή θα «ανοιχτεί» στην Κεντροαριστερά;)

Οι εκλογές θα γίνουν το αργότερο σε 7 μήνες, κι ο Πρωθυπουργός παρουσιάζεται δημοσίως με μια συνεχή (και καθόλου φυσιολογική για κάποιον που βλέπει την κυβέρνηση του να κατακερματίζεται και το κόμμα του να ηττάται στις εκλογές) ψυχραιμία και βεβαιότητα.

Εν αντιθέσει, η αγανάκτηση του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου είναι έκδηλη.

Τι προκαλεί την ψυχραιμία του Αλέξη Τσίπρα; Άποψη μου είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει παίξει τους τελευταίους άσους στο μανίκι του.

Πρώτος άξονας και μεγάλο όπλο του για τις εκλογές είναι το λεγόμενο κοινωνικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται σταδιακά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα επηρεαστούν  επειδή θα λάβουν ένα επίδομα ή θα δουν με τον όποιον τρόπο αύξηση στα εισοδήματά τους και δεν θα θέλουν να ρισκάρουν το να τα ξαναχάσουν.

Δεύτερος άξονας, αποτελεί η έρευνα για τη Novartis, ενώ δεν αποκλείεται να δούμε κι αλλά βολικά σκάνδαλα να έρχονται στο φως. Ακόμα κι αν δεν βγουν τελεσίδικα πορίσματα κάποιας έρευνας, στην εποχή που ζούμε, το τεκμήριο αθωότητας έχει πάει περίπατο και μόνο η υπόνοια ενοχής μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο, ειδικά αν μιλάμε για πολιτική.

Τρίτος άξονας, οι λεγόμενες «ελληνοποιήσεις».

Κόλπο βγαλμένο απευθείας από τα βιβλία του βαθύ Σημιτικού ΠΑΣΟΚ. Είναι δεκάδες χιλιάδες οι άνθρωποι που έχουν πάρει την ελληνική ιθαγένεια από το 2015 έως σήμερα και των οποίων η ψήφος δεν προσμετράται σε καμία δημοσκόπηση και κανένα γκάλοπ.

Τέταρτος άξονας, τα ανοίγματα.

Επικίνδυνο εγχείρημα, καθώς τα «ανοίγματα», πρέπει να ξέρει κάποιος να τα διαχειριστεί. Είναι ήδη φανερό από τη ρητορική του, ο Πρωθυπουργός έχει βάλει ως στόχο να συσπειρώσει τα φρέσκα πρόσωπα των λεγόμενων δημοκρατικών δυνάμεων έναντι του «παλιού κομματικού συστήματος» και της επέλασης νεοφιλελεύθερων πολιτικών με Ακροδεξιά στοιχεία. Και οι δυο κατηγορίες ποτέ δεν συνάντησαν μεγάλη δημοφιλία στην Ελλάδα.

Πέμπτος άξονας, η διχοτόμηση (;) του ΚΙΝΑΛ

Το ΚΙΝΑΛ, από τη στιγμή που επικράτησε το δόγμα Βενιζέλου και καταργήθηκε η λογική των ίσων αποστάσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ ξεκίνησε να σκάβει το λάκο του. Με δυο κόμματα-συνιστώσες να έχουν ήδη αποχωρήσει, μαζικές παραιτήσεις στελεχών ακόμα και μελών της Κεντρικής Επιτροπής, το ΚΙΝΑΛ οδεύει σε ένα συνέδριο όντας διχασμένο και με αβέβαιη πορεία ύπαρξης. Φυσικά και αν επικρατήσει η φιλο-Μητσοτακική τάση εντός του, ένας πολύ σημαντικός και κρίσιμος εκλογικά ιδεολογικός χώρος του ευρύτερου κέντρου θα κατευθυνθεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Προσθέτοντας σε όλα αυτά, πρέπει να αναφέρουμε και τρεις στατιστικές:

  1. Τα κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερά ή κεντροαριστερά από το 2000 έως σήμερα σε καμία εκλογική αναμέτρηση δεν έλαβαν λιγότερο από το 51% της συνολικής ψήφου. Με το ΚΙΝΑΛ και το ΚΚΕ αμφότερα να μην συσπειρώνουν νούμερα κοντά στο 10% και με ΜεΡα25, Πλεύση Ελευθερίας, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Λαϊκή Ενότητα να μην παρουσιάζουν δυναμική εκπροσώπησης στη Βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινάει από ένα ποσοστό γύρω στο 25% και ανεβαίνει.
  2. Οι Έλληνες στατιστικά εμπιστεύονται αυτόν που ξέρουν. Οι εθνικές εκλογές θα είναι οι πρώτες που θα δοκιμαστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Κανένας Έλληνας πρωθυπουργός μεταπολιτευτικά δεν κέρδισε τις πρώτες εκλογές στις οποίες κατέβηκε, με μοναδική εξαίρεση τον Κώστα Σημίτη που ήταν ήδη 8 μήνες πρωθυπουργός την πρώτη φορά που κατέβηκε σε εκλογές.
  3. Βρισκόμαστε εν μέσω συνταγματικής αναθεώρησης. Εάν όντως προκύψει μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ μετά τις εθνικές εκλογές του 2019, θα είναι η πρώτη φορά που άλλο κόμμα ξεκίνησε τις διαδικασίες και κυβέρνηση άλλου κόμματος τις ολοκλήρωσε.

Τα συμπεράσματα δικά σας.


Μίνωας Ράπτης

Γεννημένος και μεγαλωμένος από το 1998 στην Αθήνα, προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης στην Κομοτηνή, στην κατεύθυνση της Πολιτικής Επιστήμης.