Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη

Στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας πολλά έχουν ακουστεί για τις συνθήκες και τους παράγοντες που οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και στα μνημόνια. Ήταν η απελπιστική κατάσταση που είχαν περιέλθει τα δημόσια οικονομικά και η αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους ή μήπως κάποια συνομωσία σκοτεινών κύκλων κατά της Ελλάδας; Προφανώς και όχι το δεύτερο… Όποιος νομίζει ότι δεν είχαμε ανάγκη ένα «μνημόνιο» και μας επεβλήθη καταχρηστικά και για πολιτικούς λόγους, στο τέλος του άρθρου αυτού, ελπίζω να έχει αναθεωρήσει (αν δεν έχει ήδη αναθεωρήσει μετά τις εμπειρίες των τελευταίων ετών).

Ας δούμε λοιπόν, ποια ήταν αυτά τα αίτια της ελληνικής κρίσης. Θα τα κατέτασσα σε τέσσερις άξονες προβλημάτων: δημοσιονομικός εκτροχιασμός, κρίση χρέους, ανταγωνιστικότητα, τραπεζικό σύστημα. Ζητήματα σοβαρά και αλληλοσυνδεόμενα.

Ξεκινώντας από το τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα των τραπεζών, δεν προήλθε εσωτερικά, αλλά ως συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης του 2008 που τάραξε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνετέλεσε τελικά, ως ένα βαθμό, στην υπαγωγή μας στο καθεστώς των μνημονίων. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά σίγουρα συνετέλεσε στην κατεύθυνση αυτή. Τα τραπεζικά συστήματα πολλών χωρών τότε αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα, ενώ για τον ίδιο λόγο η Ιρλανδία και η Κύπρος οδηγήθηκαν στις δικές τους μνημονιακές συμβάσεις. Αυτά τα δύο παραδείγματα, βέβαια, είναι πολύ πιο ήπια από την Ελληνική περίπτωση που σχετίζεται με συνολική δυσλειτουργία στην οικονομία και το μοντέλο ανάπτυξης που επιχειρήθηκε.

Κεφαλαιώδες, για να κατανοήσουμε, γιατί οι αγορές μας έκλεισαν τη στρόφιγγα αναγκάζοντας τις ελληνικές κυβερνήσεις να στραφούν στους Ευρωπαίους εταίρους μας για δανεισμό, είναι το θέμα του εκτροχιασμού των ελληνικών προϋπολογισμών. Τα τεράστια κρατικά ελλείμματα, βέβαια, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για το ελληνικό δημόσιο. Από τα περίπου 180 χρόνια ανεξάρτητου κράτους η Ελλάδα είχε ελλείμματα για πάνω από 160… Το αποκορύφωμα ήταν το 15,1% δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 (όχι πρωτογενές- το δημοσιονομικό αποτέλεσμα περιλαμβάνει και τις δαπάνες για τοκοχρεολύσια)! Eίναι λογικό ένα κράτος που για μεγάλο χρονικό διάστημα καταναλώνει περισσότερα από όσα έχει και όσα παράγει (έχει ελλείμματα) δημιουργεί χρέος, όλο και μεγαλύτερο χρέος. Κάποια στιγμή, σε αυτό τον φαύλο κύκλο, γίνεται αδύνατη η εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό συμβαίνει τόσο λόγω της συσσώρευσης πληρωμών τόκων και χρεολυσίων όσο και στα αυξημένα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές που διαμορφώνονται σε αυτό το κλίμα, όταν αυτές προεξοφλούν χρηματοοικονομικές δυσχέρειες και κίνδυνο αθέτησης υποχρεώσεων για ένα κράτος. Εκεί έφτασε η Ελλάδα το 2010, μετά από τριάντα περίπου χρόνια ενός πολυδάπανου κρατικού μοντέλου, πνιγμένου από τα ελλείμματα και τα δάνεια. Η εμπιστοσύνη από τις αγορές και τους επενδυτές έφτασε στο ναδίρ και η Ελλάδα αποκλείστηκε ουσιαστικά από τις αγορές δανεισμού… Αποκορύφωμα το 2011 η απόδοση του 10-ετούς ομολόγου να ξεπεράσει το 30%!!!

Θα χρειαζόμουν ένα ολόκληρο άρθρο για να εξηγήσω γιατί οδηγηθήκαμε στην πτώση. Αποτελεί, αρχικά, θέμα νοοτροπίας. Η φοροδιαφυγή, η διαφθορά και η διαπλοκή, που ήταν στοιχεία πανταχού παρόντα τα τελευταία τριάντα χρόνια, αποτελούν σοβαρές παθογένειες που προξενούνται από την προβληματική αυτή νοοτροπία. Το μεγάλο κράτος που θα ρύθμιζε τα πάντα, θα διόριζε και θα μοίραζε χρήματα στους πάντες χρεοκόπησε. Η Ελλάδα επέλεξε έναν τρόπο οργάνωσης της οικονομίας της σε πιο σοσιαλίζοντα πλαίσια. Όπως είπε, όμως, και η Μάργκαρετ Θάτσερ: «Το κακό, όμως, με τον σοσιαλισμό είναι ότι κάποια στιγμή τελειώνουν τα λεφτά των άλλων». Κάτι τέτοιο έγινε και στη δική μας περίπτωση… Εν μία νυκτί, η – προσανατολισμένη στον κρατικό δανεισμό και την κατανάλωση- Ελληνική οικονομία κατέρρευσε… Καμία συνομωσία, απλά κρατική ανευθυνότητα, ίσως και ανικανότητα. Άλλη μια, λοιπόν, αιτία της ελληνικής κρίσης, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα ελλείμματα είναι η κρίση χρέους και η κατάστασή του ως μη βιώσιμου.

Επόμενος παράγοντας χρεοκοπίας της χώρας είναι και η προβληματική, δυσλειτουργική και μη ανταγωνιστική οικονομία μας. Όπως ανέφερα πιο πάνω, μετά το 1981 η χώρα μας επέλεξε ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης. Την επόμενη μέρα της αποβιομηχάνισης και της συρρίκνωσης κάθε παραγωγικής διαδικασίας, η οικονομία μας μετατράπηκε σε απλό πάροχο συγκεκριμένων υπηρεσιών και συγχρόνως καταναλωτή. Περιορίσαμε, δηλαδή, την παραγωγή μας και εισήλθαμε σε ένα σπιράλ εισαγωγών και κατανάλωσης με ταυτόχρονη αύξηση δημοσίων δαπανών σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα. Ειδικά, στη δική μας περίπτωση, επειδή συνοδεύτηκε από μια ανελέητη επίθεση στην ιδιωτική πρωτοβουλία και οικονομία η κατάσταση επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω. Όπως είναι προφανές, μια οικονομία που δεν παράγει και εισάγει για να καταναλώσει, σχεδόν τα πάντα, δεν είναι αυτάρκης και έχει μόνιμα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο. Αυτό ενισχύει και το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Τα πάντα, βλέπουμε, στην οικονομία είναι αλληλένδετα. Το ίδιο είναι και οι λόγοι που οδήγησαν στην κατάρρευση. Η δομή και τα προβλήματα της οικονομίας, σε συνδυασμό με τις κυβερνητικές επιλογές, επηρεάζουν τον κρατικό προϋπολογισμό και ο προϋπολογισμός αυτός επηρεάζει το χρέος. Είναι μία κυκλική διαδικασία.

Μέσα στην τελευταία δεκαετία, υπό το καθεστώς της επιτήρησης επιχειρήθηκε να γίνουν οι δομικές αλλαγές που απαιτούνταν. Χωρίς τεράστια επιτυχία οφείλουμε να παραδεχτούμε. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι όλες οι υπόλοιπες χώρες που χρειάστηκαν χρηματοδότηση από τους Ευρωπαίους κατάφεραν και εξήλθαν κρίσης και επιτροπείας σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα προβάλλει στο έπακρο τη δική μας αποτυχία. Χρειάστηκαν τρία και πλέον μνημόνια προκειμένου η ελληνική οικονομία να αρχίζει αργά αργά να βρίσκει το ρυθμό της. Δεν έχει λύσει όλα τα προβλήματά της, αλλά αρχίζει και βγαίνει δειλά στο ξέφωτο.

Αναγκαία προϋπόθεση είναι, ωστόσο επιτέλους, να υπάρξει η απαραίτητη αλλαγή στη νοοτροπία του Ελληνικού λαού στο σύνολό του. Δεν πρέπει να επαναλάβουμε τις παθογένειες του παρελθόντος,  πρέπει να μείνουμε μακριά από την κομματοκρατία και τη διαφθορά, ενώ πάνω από όλα είναι ανάγκη να μπει ένα τέλος στο πολυδάπανο και τεράστιο δημόσιο και τη γραφειοκρατεία. Αντίστοιχα, οφείλουμε να επικεντρωθούμε στην παραγωγή πλούτου και την εξωστρέφεια, ώστε να μπούμε ξανά στον παγκόσμιο χάρτη της οικονομίας. Έστω και δέκα ολόκληρα χρόνια μετά…

Μανώλης Ανδριγιαννάκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών και στο διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2020 έφερε την ιδιότητα του αρχισυντάκτη. "It's the economy stupid!".