Του Γιάννη Αδαμαντίδη,

Οι ναρκωτικές ουσίες αποτελούν αναντίρρητα μάστιγα των σύγχρονων κοινωνιών. Εξαιρουμένης της φαρμακευτικής χρήσης, τα ναρκωτικά πλήττουν ανεπανόρθωτα τον άνθρωπο, καθώς επιδρούν στο εγκέφαλο του χρήστη, προκαλούν εξάρτηση και φθείρουν το σώμα και τον ψυχισμό του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ναρκωτικά καταστρέφουν στην κυριολεξία τη ζωή του χρήστη και του αποστερούν κάθε δυνατότητα προόδου. Η σημασία του φαινομένου διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ποικίλοι άλλοι φορείς μεριμνούν εναγωνίως για αυτήν την κοινωνική παθογένεια. Ειδικότερα, έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών (26η Ιουνίου), εγκαθιδρύονται καμπάνιες πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου και συντάσσονται εκθέσεις που φανερώνουν ότι αυτό συνεχώς διογκώνεται. Δυστυχώς και στην Ελλάδα η χρήση αυτών των παρανόμων ουσιών είναι αρκετά διαδεδομένη, ιδίως στους νέους, και οι βαθιά αρνητικές επιπλοκές του φαινομένου είναι ορατές. Μολύνσεις, ασθένειες, θάνατοι, εγκληματικότητα, αμαύρωση της δημοσίας εικόνας, ‘τσακισμένη’ προσωπικότητα, ισοπεδωμένη αξιοπρέπεια…

Αυτές ακριβώς τις αρνητικές επιπτώσεις σκοπεύει να περιορίσει το νομοσχέδιο με τη δημιουργία ελεγχόμενων χώρων χρήσης ναρκωτικών στην Αθήνα. Η διάταξη ορίζει ότι οι χώροι αυτοί θα δημιουργούνται από εγκεκριμένους φορείς ή οργανισμούς για δράσεις κατά των ναρκωτικών, αφού πρώτα λάβουν άδεια εκδιδόμενη μετά αποφάσεως του Υπουργείου Υγείας. Στους χώρους αυτούς, θα καθίσταται εφικτή η χρήση ουσιών υψηλού κινδύνου από τους τοξικό-εξαρτημένους, η οποία θα εποπτεύεται από ιατροφαρμακευτικό προσωπικό και θα γίνεται υπό συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας. Μία κρίσιμη νομική λεπτομέρεια είναι ότι η κατοχή και η χρήση ναρκωτικών ουσιών στους συγκεκριμένους χώρους δε θα αποτελεί αδίκημα, εφόσον οι χρήστες έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Καταγραφής Ληπτών.

Σημειωτέον ότι πολλές ενστάσεις έχουν προβληθεί για την εφαρμογή αυτού του νομοσχεδίου.  Συγκεκριμένα, αρκετοί σύλλογοι της Αθήνας αμφισβητούν εντόνως την αποτελεσματικότητα του μέτρου και εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους, μέσω επιστολών. Και εκ πρώτης όψεως αυτό είναι λογικό. Πως είναι δυνατόν να ελαττώσεις την επίδραση ενός φαινομένου, όταν το οργανώνεις και το οριοθετείς, όταν ουσιαστικά και τυπικά το επιτρέπεις και το καλύπτεις;

Αυτή όμως είναι μόνο μία πτυχή των πραγμάτων. Εστιάζοντας στην θετική πλευρά του μέτρου, είναι δεδομένο ότι μέσω της διανομής αποστειρωμένων συνέργων χρήσης και υπό την επίβλεψη εξειδικευμένου προσωπικού θα εξαλειφθούν σχεδόν ολοκληρωτικά οι θάνατοι από υπερβολική δόση και να μειωθεί σημαντικά η πιθανότητα μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών που παραδοσιακά “ταλαιπωρούν” τον πληθυσμό των εθισμένων σε ναρκωτικές ουσίες. Αυτά τα στοιχεία είναι στατιστικά τεκμηριωμένα από εφαρμογές του εν λόγω μέτρου σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης όπως το Βερολίνο, το Παρίσι, το Άμστερνταμ, η Βαρκελώνη κ.α., στα οποία και καρποφόρησε.

Επιπλέον, η υλοποίηση του μέτρου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιφέρει μείωση της επιρροής των εμπόρων ναρκωτικών, καθώς θα περιοριστεί η κατάσταση χάους και ανομίας που ευνοεί τη δράση τους. Παράλληλα με αυτό, θα συνδεθούν οι χρήστες με τις αρμόδιες υγειονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες εκτός από ασφάλεια και επίβλεψη θα μπορούσαν δυνητικά να δώσουν το έναυσμα, ώστε να ξεκινήσει η επίπονη πλην όμως πολύτιμη διαδικασία απεξάρτησης.

Έτσι, οι ελπίδες των χρηστών για βελτίωση των βιοτικών τους συνθηκών θα αναβιώσουν και θα αποφευχθεί σε μεγάλο βαθμό ο αργόσυρτος, βασανιστικός και αναξιοπρεπής θάνατός τους στον δρόμο. Θα υποχωρήσουν κατά συνέπεια οι ακρότητες και οι απάνθρωπες ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι τοξικό-εξαρτημένοι προκειμένου να εξασφαλίσουν τη δόση τους, οι οποίες πολύ συχνά στιγματίζουν την υπόστασή τους και θέτουν υπό διακινδύνευση κεκτημένα ανθρώπινα αγαθά.

Για να επέλθουν όμως όλα αυτά τα θετικά στοιχεία προαπαιτούνται ορισμένοι ρυθμιστικοί παράγοντες, οι οποίοι σε τελική ανάλυση θα κρίνουν την ουσιαστική ωφέλεια ή μη του μέτρου.

Προϋποτίθενται λ.χ. συντονισμένες κινήσεις και κατάλληλος προγραμματισμός του εγχειρήματος που θα οδηγήσουν στην μέγιστη απόδοσή του. Είναι ακόμη αναγκαία η αγαστή συνεργασία του δήμου με τα Υπουργεία Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις αστυνομικές αρχές, αλλά και με τους οργανισμούς που αποσκοπούν στην απεξάρτηση των εν ενεργεία χρηστών (ΟΚΑΝΑ, ΚΕΘΕΑ). Είναι πρόδηλο ότι απαιτείται επαρκής χρηματοδότηση που θα συμβάλλει στην αρτιότητα των εγκαταστάσεων και την επάρκεια του εξειδικευμένου προσωπικού. Ακόμα, η αλλαγή νοοτροπίας της κοινωνίας προς μια επιεικέστερη αντιμετώπιση, πιο ανθρωπιστική στάση απέναντι στους αδύναμους αυτούς ανθρώπους είναι εκ των ων ουκ άνευ. Πάντως, το πιο σημαντικό είναι να διαπνέονται οι εμπλεκόμενοι φορείς και κατ’ επέκταση το προσωπικό από αλληλεγγύη και διάθεση προσφοράς, ώστε να οικοδομηθεί κλίμα εμπιστοσύνης.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι υπό ιδανικές συνθήκες το μέτρο θα μπορούσε να επιδράσει ευεργετικά στην ελληνική κοινωνία και να την αναβαθμίσει, μετριάζοντας τις αρνητικές εκφάνσεις του φαινομένου των ναρκωτικών. Δεν είμαι όμως καθόλου βέβαιος για την ορθή εφαρμογή του μέτρου στη χώρα μας,  γνωστή για τις χρόνιες αγκυλώσεις, τα βαθιά ριζωμένα κωλύματα και την διαρκή αναποτελεσματικότητα, πολλώ δε μάλλον στην ταραχώδη εποχή που διανύουμε.

Ο δείκτης της αλήθειας; Μόνο ένας: ο χρόνος. Συνηγορεί και ο Σοφοκλής μέσω της σχετικής ρήσης του: “ Πάντα εκκαλύπτων ο χρόνος εις το φως άγει”.


 

Γιάννης Αδαμαντίδης

Ο Γιάννης Αδαμαντίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Έιναι φοιτητής Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ παράλληλα ασχολείται με τα οικονομικά. Στα ενδιαφέροντά του συγκαταλέγονται τα κοινωνικά ζητήματα, η ψυχολογία, οι τέχνες και ο αθλητισμός. Τον συναρπάζουν επίσης τα ταξίδια και η λογοτεχνία.